ΗΠΑ και Δύση σε υπαρξιακή κρίση;

 ΗΠΑ και Δύση σε υπαρξιακή κρίση;

Η παρακμή των ΗΠΑ, ως ηγέτιδας δύναμης του δυτικού κόσμου, ασφαλώς και δεν είναι πρόσφατη. Αν ο Τραμπ εμφανίστηκε ως η πιο παροξυντική εκδήλωσή της, αυτός δεν υπήρξε ωστόσο παρά ένα κραυγαλέο σύμπτωμα σωρευμένων καταστάσεων. Καταστάσεων που εν πολλοίς προέκυψαν από τον βαθύτατο πολιτισμικό διχασμό μιας κοινωνίας όπου, τραγικά αξεδιάλυτες, συνυπάρχουν πνευματική/τεχνολογική πρωτοπορία και πολιτισμική βραδυπορία, οπισθοδρόμηση και βαρβαρότητα. 

Επιπρόσθετα επιβιώνει πάντα το αποτύπωμα του αντιαμερικανισμού που έχει σωρευθεί ανά την υφήλιο από παλαιότερες –κυρίως της ψυχροπολεμικής εποχής- ωσμώσεις με τύραννους και βασανιστές λαών, «προς προστασία των ιδανικών του ελεύθερου κόσμου», αλλά και από τον ακραία αποκρουστικό δεύτερο πόλεμο στον Κόλπο, την ηθική, νομική και πολιτική απαξία και την ακραία βαρβαρότητα του οποίου ανέδειξε καλύτερα παντός άλλου ο Ν. Τσόμτσκι (ενώ κάποιες φρικτές πτυχές του απεκάλυψε ο -ακόμη και σήμερα υπό διωγμό από την υπερδύναμη- αυστραλός χάκερ Τζούλιαν Ασάνζ).

Η διαφαινόμενη μάλιστα πρόθεση του πλειοψηφικού μέρους του αμερικανικού πολιτικού κατεστημένου, πρωτίστως βέβαια των Δημοκρατικών, να συνεχιστεί στη Γερουσία η δίκη του ακατανόμαστου πρόεδρου, ακόμη και ως «απόστρατου», ίσως αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο τη χώρα: Ή θα φέρει στην επιφάνεια φοβερά πράγματα για τη λειτουργία των θεσμών της επί τραμποκρατίας ή θα βαθύνει περαιτέρω τον εσωτερικό διχασμό της κοινωνίας -καθόλου δεν αποκλείεται μάλιστα να συμβούν αμφότερα-, δυσκολεύοντας τρομερά την προσπάθεια του Μπάιντεν για αποκατάσταση της εθνικής ενότητας, άρα και για ενδυνάμωση της ήπιας ισχύος, του διεθνούς κύρους και των παρεμβατικών δυνατοτήτων της παλαιότερης δημοκρατίας της υφηλίου. (Πολλώ μάλλον που, τυχόν παρατεινόμενη μετά την 20η Ιανουαρίου, η δίκη του Τραμπ θα έχει εξαιρετικά αμφιλεγόμενη νομική βάση –κατά το Σύνταγμα προβλέπεται «to remove» από το δημόσιο αξίωμα- και ισχνή μόνο ιστορική αναφορά, αφού από τις αρχές του 19ου αιώνα μόνο μια φορά συνεχίστηκε στη Γερουσία δίκη πρώην κρατικού αξιωματούχου, παραπεμφθέντος από τη Βουλή όσο ήταν εν ενεργεία με impeachment, ενώ σε άλλες τρεις ανάλογες περιπτώσεις κρίθηκε πως δεν μπορεί να προχωρήσει, εφόσον ο διωχθείς δεν κατείχε πλέον το αξίωμα). Σε κάθε περίπτωση, εσωτερικά διαιρεμένη, ηθικά διεθνώς απαξιωμένη και με τραυματισμένους θεσμούς, η χώρα δεν βρίσκεται στα καλύτερά της ούτε βέβαια ως παγκόσμιος παίκτης…

Και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, βιώνει μια συγκυρία που προφανώς δεν την ευνοεί ως διεθνή παράγοντα. Είναι πολύ πιθανόν, πράγματι, στο πολύ εγγύς μέλλον και στους δύο κινητήριους μοχλούς της, τη Γερμανία και τη Γαλλία, η αντιευρωπαϊκή ακροδεξιά να ενισχυθεί σημαντικά: Στη μεν Γερμανία λόγω της ανόδου στην ηγεσία της «καθεστωτικής» CDU του κεντρώου Α. Λάσετ, πιθανότατα επόμενου καγκελάριου, ο οποίος μόνο ως αντιτιθέμενος στην ενίσχυση των προσφυγικών ροών προς τη χώρα δεν καταγράφεται… Στη δε Γαλλία τόσο λόγω της αποδυνάμωσης των παραδοσιακών εθνικών/φιλοευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων όσο και λόγω των μέτριων κυβερνητικών αποτελεσμάτων του «ανανεωτή» φιλοευρωπαίου Ε. Μακρόν (παρά τις προσπάθειές του να αφαιρέσει ζωτικό χώρο από τη Λεπέν με πρωτοβουλίες όπως η βαριά ποινικοποίηση της απεικόνισης και της δημοσιοποίησης έκνομων ή βίαιων ενεργειών των αστυνομικών οργάνων). Με τις αντιευρωπαϊκές, λοιπόν, δυνάμεις στις δύο χώρες-πυλώνες της ενισχυμένες, έστω και αν όχι πλειοψηφικές, η ΕΕ σαφώς και καθίσταται γενικότερα δυσλειτουργική. Και αυτό πέραν φυσικά των δομικών προβλημάτων που ούτως ή άλλως, εκ της φύσεώς της και εκ της θεσμικής της συγκρότησης/οργάνωσης, αντιμετωπίζει ως παράγοντας του διεθνούς συστήματος. 

Ως προς δε άλλες παραδοσιακές δυνάμεις του δυτικού κόσμου η αποδυνάμωση της post Brexit ΜΒ είναι προφανής, ενώ το Ισραήλ υφίσταται εδώ και χρόνια, ως προς την κυβερνησιμότητά του, τις συνέπειες της απλής αναλογικής (έστω και αν αυτή δεν είναι πλέον τόσο πλήρης όσο η εισαχθείσα από τον Τσίπρα στη δική μας χώρα).

Επιπλέον όμως των προβλημάτων τέτοιας φύσης, στις επιμέρους σημαντικές δυτικές δημοκρατίες και φυσικά στην ΕΕ ως ενιαίο υποκείμενο, είναι μάλλον βέβαιο πως σε αυτές τις πολιτειακές οντότητες οι πολιτικοκοινωνικοί κραδασμοί από τις οικονομικές επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης θα είναι εντονότερες από παντού. 

Την ίδια στιγμή χώρες χωρίς δημοκρατική παράδοση όπως η Κίνα και η Ρωσία, επωφελούμενες από τις δυνατότητες προσαρμογής στις εξελίξεις και την πολιτικοοικονομική αποτελεσματικότητα που τους προσφέρει η (συγκαλυμμένα ή απροκάλυπτα) αυταρχική φύση των καθεστώτων τους έχουν ασφαλώς τη δυνατότητα να ενισχύονται ως διεθνείς παίκτες και να διεκδικούν σημαντικότατο μερίδιο στη διεθνή κατανομή ισχύος και πλούτου. 

Όλα τα ανωτέρω οδηγούν σε ένα ερώτημα: Είναι άραγε δυνατόν αυτές οι εξελίξεις και κυρίως οι αλλαγές συσχετισμών και ισορροπιών στην παγκόσμια σκακιέρα να οδηγήσουν μεσομακροπρόθεσμα σε μείζονες κινδύνους για τη διεθνή ειρήνη; «Προβλέπω άρα απατώμαι» έλεγε ο Π. Βαλερύ. Ωστόσο το πρόβλημα αξίζει να καταγραφεί. Και ο προβληματισμός επίσης.