Βέρα Κριλόβα: Από ηρωίδα, εχθρός του λαού

Βέρα Κριλόβα: Από ηρωίδα, εχθρός του λαού
Βέρα Κριλόβα

Ήταν μόλις 21 ετών, όταν με το ξέσπασμα του πολέμου η νεαρή, όμορφη, κομσομόλκα, βρέθηκε τον Αύγουστο του 1941 να πολεμάει στις γραμμές του 586ου συντάγματος τυφεκιοφόρων. 

Ένα μήνα αργότερα για τις μάχες έξω από τη Γιέλνια, το σύνταγμά της τιμήθηκε με τον επίζηλο τίτλο «12ο επίλεκτο», ενώ η ίδια, ύστερα από τριάντα ημέρες παρασημοφορήθηκε με την Κόκκινη σημαία, για το πρώτο της ανδραγάθημα. 

Σύντομα, έγινε θρύλος μεταξύ των συμπολεμιστών της, συναντήθηκε με τον Στάλιν προσωπικά και με τις δικές του ευλογίες, σχηματίστηκε η μοναδική στο είδος της «γυναικεία ταξιαρχία τυφεκιοφόρων», ενώ για τα ανδραγαθήματά της δημοσιεύονταν εκτεταμένα ρεπορτάζ στις σοβιετικές εφημερίδες. 

Ο πόλεμος συνεχιζόταν, η Βέρα πολεμούσε, μα ξαφνικά την συνέλαβαν με την κατηγορία του σαμποτάζ και της κατασκοπίας και βρέθηκε στα χέρια των ανακριτών της Ν.K.V.D. 

Η μοίρα της, τα βάσανα και το τέλος της παραμένουν άγνωστα μέχρι τις μέρες μας. 

Γεννήθηκε η ηρωίδα αυτού του σημειώματος το 1920 στην παλιά πόλη Καίνσκι, στο σημερινό Κουϊμπίσεφ της Σιβηρίας. Ξεκίνησε τον εργασιακό της βίο ως παιδοκόμος - παιδαγωγός σε ένα παιδικό σταθμό της πόλης Τατάρσκ. Παιδί της εποχής της, κοσμομόλα με αρχές, διακρινόταν για τον πολιτικό μαξιμαλισμό της. Ήταν από τους πλέον ένθερμους ομιλητές της νεολαΐστικης κομμουνιστικής οργάνωσης, ενώ δεν παρέλειπε να εκτελεί το καθήκον της, ενημερώνοντας τους ανωτέρους της για την «κραυγαλέα κακοδιαχείριση της οικονομίας της περιοχής». Αυτό, βέβαια, δεν ήταν υποχρεωτικό να αρέσει σε όλους. Έτσι, την άνοιξη του 1941, λίγους μήνες πριν την έναρξη του πολέμου, η Κριλόβα απολύεται από τη δουλειά της «χωρίς γραπτή εντολή και αναιτιολόγητα». Η νεαρή ενθουσιώδης οικοδόμος του φωτεινού κομμουνιστικού μέλλοντος, χωρίς καθυστέρηση στέλνει επιστολή στον ηγέτη των λαών, στον σύντροφο Στάλιν.  

«Στην περιοχή μας, οι επικεφαλής της κομματικής οργάνωσης κάνουν πολιτικά λάθη, τα οποία πρέπει αμέσως να εξεταστούν και να επανέλθει η πολιτική στη σωστή πορεία, μαζί με το μεγάλο κόμμα μας» 

Ανάμεσα στα ανομήματα που κατήγγειλε η Βέρα ήταν ο μαζικός θάνατος των ζώων, λόγω κακής ποιότητας των ζωοτροφών, η μη εκπλήρωση των στόχων στη σπορά λόγω κακής συντήρησης των μηχανημάτων,  προβλήματα στη λειτουργία των φούρνων και στη διανομή του ψωμιού, η κλοπή τροφίμων από τον παιδικό σταθμό, χαλάρωση της εργασιακής πειθαρχίας και, κυρίως, κακή διαπαιδαγώγηση των νέων παιδιών. Κατέληγε μάλιστα η επιστολή της με τη φράση: «Στη Σοβιετική Ένωση αυτοί που δεν είναι δικοί μας δεν έχουν καμιά δουλειά, δεν θα τους επιτρέψουμε να μας βλάψουν». 

Χιλιάδες παρόμοιες επιστολές λάμβανε σε καθημερινή βάση τόσο η N.K.V.D. όσο και η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Για κάποιο άγνωστο λόγο, η επιστολή αυτή έφτασε στα χέρια του Στάλιν, ο οποίος έστειλε αμέσως στο Νοβοσιμπίρσκ, έναν από τους αφανείς του συνεργάτες, το πρόεδρο της Επιτροπής Κομματικού Ελέγχου Α. α. Αντρέγιεφ, κάθε επίσκεψη του οποίου σε οποιαδήποτε περιοχή σηματοδοτούσε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις του μηχανισμού κόμματος και κράτους. 

Ο Αντρέγιεφ επισκέφτηκε την περιοχή, διαπίστωσε πλήθος παραβάσεων και έκανε αυτό που ήξερε καλά: καθαίρεσε τον γραμματέα της κομματικής οργάνωσης, κάλεσε τη N.K.V.D. να ξεκαθαρίσει το τοπίο από τα «επιβλαβή στοιχεία» και παρασημοφόρησε τη Βέρα με την Κόκκινη σημαία για την επαγρύπνηση που επέδειξε και συνέβαλε στην αποκάλυψη και εξουδετέρωση κακοηθών κομματικών και κρατικών στελεχών. 

Μία ημέρα αργότερα, ξέσπασε ο πόλεμος κι έτσι ο γραμματέας της κομματικής οργάνωσης παρέμεινε στη θέση του, ενώ η Βέρα κατατάχθηκε εθελόντρια για το μέτωπο, όπου με προσωπική εντολή του Αντρέγιεφ, έγινε δόκιμο μέλος του κόμματος και ανέλαβε καθήκοντα εκπαιδευτή νοσοκόμων. 

Ως μέλος του 586ου συντάγματος τυφεκιοφόρων, της 5ης μεραρχίας, συμμετείχε στις μάχες, όπου το σύνταγμα τιμήθηκε με τον τίτλο «12ο επίλεκτο», ενώ στις 28 Νοεμβρίου 1941 με την υπ’ αριθμόν 326 διαταγή του διοικητή των στρατευμάτων του Δυτικού μετώπου, στρατηγού Γ. Κ. Ζούκοφ, η λοχίας υγειονομικού Κριλόβα «για την πρωτοβουλία και την τόλμη της» τιμήθηκε με το παράσημο της Πολεμικής Κόκκινης Σημαίας και ανέλαβε καθήκοντα διοικητή του λόχου υγειονομικού. 

Οι εφημερίδες άλλου που δεν ήθελαν. Άρχισαν να δημοσιεύουν ρεπορτάζ για τη ζωή τους, αναφέρθηκε μάλιστα και σε ανακοινωθέν του ΤΑΣΣ, το οποίο δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. 

Στην εφημερίδα μάλιστα του τόπου της, στις 8 Μαρτίου 1942 δημοσιεύτηκε και ένα απόσπασμα από ένα γράμμα που είχε στείλει στη μητέρα της. 

«Μαμά, αύριο το βράδυ να ριχτούμε στη μάχη. Να μου ευχηθείς να βρω ηρωίδα από αυτή τη μάχη. Αν σκοτωθώ, μην κλάψεις μαμά». 

Η μητέρα της όμως, η Αντωνίνα Ντενίσοβα, όλα τα παιδιά της οποίας είχαν πάει στον πόλεμο, δεν έκλαψε, γιατί ήταν η «μητέρα μίας επίλεκτης, της παρασημοφορημένης πολεμίστριας Βέρας Κριλόβα». 

Για τα ανδραγαθήματα όμως της Βέρας, έγραψε μέχρι και η εφημερίδα «Πράβντα», περιγράφοντας πως κατάφερε να σώσει πολλούς συμπολεμιστές της κατά τη διάρκεια των μαχών που έδινε η μονάδα της προκειμένου να αποφύγει την περικύκλωση. Αξίζει όμως να αναφέρουμε τα λόγια της εφημερίδας, γιατί θα μας χρειαστούν στη συνέχεια: «Η πολεμική δραστηριότητας της συντρόφισσας Κριλόβα μπορεί να γίνει παράδειγμα για τους άλλους, να εμπνεύσει τους πολεμιστές μας». Τον Σεπτέμβριο του 1942 η εφημερίδα «Κομσομόλσκαγια Πράβντα» έγραφε: «Σκοτώθηκαν τα δύο άλογά της. Της έφεραν τρίτο... Έτρεχε από τη μια ομάδα πολεμιστών στην άλλη και τους έστελνε όλους στο δάσος. Εκεί τα μούσκεψε. Αφαιρέθηκε και θεώρησε τους Γερμανούς για δικούς μας». 

Αυτή η τελευταία φράση, καθόρισε στη συνέχεια τη μοίρα της. 

Τα δημοσιεύματα όμως τις ηρωικές της πράξεις διαδέχονταν το ένα το άλλο. Η ίδια όμως είχε ένα και μόνο όνειρο: να δει από κοντά τον Στάλιν. Τον Οκτώβριο του 1942 συζητώντας με την συγγραφέα Λυδία Σεϊφούλινα, η Βέρα της εξομολογήθηκε την ιδέα της για τη δημιουργία γυναικείων μονάδων πεζικού. Η Σεϊφούλινα γνώριζε προσωπικά τον Στάλιν, ο οποίος εκτιμούσε πολύ τα πολεμικά της μυθιστορήματα και διηγήματα κι έτσι του έστειλε μία επιστολή παρακαλώντας τον να δεχτεί τη μικρή πολεμίστρια. 

«Η μικρή αυτή ηρωίδα, έχει μία μεγάλη επιθυμία, να σας συναντήσει έστω και μία φορά στη ζωή. Δεχτείτε την, σύντροφε Στάλιν. Αυτή είναι η δική μου τολμηρή παράκληση. Στη δική της προσωπική, ξεχωριστή ανθρώπινη μοίρα, η συμμετοχή σας έπαιξε τεράστιο ρόλο. Ο μηχανικός της ψυχής της είσαστε εσείς. Αφού παραλάβει το παράσημο, θα επιστρέψει στη μάχη και θα πάρει μαζί της τη μορφή σας». 

Στις 24 Οκτωβρίου 1942 η Βέρα, έγινε δεκτή αργά το βράδυ από τον Στάλιν, ο οποίος συνοδευόταν από τον γνωστό μας Αντρέγιεφ και τους Μπέρια και Μόλοτοφ. Στον Στάλιν άρεσε η ιδέα για τη δημιουργία γυναικείων μονάδων πεζικού και έδωσε εντολή να υλοποιηθεί η ιδέα. Μία εβδομάδα αργότερα ο Στάλιν μελέτησε το προσχέδιο της διαταγής και, κατά την προσφιλή του συνήθεια, έκανε παρατηρήσεις και διορθώσεις. 

Λίγο καιρό αργότερα, δημιουργήθηκε η πρώτη γυναικεία μεραρχία πεζικού αποτελούμενη από 6.983 γυναίκες, οι οποίες επιλέχθηκαν ανάμεσα στις 12.000 εθελόντριες, μέλη ή μη της Κομσομόλ, ηλικίας από 19 έως 26 ετών. Αξιωματικοί και υπαξιωματικοί της μονάδας ανέλαβαν 1000 γυναίκες που μεταφέρθηκαν από άλλες μάχιμες μονάδες. Η μεραρχία αποτελούνταν από συντάγματα πεζικού, πυροβολικού, υγειονομικού και εφεδρείας. Διοικητής ανέλαβε ο συνταγματάρχης Κοβαλένκο, ενώ η ηρωίδα μας με το βαθμό του ταγματάρχη επιμελητείας ανέλαβε τη διοίκηση της αντίστοιχης μονάδας. 

Όπως ήταν φυσικό, οι πολεμικοί ανταποκριτές της εποχής, αντιλαμβανόμενοι την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, άρχισαν να περιγράφουν τις σχεδόν υπερφυσικές δυνάμεις της Βέρας. Ένας μάλιστα έγραψε πως η νεαρή πολεμίστρια, πάλεψε σώμα με σώμα με τρεις Γερμανούς και κατάφερε να τους σκοτώσει. Η Βέρα ταίριαζε απόλυτα στις ανάγκες της προπαγάνδας τον καιρό του πολέμου: νεαρή, σοβιετική, ηρωική γυναίκα, παλεύει και νικάει. 

Το 1943 στην πατρίδα της το Νοβοσιμπίρσκ, η περιφερειακή επιτροπή της Κομσομόλ κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με τίτλο «Με πολεμικά ανδραγαθήματα στο μέτωπο και τα μετόπισθεν τιμούν τα μέλη της κομσομόλ τα 20 χρόνια από την ίδρυσή της», στο οποίο περιγραφόταν η δράση της λοχαγού επιμελητείας Βέρας Κριλόβα. 

Τον Μάρτιο του 1943 η αντισυνταγματάρχης Κριλόβα έστειλε μία επιστολή από το μέτωπο στο Συνέδριο των νέων εργατών, στην οποία μεταξύ των άλλων έγραφε: «Από τη δουλειά σας εξαρτάται η επιτυχία μας στο μέτωπο. Να θυμάστε τα λόγια του σύντροφου Καλίνιν: πρέπει να είστε πρώτοι στην παραγωγοί και πρώτοι στο μέτωπο». (Αυτό το σύνθημα θυμίζει το αλήστου μνήμης σύνθημα της ΚΝΕ: Πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα, ενώ την ίδια στιγμή τα μέλη αυτής της οργάνωσης πρωτοστατούσαν στις κινητοποιήσεις στα ΑΕΙ με ένα άλλο σύνθημα: Όχι στην εντατικοποίηση των σπουδών). 

Ας ξαναγυρίσουμε στην ηρωίδα μας. Η γυναικεία ταξιαρχία της Κριλόβα, αποτελούμενη από τέσσερα τάγματα, έπρεπε να είχε σχηματιστεί μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 1943 στην Στρατιωτική Περιοχή της Μόσχας, με έδρα το Οτσάκοβο. 

Η διαταγή για την αναζήτηση, επιλογή και στρατολόγηση των κατάλληλων γυναικών είχε ήδη φτάσει στα Στρατολογικά γραφεία όλης της χώρας. Η διαδικασία ήταν απλή: φόρτωναν τις επίλεκτες σε φορτηγά, τις μετέφεραν σε κάποια στρατιωτική μονάδα και εκεί τους έλεγαν να γράψουν μία αίτηση για εθελοντική συμμετοχή στον πόλεμο.

Η επιλογή ωστόσο ήταν σκληρή και απαιτητική. Η κατάλληλη υποψήφια θα πρέπει να ήταν εθελόντρια, να έχει ολοκληρώσει τουλάχιστον την τέταρτη τάξη του σχολείου, να ήταν πολιτικά και ηθικά άμεμπτη. Δεν επιλέγονταν γυναίκες που ήταν υποχρεωμένες να συντηρούν μικρά και παιδιά και ανίκανους προς εργασία γονείς, ανήκαν σε εθνικότητες που πολεμούσαν κατά της Ε.Σ.Σ.Δ. καταγόμενες από τη Δυτική Ουκρανία και τη Δυτική Λευκορωσία, καθώς επίσης και εκείνες που προέρχονταν από κατεχόμενες από τους Ναζί περιοχές. 

Η εκπαίδευση ήταν σκληρή, οι συνθήκες διαβίωσης άθλιες, μα οι γυναίκες αυτές έπρεπε μέσα σε τρεις μήνες να γίνουν μάχιμες και να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Η εκπαίδευση περιλάμβανε μαθήματα τακτικής, τοπογραφίας, ναρκοθέτησης, πρώτων βοηθειών, βολές με ατομικά όπλα, γυμναστική, πάλης σώμα με σώμα, πορείες 25 - 35 χιλιομέτρων με πλήρη εξάρτηση. Αξίζει να αναφέρουμε πως οι στρατιωτίνες του τάγματα πολυβολιστών, έπρεπε να μεταφέρουν το πολυβόλο «Μαξίμ» βάρους 60 κιλών. 

Τις παραμονές της μάχης στο Κουρσκ, η ταξιαρχία ετοιμαζόταν να λάβει μέρος στις επιχειρήσεις. Οι γυναίκες έλαβαν καινούργια στολή και εξοπλισμό. Η Κριλόβα όμως διατύπωσε αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα συμμετοχής των γυναικών, λέγοντας πως κάποιες μπορούν να συλληφθούν αιχμάλωτες και στη συνέχεια οι Γερμανοί να τις χρησιμοποιήσουν για προπαγανδιστικούς λόγους. 

Αυτό ήταν ένα δεύτερο λάθος της, το οποίο στη συνέχεια θα καθόριζε τη μοίρα της. 

Προς το παρόν, οι επιφυλάξεις της έγιναν δεκτές και με προσωπική απόφαση του Στάλιν, η γυναικεία ταξιαρχία εντάχθηκε στα στρατεύματα του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων (N.K.V.D.). με διοικητή τον συνταγματάρχη Σ. Ι. Αλεξάντροφ. Έτσι, από τις 8 Ιανουαρίου 1944 τα τρία ανεξάρτητα τάγματα ως μέρος της Επιχειρησιακής ομάδας του Κομισαριάτου άρχισε να πραγματοποιεί περιπολίες, να συμμετέχει σε κοινές ομάδες φρούρησης των σημείων ελέγχου, να ελέγχει την ταυτότητα των διερχομένων, να συλλαμβάνει δολιοφθορείς, κατασκόπους, φυγάδες από τα εργοστάσια, αλλά και να στήνει ενέδρες για ληστές. 

Οι γυναίκες της ταξιαρχίας συμμετείχαν σε εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στα μετόπισθεν του Δυτικού μετώπου, ωστόσο είχαν αρχίσει να έχουν τις πρώτες απώλειες και, κυρίως, αρκετές αυτοκτονίες λόγω των σκληρών συνθηκών της θητείας. Στις 19 Μαΐου 1944 κατά τη διάρκεια εργασιών στο στρατόπεδο, ανατινάχθηκε μία βόμβα του εχθρού, σκοτώνοντας 40 γυναίκες. 

Το καλοκαίρι του 1943 το σύνταγμα έλαβε τη διαταγή να πάει για ένα μήνα στο γειτονικό χωριό «Μπολσεβίκος» για να βοηθήσει στο θερισμό. Η Βέρα Κριλόβα όμως δεν ήταν πια εκεί. 

Το γεγονός που είχε βρεθεί σε περικύκλωση και είχε σωθεί από θαύμα, η ηττοπαθής άποψη πως η ταξιαρχία δεν ήταν έτοιμη να λάβει μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις, είχαν ήδη τραβήξει το ενδιαφέρον της στρατιωτικής αντικατασκοπίας. Πολλά πολλά χρόνια μετά την εξαφάνισή της, είδε το φως της δημοσιότητας ένα περίεργο έγγραφο, το οποίο υπέγραφε η πολιτική επίτροπος του συνάγματα, Συμεώνοβα, η οποία απλά «έδινε» στη Βέρα Κριλόβα βορρά στις εχθροπαθείς διαθέσεις του κοινού, κατηγορώντας την για αλκοολισμό, ερωτικό δεσμό με τον διοικητή της υποδειγματικής διμοιρίας Ζβονκόφ, πολιτική αγραμματοσύνη, χυδαιότητα και άλλα θανάσιμα αμαρτήματα. 

Η κατάδοση της Συμεώνοβα έφερε τα ποθητά αποτελέσματα. Τον Ιανουάριο, στην αναφορά του διοικητή της ταξιαρχίας συνταγματάρχη Αλεξάντροφ προς τον διευθυντή του Πολιτικού Τμήματος των Εσωτερικών Στρατευμάτων του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων, συνταγματάρχη Σκοροντούμοφ διαβάζουμε: «Ο διοικητής του ανεξάρτητου τάγματος πολυβολιστών υπολοχαγός Ζβόνκοφ, πολιτικά αγράμματος, επέδειξε ολιγωρία, είχε ερωτική σχέση με τη συλληφθείσα από τις υπηρεσίες του Λαϊκού Κομισαριάτου Εσωτερικών Υποθέσεων Κριλόβα, επέδειξε ηθικά μεμπτή διαγωγή στη καθημερινή ζωή και μετά τη σύλληψη της Κριλόβα Β. σύναψε ερωτική σχέση με την αδελφή της, Κριλόβα Ε. των διαβιβάσεων, η οποία συνεχίζει να την επισκέπτεται». 

Ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι καταθέσεων και καταδόσεων από τις συμπολεμίστριες της Κριλόβα, όπου η μία μετά την άλλη συναγωνίζονταν ποια θα γράψει για τα θανάσιμα αμαρτήματα της νεαρής κομσομόλας. 

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών των καταθέσεων ήταν πως η Κριλόβα είχε στρατολογηθεί από τον εχθρό, εξαπάτησε τον Ηγέτη, ήταν ακατάλληλη για πολεμικές επιχειρήσεις, είχε αναπτύξει κατασκοπευτική δράση, προσπάθησε να δηλητηριάσει το προσωπικό των μονάδων και αποπειράθηκε να προκαλέσει δολιοφθορά στην αμαξοστοιχία που τους μετέφερε στο μέτωπο. 

Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό που έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας, στο σημείωμα που βρίσκεται στο Κεντρικό Αρχείο της FSB, διαβάζουμε πως στις 19 Νοεμβρίου 1943 η Βέρα Κριλόβα συνελήφθη με απόφαση της Ειδικής Συνεδρίασης της N.K.V.D και καταδικάστηκε σε 3 χρόνια καταναγκαστικών έργων. Η Κριλόβα δεν αποκαταστάθηκε ποτέ γιατί είχε καταδικαστεί με βάση τα άρθρα 169 και 193 του Ποινικού Κώδικα (απάτες και τυμβωρυχία). Κοντολογίς, στην απόφαση δεν αναφέρεται τίποτα για κατασκοπία. 

Σύμφωνα με μαρτυρία συγγενούς της, «Η Βέρα πέθανε το 1951 στο Κρασνογιάρκσ. Η γιαγιά και προγιαγιά μου δεν γνώριζαν τίποτα για την τύχη της. Το 1951 όμως κάλεσαν την προγιαγιά μου στην επιτροπή πόλης του κόμματος και της ανακοίνωσαν πως η Βέρα είναι άρρωστη βαριά και πως μπορεί να την επισκεφτεί. Η γιαγιά μου ταξίδεψε στο Κρασονγιάρσκ και αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία τους συνάντηση. Λίγο αργότερα η Βέρα πέθανε». Ωστόσο, άλλες πηγές επιβεβαιώνουν πως η Βέρα Κριλόβα εκτελέστηκε. 

Τα νέα για τη σύλληψή της κυκλοφόρησαν γρήγορα. Όλοι άρχισαν να διατυπώνουν επιφυλάξεις για την πρώην ηρωίδα. Η ταξιαρχία διαλύθηκε. 5175 γυναίκες, εκ των οποίων οι 3892 ήταν απλές στρατιωτίνες, οι 986 υπαξιωματικοί και 297 αξιωματικοί, πέρασαν στην εφεδρεία. Πολλές επέστρεψαν σπίτια τους, άλλες μετατάχθηκαν σε μονάδες στα μετόπισθεν και ορισμένες στάλθηκαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου. 

Η σύλληψη της Κριλόβα, όπως ήταν φυσικό, ματαίωσε κάθε σκέψη για την έκδοση του βιβλίου της Λ. Ν. Σεϊφούλινα. Η συγγραφέας έπαθε νευρικό κλονισμό και για πολλά χρόνια δεν κατάφερε να γράψει ούτε μία φράση. Τα βιβλία της δεν εκδίδονταν πια και οι πρώτες επανεκδόσεις τους έγιναν μετά το θάνατό της το 1954. 

Μόλις το 1998 μία τοπική εφημερίδα, η «Εργατική ζωή» ανέφερε την Βέρα Κριλόβα δημοσίευσε το κείμενο ενός παλιού πολεμιστή με τις αναμνήσεις του. Αυτή είναι η μόνη αναφορά που έχουμε σήμερα. 

Η Βέρα Κριλόβα ήταν κόρη του αιώνα της. Πίστεψε στην έφοδο στους ουρανούς, στην οικοδόμηση του επί Γης παραδείσου, στο αλάνθαστο του Ηγέτη, στη μία, μοναδική και απόλυτη αλήθεια. Τελικά, το τέρας στο οποίο πίστεψε με την αφέλεια της νιότης, ήταν εκείνο που την καταβρόχθισε ανελέητα.