7ος χρόνος, ημέρα 2102η
Τρίτη, 3 Αυγούστου 2021

Δυόμισι σχέδια Μάρσαλ έρχονται τα επόμενα χρόνια. Οι μεταρρυθμίσεις πότε θα έρθουν;

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο ερώτημα της μετά covid εποχής, ακούει στον όνομα «Next Generation EU», το οποίο είναι και ιστορικά το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό πακέτο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μάλιστα η Ελλάδα, τυχαίνει να είναι μια από τις πλέον ωφελούμενες χώρες από την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων και πόρων.

Η Πολιτική Συνοχής για τη νέα περίοδο 2021-2027 κατανέμει στη χώρα μας 26,7 δισ. ευρώ. Σε συνδυασμό με τους πυλώνες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, το νέο χρηματοδοτικό μέσο «ReactEU», το εργαλείο «Συνδέοντας την Ευρώπη (CEF II)», το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και Διαχείρισης Συνόρων, το σύνολο των ευρωπαϊκών κεφαλαίων που θα εισρεύσουν στη χώρα μας, μέσα στην επόμενη εξαετία, προσεγγίζει τα 77 δισ. ευρώ.

Για να αντιληφθούμε καλύτερα το ύψος των διαθέσιμων, για την Ελλάδα πόρων, αρκεί να το συγκρίνουμε με το Αμερικανικό Σχέδιο Μάρσαλ, που είχε κατευθυνθεί στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό την ανόρθωση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Συνολικά το ύψος των πόρων που είχαν εισρεύσει από το Σχέδιο Μάρσαλ στη χώρα μας, ανέρχονταν σε σημερινές τιμές στα $30 δισ., συμπεριλαμβανομένων και των επιπλέον $10 δισ. που αφορούσαν τη στρατιωτική βοήθεια.

Τα κεφάλαια αυτά διοχετεύτηκαν σε έργα για την αποκατάσταση των τηλεπικοινωνιών, τη δημιουργία ενιαίου συστήματος παραγωγής και παροχής ηλεκτρικής ενέργειας, δίκτυο μεταφορών μέσω σιδηροδρόμων, οδικών αρτηριών, γεφυρών, λιμανιών και των λοιπών υποδομών. Και φυσικά για επενδύσεις στον χώρο της γεωργίας. Στόχος ήταν η αλματώδης αύξηση της οικονομικής πίτας, όχι απλά η αναδιανομή της.

Σήμερα η Ελλάδα δε βγαίνει μπροστά, μετά από ένα πόλεμο. Βγαίνει όμως μπροστά μετά από μια σειρά όχι πολύ επιτυχημένων μνημονιακών δεσμεύσεων και πολιτικών, μετά από μια τετραετία ανούσιων και καταστροφικών οικονομικών πειραματισμών και μετά από 18 μήνες υγειονομικής και οικονομικής κρίσης.

Οπότε κάπου έστω και τραβηγμένα και οριακά υπάρχει μια συσχέτιση ανάμεσα στις δύο περιόδους. Βέβαια, μετά τον πόλεμο όλα έκαναν restart από το μηδέν, οπότε οι μη οικονομικές παρεμβάσεις ήταν πιο εύκολο να προχωρήσουν. Σήμερα, οι μη οικονομικές παρεμβάσεις, είναι και οι πιο δύσκολες στην πραγματοποίηση τους.

Ας σκεφτούμε απλά. Αν ένας ανεπαρκής άνθρωπος γίνει ξαφνικά πλούσιος, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα; Στην καλύτερη περίπτωση, θα γίνει ένας ανεπαρκής πλούσιος, οπότε νομοτελειακά θα οδηγηθεί στη φτώχεια. Και στη χειρότερη των περιπτώσεων, θα γίνει αυτόματα ένας ανεπαρκής πτωχός. Οπότε σημασία έχει να πάψει να είναι ανεπαρκής.

Το «Σχέδιο Ελλάδα 2.0» για την αξιοποίηση των πόρων του νεοσύστατου Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που ήδη υπέβαλε προς έγκριση η χώρας μας, στοχεύει στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Για πολλούς αυτό αποτελεί μια κοινοτοπία. Όμως δεν είναι. Διότι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου εστιάζεται σε δυο κομβικά σημεία. Το πρώτο είναι η αλλαγή του μοντέλου απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων και το δεύτερο είναι το απαραίτητο μεταρρυθμιστικό κρεσέντο, που θα μετατρέψει την Ελλάδα σε προορισμό ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων. Διότι καλά είναι τα ευρωπαϊκά κρατικά κονδύλια, όμως καλύτερα είναι τα ξένα ιδιωτικά κεφάλαια.

Η αλλαγή του μοντέλου απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων, αφορά την ικανότητα της ελληνικής διοίκησης. Διότι στο παρελθόν οι επιδόσεις μας σε αυτό το πεδίο, για μια σειρά από λόγους, δεν ήταν πάντοτε οι επιθυμητές. Είναι ενδεικτικό ότι κατά την περίοδο 2016-2019 οι συνολικές δαπάνες των προγραμμάτων ΕΣΠΑ δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα 5 δισ. ευρώ.

Η πρόσφατη έκθεση του Κέντρου Ευρωπαϊκής Πολιτικής (European Policy Centre) και του γερμανικού ινστιτούτου Konrad Adenauer Stiftung, αναφορικά με τη συγκριτική αξιολόγηση πέντε εθνικών σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, επισημαίνει τις σαφείς αναφορές του Σχεδίου «Ελλάδα 2.0» στη συμπληρωματικότητά του με τα προγράμματα της Πολιτικής Συνοχής. Αν το σχέδιο αυτό συνδυαστεί με τη δημιουργία μιας δεξαμενής από σημαντικά και ώριμα προς χρηματοδότηση έργα, τότε ο κίνδυνος υποεκτέλεσης έργων θα εκλείψει.

Επομένως η αλλαγή του μοντέλου απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων, δεν είναι τίποτα άλλο από ολοκληρωμένα σχέδια, από ταχείς μηχανισμούς διαχείρισης και από ώριμα προς εκτέλεση έργα.

Το δεύτερο κομβικό σημείο είναι το απαραίτητο μεταρρυθμιστικό κρεσέντο, που θα προσελκύσει τις νέες ιδιωτικές επενδύσεις. Με την έκρηξη στο χώρο των τηλεπικοινωνιακών και ψηφιακών υποδομών, στο χώρο των μεταφορών και των logistics και στο χώρο της ενέργειας, η Ελλάδα θα παρουσιάζει ένα νέο τοπίο και πεδίο δράσης για τους νέους επενδυτές.

Αρκεί όμως, αυτό; Όχι! Διότι, πρέπει να αλλάξει ο τρόπος σκέψης και το πνεύμα δράσης, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Διότι δεν αρκεί απλά να ψηφιοποιηθούν οι διαδικασίες, ή οι έλεγχοι, ή οι αδειοδοτήσεις. Πρέπει να καταργηθούν μια σειρά από αναχρονιστικές διατάξεις που στρεβλώνουν το επενδυτικό οικοσύστημα. Οι βασικές αρχές της οικονομικής ελευθερίας όπως είναι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, η προστασία των επενδύσεων, η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, η εξάλειψη της διαφθοράς, το μικρό μέγεθος του κράτους, η χαμηλή πάσης φύσεως φορολόγηση της εργασίας, το ασφυκτικό ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο και άλλα πολλά, αποτελούν τα κομμάτια του παζλ, που πρέπει να τοποθετηθούν συντομότατα στις κατάλληλες θέσεις.

Διαφορετικά, όλα τα υπόλοιπα θα μοιάζουν με καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια για ιθαγενείς. Ο ανεπαρκής που προαναφέραμε, θα έχει γίνει για κάποιο χρονικό διάστημα, ένας πλούσιος ανεπαρκής. Που θα χάσει την ευκαιρία όχι μόνο να πλουτίσει περισσότερο. Αλλά θα απωλέσει και τον πλούτο που του προσφέρθηκε.