Καταδότες

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019, 00:02
-A +A

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Με αφορμή τις προσπάθειες που φαίνεται να γίνονται για την έναρξη ισχύος του αντικαπνιστικού νόμου, και μέχρι αυτές οι προσπάθειες να συνθλιβούν και να καταπέσουν οριστικά για μία ακόμη φορά όπως και όλες τις υπόλοιπες, ξεκίνησε ξεχωριστά στα Μέσα και στα social media μία παράλληλη κουβέντα για τον περίφημο 1142, τον τετραψήφιο αριθμό όπου κανείς θα μπορεί, ανάμεσα στα άλλα (να ζητήσει βοήθεια για τη διακοπή του καπνίσματος, π.χ.), να αναφέρει παραβάσεις της σχετικής νομοθεσίας που έτυχε να υποπέσουν στην αντίληψή του. Έτσι, δεν είναι καθόλου λίγοι όσοι στις σχετικές συζητήσεις, που ποτίζονται πάντα με την υπερβολή του ψηφιακού κόσμου, μιλούν πλέον ανοιχτά για «κάρφωμα», για «ρουφιανιά», για «σπιούνους», για… «δωσιλογισμό», «καταδότες» κ.ο.κ.: για προδοσία.

Είναι γνωστή η απέχθεια των ανθρώπων για τους προδότες. Ο ίδιος ο Δάντης θεωρεί την προδοσία το ύψιστο αμάρτημα: στη Θεία Κωμωδία του, οι προδότες τιμωρούνται στον εσώτατο πυρήνα της Κολάσεως. Εκεί είναι που τυραννιούνται ο Κάσσιος, ο Βρούτος και βέβαια ο Ιούδας, κι εκεί θα στενάζουν ρημαγμένοι για όλη την αιωνιότητα, μέχρι το τέλος των καιρών. Και, κατά το παράδειγμα του ύψιστου ποιητή, δεν υπάρχει εξάλλου γονιός που να μη λέει στο παιδί του πως ό,τι και να κάνει αυτός θα το αγαπά - με μία εξαίρεση: την προδοσία. Είναι κάτι που μαθαίνουμε από μικροί να σιχαινόμαστε, μας στρίβει τα άντερα.

Τώρα, είναι επίσης λίγο-πολύ γνωστό ότι σε χώρες λίγο μακριά από τη δικιά μας, σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης ας πούμε - σε μια τέτοια τυχαίνει να ζω τα τελευταία δυόμισι χρόνια— -, υπάρχει μία «καταδοτική» παράδοση. Φέρ’ ειπείν, είναι πολύ συνηθισμένο εδώ να σηκώσει ένας πολίτης το τηλέφωνό του και να πάρει την αστυνομία για να καταγγείλει ότι το τάδε αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο παράνομα, πάνω στις διαβάσεις ή στον οδηγό τυφλών· ή ότι ο τάδε συστηματικά δεν μαζεύει τις ακαθαρσίες του σκύλου του στην καθημερινή τους βόλτα· ή ότι ο υδραυλικός που αντικατέστησε το φλοτέρ στο καζανάκι δεν του ’κοψε απόδειξη. Ισχύει πράγματι αυτό, δεν πρόκειται περί μύθου —μας λένε τουλάχιστον αυτοί που ξέρουν—, δεν μιλάμε για κάποιου είδους εθνικό τσουβάλιασμα και για «φυλετικά» στερεότυπα. Οι άνθρωποι εδώ όντως θα το κάνουν αυτό το τηλέφωνο, και μάλλον χωρίς να το πολυσκεφτούν: σχεδόν αυτομάτως.

Στην Ελλάδα, πάλι, δεν θα το κάνουμε. Όχι βέβαια. Στην Ελλάδα έχουμε άσχημες μνήμες με τους λογής Εφιάλτες και τις Κερκόπορτες, και δεν μας αρέσουν αυτά. Είμαστε αλλιώς. Τα δίποδα με τις κουκούλες στο κεφάλι και με το τεντωμένο δάχτυλο, εκείνο το τρομερό δάχτυλο που δείχνει, συνιστούν για εμάς μια ενσαρκωμένη φρίκη, ένα Κακό που μάθαμε να το φτύνουμε στο στόμα. Έτσι, απαλλασσόμαστε από το υποτιθέμενο χρέος της καταγγελίας. Όχι, κανένα χρέος δεν έχουμε στ’ αλήθεια. Δεν θα μαρτυρήσουμε. Είμαστε Έλληνες.

Είμαστε Έλληνες. Δηλαδή, μία χαλαρή κοινότητα όπου ο καθένας θα κάνει ό,τι μπορεί για να τη βγάλει καθαρή και για να μπορέσει να ταΐσει τα παιδιά του και να τα δει να προοδεύουν. Το κράτος είναι κατιτί εχθρικό, κάτι που στέκεται πάντα απέναντι, και οποιοδήποτε αλισβερίσι μαζί του καλό είναι να γίνεται μόνο στα μυστικά, λοξώς, μουλωχτά, κάτω από το τραπέζι, και μόνο «τόσο όσο». Όχι παραπάνω. Το κράτος είναι κάτι που αγαπά και φροντίζει μόνο τον εαυτό του, όχι τον πολίτη, όχι το άτομο, άρα σίγουρα όχι εμάς. Είναι ο ανώνυμος επικυρίαρχος, ένα εξουσιαστικό πλέγμα, ένα τέρας που ξέρει μόνο να κλέβει, να απομυζά, και μετά να κλέβει κι άλλο, χωρίς ανταλλάγματα. Κανένα πάρε-δώσε μαζί του δεν αξίζει: στα μισά θα φας τα μούτρα σου, και τα άλλα μισά είναι - το λιγότερο -  ύποπτα.

Σωστά;

Ναι, κάτι τέτοιο. Στην Ελλάδα έχουμε τον παραδοσιακό τρόπο μας να πορευόμαστε. Και, αφ’ ης στιγμής είμαστε ακόμα ζωντανοί, αυτός εδώ είναι ένας τρόπος καλός. Άρα, γιατί να τον αλλάξουμε;

Τώρα, αυτοί που λέγαμε παραπάνω, οι Κεντροευρωπαίοι —και άλλοι κουτόφραγκοι—, ίσως έχουν πιο ισχυρές κοινότητες μ’ αυτά και μ’ αυτά. Ίσως. Και ίσως αυτό να είναι καλό για κάθε μέλος τους. Ίσως, ακόμα-ακόμα, στ’ αλήθεια να συνετίστηκε εκείνος που δεν μάζευε τις ακαθαρσίες του σκύλου του, και ίσως στ’ αλήθεια να μένουν για περισσότερες ώρες καθαροί οι δρόμοι. Ίσως στ’ αλήθεια ο οδηγός εκείνου του αμαξιού που είχε παρκάρει πάνω στις διαβάσεις ή στον οδηγό τυφλών να συνετίστηκε επίσης και, ω! του θαύματος, ίσως ποτέ να μη βλέπουμε σ’ αυτές τις χώρες αυτοκίνητα παρκαρισμένα πάνω σε διαβάσεις ή σε οδηγούς τυφλών. Ίσως εκείνος ο υδραυλικός που αντικατέστησε το φλοτέρ στο καζανάκι να κόβει στο εξής αποδείξεις για ανάλογες δουλειές. Και ίσως πράγματι να μην υπάρχει εδώ που ήρθαμε να ζήσουμε επαγγελματίας που να δουλεύει μαύρα. Ίσως να έμαθαν όλοι αυτοί, με τα χρόνια, πως δεν ζει, δεν μπορεί να ζει, και κυρίως δεν πρέπει να ζει κανείς σαν νησί μέσα στην κοινωνία, αποκομμένος και μόνος, αντιμέτωπος μέσα στη γύμνια του με το εχθρικό, απάνθρωπο κράτος. 

Ποιος ξέρει; Ίσως.

ΥΓ1. Δεν πιστεύω στ’ αλήθεια πως μισούμε τη ρουφιανιά στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια, το αντίθετο πιστεύω. Είναι απλώς κάτι που μας αρέσει να λέμε, για να κοκορευόμαστε. Δεν ξέρω αν είμαστε πρωταθλητές στις καταγγελίες, αλλά σίγουρα βρισκόμαστε σε μία από τις θέσεις των play-off. Οι κουβέντες για το κακό 1142 εκκινούν από άλλη βάση.

-A +A

Δημοφιλέστερα Άρθρα