Εξάρχεια

Εξάρχεια

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Στο χθεσινό σημείωμα, χωρίς ασφαλώς καμία πρόθεση να πρωτοτυπήσουμε, κάναμε μία μνεία στην αναγκαιότητα ύπαρξης των περιπόλων, της κατά το δυνατόν διακριτικής μεν, σαφώς ένοπλης και αποφασιστικής δε «συμβολικής» παρουσίας του κράτους στον δημόσιο χώρο, ως δύναμης αποτροπής εγκλημάτων — και προφανώς ο συνειρμός μας κατέληξε στα Εξάρχεια, μια, όχι αστυνομοκρατούμενη (όπως θα καταντήσει πέραν πάσης αμφιβολίας κάποτε να είναι) γειτονιά, αλλά κατεξοχήν τρομοκρατούμενη, καθώς εκεί ισχύουν άλλοι νόμοι (όχι κανείς νόμος, αλλά άλλοι νόμοι) και η Αστυνομία απαγορεύεται να υπάρχει, όχι ως παρουσία, αλλά ούτε καν σαν έννοια. Και, μαζί με αυτήν, και η Δημοκρατία.

Σαν κάτοικος της περιοχής επί τουλάχιστον μία εικοσαετία (1986-2009), εργαζόμενος παράλληλα εκεί όλα αυτά τα χρόνια —οι εκδοτικοί οίκοι δεν παραδίδουν τα όπλα και είναι οι τελευταίοι που θα φύγουν από την περιοχή—, και βγαίνοντας στα πολλά και ωραία της μαγαζιά της τα βράδια, είχα τη δυνατότητα να δω από πολύ κοντά, και από τα μέσα, τη σαφή παρακμή, τη γήρανση και τον θάνατο μίας από τις πιο ιστορικές συνοικίες των Αθηνών. Γιατί τα Εξάρχεια, και ούτε εδώ πρωτοτυπούμε, δεν ζουν πλέον, και το ξέρουμε όλοι — είναι νεκρά. Και δεν είναι νεκρά επειδή «απλώς» τα λυμαίνονται οι συμμορίες και οι ναρκέμποροι. Είναι νεκρά επειδή δεν επικοινωνούν με την υπόλοιπη πόλη. Οι γειτονιές των πόλεων δεν είναι νησιά. Και τα Εξάρχεια κατάντησαν να είναι. Ένα νησί-φυλακή. Ένα τέρας. Μια περιοχή βέβαια, όπως διάβασα κάπου, «με πολύ συγκεκριμένους ηθικούς κανόνες δεοντολογίας, που εφόσον τούς σεβαστείς είσαι ευπρόσδεκτος». (Να σημειώσουμε για τους κακόπιστους αναγνώστες ότι αυτό λέγεται για καλό… Και ότι οι έπαινοι για τα Εξάρχεια είναι άπειροι στο διαδίκτυο και στα σχετικά ρεπορτάζ των διαφόρων σάιτ. Και δεν λέγονται όλοι από φόβο ή για γλείψιμο, κολακεία και από ιδιοτέλεια και συμφέρον: πολλοί, τους εννοούν).

Δεν έχω καμία διάθεση να υπερασπιστώ το χθες, ή να το καθαγιάσω. Άλλωστε, η γνώση που έχουμε για το παρελθόν φιλτράρεται από τις μνήμες μας, και οι μνήμες μας αλλοιώνονται και μεταμορφώνονται με το πέρασμα του χρόνου: γίνονται ένα φιλμ που διαρκώς σκηνοθετούμε και επανασκηνοθετούμε οι ίδιοι. Παρά ταύτα, θέλουμε δεν θέλουμε, τα Εξάρχεια υπήρξαν πράγματι και επί πολλές δεκαετίες ένα ζωηρό, εύχυμο και ατίθασο κέντρο «διακίνησης ιδεών», και μάλιστα όχι των ιδεών του συρμού. Και, καθώς μιλώ κυρίως για μία εποχή που στα τελευταία της την έζησα και ο ίδιος, μια εποχή που συρμός ήταν η Αριστερή σκέψη, καλό ίσως είναι να θυμηθούμε ότι στα Εξάρχεια επικρατούσε (αν και δεν επιβαλλόταν) η αναρχική σκέψη, που τυχαίνει να βρίσκεται στον αντίποδα της Αριστερής — και στον αντίποδα κάθε κρατισμού, και κάθε συρμού. Τα Εξάρχεια ήταν ένα ζωντανό, ελευθεριακό, καλλιτεχνικό κέντρο, ένας ζέων πυρήνας αμφισβήτησης και αενάων «ζυμώσεων». Η τρελή καρδιά της Αθήνας. Εκεί αναπτύχθηκε, μεταξύ των άλλων, και το ελληνικό LGBT κίνημα, εκεί τυπώνονταν και διακινούνταν φανζίν και κόμικς του περιθωρίου, εκεί βρήκε στέγη το πανκ, εκεί γίνονταν οι μεγάλες συζητήσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν στα αστικά σαλόνια, όσο και αν αυτές εντέλει έμοιαζαν σε πολλά μεταξύ τους.

Και εκεί ήταν που, από μία διάθεση αυτοτιμωρίας ίσως, ή από την ανάγκη να ετεροπροσδιοριστούν και να γεννήσουν πιο αποτελεσματικούς εχθρούς (η Χρυσή Αυτή στην Κάνιγγος δεν τους γέμιζε το μάτι, άλλωστε ποτέ δεν έσπασαν τα γραφεία της), ένα μείζον αντίπαλο δέος και ένα περιβάλλον στο οποίο θα βαπτίζονταν καθημερινά και θα αναγεννούνταν — εκεί ήταν που αναρχικές ομάδες σχεδόν επέβαλαν την αστυνομία και την καταστολή: την κάλεσαν να έρθει και να εγκατασταθεί στα Εξάρχεια, με μία σειρά αυτοκτονικές επιλογές: με βία, φασαρίες, αλόγιστες καταλήψεις, διαρκείς επιθέσεις, τσαμπουκά. Πόσο μεγάλο λάθος.

Τα όσα ακολούθησαν μάλλον μπορούσαν εύκολα να προβλεφθούν. Τα σημάδια ήταν εκεί, ακόμη και πριν τον Δεκέμβριο του 2008 — τον μήνα που έφερε τα πάνω κάτω, που έκαψε την Αθήνα, γέμισε φόβο τους πολίτες, γιγάντωσε τους ναζί, και σφάλισε για τα καλά την κλειδαριά των Εξαρχείων, παραδίνοντάς τη στην πρέζα, στα καψίματα, στις πολιτοφυλακές, στην ανομία, στη βία, στους μπράβους, στον ρατσισμό, στη μισαλλοδοξία, στα κυνηγητά, και σε οτιδήποτε ξηλώνει από την καρδιά και τη ζωή των ανθρώπων αυτό που λέμε αίσθημα ασφάλειας, δηλαδή το πεδίο, το εφαλτήριο, τον πυρήνα της ελευθερίας. Αναρχικοί; Αντιεξουσιαστές; Να μην τρελαινόμαστε: ο καθεστωτικός χουλιγκανισμός δεν είναι παρά το χρυσαυγίτικο παρακλάδι του αναρχισμού. Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, και οι φορείς της φασίστες.

Τα πράγματα θα αλλάξουν. Δεν ξέρω πότε και με τι πρωτοβουλίες. Αλλά προηγουμένως η περιοχή θα περάσει δύσκολες ώρες, και δύσκολους, απάνθρωπους καιρούς. Στο μεταξύ όμως —κι αυτό είναι ακόμη χειρότερο γιατί είναι ακόμη πιο μεγάλο— τα Εξάρχεια, δυστυχώς, δεν είναι πια η καρδιά της πρωτεύουσας. Εδώ και καιρό, μέρα με την ημέρα, μεγάλες, ευρείες περιοχές του κέντρου, και όχι μόνο, της Αθήνας υποβιβάζονται σε Εξάρχεια. Καταντώντας τη μια πόλη αβίωτη, παραδομένη, απελπισμένη και σκούρα: γκριζωπή και έντρομη. Μια πόλη με τα χέρια ψηλά απέναντι σε μία κάννη, μια λάμα, μια σιδερογροθιά.

Κι αν αυτό δεν πειράζει, δεν ενοχλεί πολλούς, είναι γιατί είναι βολεμένοι.