Βαρλάμ Σαλάμοφ: Κανείς δεν βγαίνει από τις φυλακές

Βαρλάμ Σαλάμοφ: Κανείς δεν βγαίνει από τις φυλακές

Ο Βαρλαάμ Τίχονοβιτς Σαλάμοφ γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου (5 Ιουλίου με το παλιό ημερολόγιο) στην επαρχιακή πόλη της βόρειας Ρωσίας, τη Βολογκντά το 1907, η οποία βρισκόταν στην ίδια απόσταση τόσο από την Μόσχα όσο και από την Πετρούπολη, τις δύο πρωτεύουσες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, της εποχής εκείνης.

Ο πατέρας του συγγραφέα, Τίχον Νικολάγιεβιτς, ιερέας, ήταν ο επιφανής παράγων της πόλης, γιατί όχι μόνο ιερουργούσε στην εκκλησία, αλλά είχε και έντονη κοινωνική δράση, υποστήριζε τις σχέσεις με τους εξόριστους επαναστάτες, έβγαζε πύρινους λόγους κατά του κινήματος των Μελανών Εκατονταρχιών, έδινε την δική του προσωπική μάχη για την εκπαίδευση του απλού λαού, για την μύησή του στις γνώσεις και τον πολιτισμό. Επί έντεκα σχεδόν χρόνια έζησε στην Αλάσκα ως ορθόδοξος ιεραπόστολος, ήταν άνθρωπος με ευρωπαϊκή κουλτούρα, με ανοιχτούς ορίζοντες της σκέψης του, πράγμα, που όπως ήταν φυσικό, του προκαλούσε διάφορα προβλήματα.

O κόσμος της νιότης, της ποίησης και των ελπίδων για τον Βαρλάμ Σαλάμοφ καταστράφηκε τόσο εύκολα, όσο και ο τεράστιος δικέφαλος αετός που αποκαθηλώθηκε από το αέτωμα του Γυμνασίου Αρρένων της Βολογκντά, στο οποίο φοίτησε ο συγγραφέας από το 1914 έως το 1918. Το 1923 ο Βαρλάμ Σαλάμοφ ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην δευτεροβάθμια τεχνική σχολή. Το 1924 εγκαταλείψει για πάντα «την πόλη της νιότης του», το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Το 1926 ο Σαλάμοφ γίνεται δεκτός στη σχολή Σοβιετικού Δικαίου του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ συμμετείχε ενεργά στα γεγονότα του 1927, 1928 και 1929 στην πλευρά της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Στις 19 Φεβρουαρίου 1929 συλλαμβάνεται επειδή μοίραζε με προκηρύξεις την «Τελευταία διαθήκη του Β. Ι. Λένιν».

Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ καταδικάζεται σε τριετή εγκλεισμό σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων και με ειδικό τμήμα μεταγωγών στάλθηκε στο στρατόπεδο Βισέρα, στην βόρεια περιοχή της οροσειράς των Ουραλίων Ορών. Στις 12 Ιανουαρίου 1937 ο Βαρλάμ Σαλάμοφ «ως πρώην οπαδός της Αντιπολίτευσης» συλλαμβάνεται και πάλι και καταδικάζεται «για αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» σε πενταετή φυλάκιση σε στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων ιδιαίτερα βαριάς χειρονακτικής εργασίας. Το 1943 του επιβάλλεται νέα ποινή για αντισοβιετική προπαγάνδα.: είχε αποκαλέσει τον Ιβάν Μπούνιν, ο οποίος είχε διαφύγει στο εξωτερικό «μεγάλο Ρώσο κλασσικό συγγραφέα». Η γνωριμία του με τους γιατρούς του στρατοπέδου αποδείχτηκε σωτήρια για τον συγγραφέα.

Χάρη στη βοήθειά τους, σπούδασε στη σχολή νοσηλευτών και εργάστηκε στο κεντρικό νοσοκομείο των κρατουμένων μέχρι την απελευθέρωσή του από το στρατόπεδο. Επέστρεψε στη Μόσχα το 1952 αλλά οι αρχές δεν του χορήγησαν άδεια παραμονής και έτσι υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην περιοχή Καλίνιν όπου εργάστηκε ως υπάλληλος σε εργοστάσιο παραγωγής τύρφης. Ο Βαρλάμ Σαλάμοφ αποκαταστάθηκε ως θύμα των διώξεων της σταλινικής τρομοκρατίας το 1954. Στη συνέχεια η μοναχική του ζωή ήταν αφιερωμένη στη συγγραφή. Η μοίρα δεν ήταν καλή με τον Σαλάμοφ. «Οι νύχτες της Κολιμά» δεν δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε. Ελάχιστα ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε ορισμένα λογοτεχνικά περιοδικά. Το καθεστώς δεν μπορούσε να τον συγχωρήσει.

Ήταν ένας ενοχλητικός αυτόπτης μάρτυς. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μισότυφλος, κωφός, χτυπημένος από τη νόσο του Πάρσκισον, τα πέρασε σε ίδρυμα αναπήρων της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο και ανυπεράσπιστος απέναντι στην απάνθρωπη σοβιετική κατασταλτική ψυχιατρική, η οποία με γνωματεύσεις ειδικών ιατρικών επιτροπών τον κρατούσε όμηρο. Ελάχιστοι άνθρωποι τον επισκέπτονταν τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Κυρίως νέα παιδιά, φοιτητές και λογοτέχνες που προσπαθούσαν να απαλύνουν τον πόνο του Βαρλάμ Σαλάμοφ. Πεθαίνει το 1982.

Στις 12 Ιανουαρίου με συνέλαβαν και αρχικά με ανέκρινε κάποιος δόκιμος που δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, ίσως Ρομάνοφ, ίσως Λιμάνοφ, ένας νεαρός, κοκκινομάγουλος δόκιμος που κοκκίνιζε κάθε φορά που με ρωτούσε κάποιο – ζήτημα αγγειοκινητικής – αρτηριακό παιχνίδι, όπως με τον Γκροντζένσκι, ο οποίος κοκκίνιζε από την κορυφή μέχρι τα νύχτια.

- Αυτό σημαίνει πως μπορείτε να γράψετε ότι το 1929 συμμεριζόσασταν αυτές τις απόψεις και πως σήμερα δεν τις αποδέχεστε;

- Ναι, ακριβώς.

- Και θα υπογράψετε;

- Φυσικά.

Ο αγγειοκινητικός ανακριτής έφυγε για λίγο, κάτι έδειξε σε κάποιον και το βράδυ με μετέφεραν στο κτίριο της οδού Λιουμπιάνκα 14, στο αρχηγείο της Μόσχας, όπου είχα ξαναβρεθεί εκεί πριν από οκτώ χρόνια και ήξερα όλους τους κανόνες και τις προοπτικές. Η Λιουμπιάνκα 14 είναι ένα “κυνοκομείο”, ένα σημείο συγκέντρωσης, απ’ όπου η έξοδος είναι είτε στην ελευθερία, πράγμα που συνέβαινε μερικές φορές, είτε στη Λιουμπιάνκα 2, πράγμα που σήμαινε πως είτε θεωρείται εγκληματίας κατά του κράτους, έμπειρος εχθρός υψίστης κατηγορίας, υποψήφιος για την εσχάτη των ποινών, είτε για την ανακριτική φυλακή Μπουτίρσκαγια, όπου θεωρείσαι εχθρός του λαού και θα αντιμετωπίσεις την απομόνωση με τα συν και τα πλην της.

Γι’ αυτό και η Μπουτίρκα σήμαινε πως θα ζήσεις, αλλά όχι πως θα είσαι ελεύθερος. Από τις φυλακές σαν την Μπουτίρκα δεν βγαίνει κανείς. Και όχι για να διαφυλαχθεί το κύρος του κράτους («Η ΓΚΕ.ΠΕ.ΟΥ δεν κάνει τυχαίες συλλήψεις») αλλά εξαιτίας της γραφειοκρατικής κίνησης εκείνου του θανάσιμου τροχού, τον οποίο δεν θέλουν, δεν ξέρουν, δεν μπορούν, δεν έχουν δικαίωμα, να του αλλάξουν ρυθμό περιστροφής, να αλλάξουν την πορεία του. Οι φυλακές σαν την Μπουτίρκα είναι ο τροχός του κράτους.

Ο ανακριτής Μπότβιν, ο οποίος είχε αναλάβει την υπόθεσή μου και την ολοκλήρωσε επιτυχώς, όχι οδηγώντας με στο στρατοδικείο, φυσικά, αλλά αφού με απείλησε με αυτό πολλές φορές, κατάφερε να ξεδιαλύνει όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες της Αντεπαναστατικής Τροτσκιστικής Δράσης. Εξάλλου, το στρατοδικείο ήταν το γράμμα Τ. Στην ίδια τη λέξη «στρατοδικείο» υπήρχε αυτό το θανατηφόρο γράμμα, αμφιβάλλω όμως αν ο ανακριτής Μπότβιν μπορούσε να καθορίσει το ειδικό βάρος που είχε στο σοβιετικό αλφάβητο αυτό το μυστικό σκοτεινό γράμμα, αντάξιο των μαγικών κύκλων, αντάξιο θεουργικών ερμηνειών. Ο ανακριτής Μπότβιν ήταν ράθυμος άνθρωπος, συνομήλικός μου, δούλευε πάνω στην υπόθεσή μου χωρίς να βιάζεται. Παρουσία μου διέκοπτε την ανάκριση και δεν έβαζε κανένα χαρτί στον φάκελό μου. Το πρόβλημα στέγασης, η έλλειψη γραφείων προκαλούσε πολλά προβλήματα στη λειτουργία της ΤΣΕ.ΚΑ. Ο Μπότβιν είχε ένα γραφείο για να δουλέψει μαζί μου συγκεκριμένες ώρες και στη συνέχεια τον έδιωχναν από εκεί σαν παλιόσκυλο.

Θα σε πετάξουμε έξω σαν παλιόσυκλο, αν μείνεις έστω και μία ώρα παραπάνω, άκουσα στον διάδρομο τη φωνή κάποιου υψηλόβαθμου αξιωματούχου.

Ο Μπότβιν δεν είχε μεγάλο βαθμό, γι’ αυτό και ως μοιραία κυνικός και τεμπέλης, προσπαθούσε να εξοικονομήσει χρόνο δουλεύοντας όταν ήμουν εκεί. Όλες οι βεβαιώσεις για την υπόθεσή μου ήταν στοιβαγμένες δίπλα στο γραφείο του. Τα πόδια μας ακουμπούσαν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Τόσο στενά ήταν τα γραφεία από την εποχή του Τζερζίνσκι. Μπορούσα να διαβάσω οποιαδήποτε αράδα από εκείνα τα έγγραφα που άπλωνε μπροστά μου χωρίς να βιάζεται και χωρίς να θέλει να βιαστεί. Τότε, ευχαρίστως κοίταξα και διάβασα τον ατομικό μου φάκελο από το 1929. Η σύλληψη, οι ανακρίσεις, ο φάκελος με τις καταθέσεις των μαρτύρων στην αρχή και στο τέλος της ανάκρισης και, τέλος, το τελευταίο φύλλο της υπόθεσής μου, την άρνηση να υπογράψω ότι ενημερώθηκα για την ποινή: τρία χρόνια στα στρατόπεδα και πέντε χρόνια εξορίας. Η σημείωση έγινε από το αδιάφορο χέρι του αξιωματικού υπηρεσίας. Ποιος ήταν τότε αξιωματικός υπηρεσίας στο αρχηγείο της Μόσχας στην πτέρυγα των αντρών; Διοικητής της φυλακής ήταν ο Άνταμσον, ποιος όμως ήταν αξιωματικός υπηρεσίας; Όχι, δεν έγινε στο αρχηγείο της Μόσχας, αλλά στο κέντρο μεταγωγών, όπου είχα κηρύξει απεργία πείνας. Με ποια αιτία; Δεν ήθελα να είμαι στο ίδιο κελί με αντεπαναστάτες και απαιτούσα να με μεταφέρουν σε κελιά όπου ήταν φυλακισμένοι στελέχη της αντιπολίτευσης.

Δεν σας φέραμε εδώ για ανάκριση, αλλά επειδή καταδικαστήκατε, μου είπε αδιάφορα ο αξιωματικός υπηρεσίας, και όντως μου έδειξε το απόσπασμα της δικαστικής απόφασης στο ίδιο εκείνο χαρτί όπου υπήρχε η πολύτιμη σημείωση με τον γραφικό χαρακτήρα κάποιου, η δική μου σημείωση: «Αρνήθηκα να υπογράψω».

Ο Μπότβιν διάβαζε χωρίς να βιάζεται τον ατομικό μου φάκελο και κάποια στιγμή διάβασε μία απειλητική σημείωση: «Να αρχειοθετηθεί». Αυτό σήμαινε ότι ο φάκελος θα φυλασσόταν αιώνια. Το ήξερα έτσι κι αλλιώς. Κάτι άλλο όμως ενδιέφερε τον Μπότβιν. Το μόνο που είχε ενδιαφέρον γι’ αυτόν ήταν να κλείσει όσο το δυνατόν αρτιότερα αυτή την υπόθεση, η οποία, εκείνη την εποχή, είχε απεριόριστες προοπτικές. Ο Μπότβιν ερχόταν πάντα με κάποια αναφορά, κρατώντας στα χέρια του ολόκληρα πακέτα εγγράφων. Μαζί με τον κυνισμό και την τεμπελιά του, ξεχώριζε και ο προσήκων υπηρεσιακός ζήλος, η επιθυμία να μην παραλείψει κάτι, να μην κάνει βήμα πίσω σε τούτη την ένδοξη πορεία του. Ήθελε να εκμεταλλευτεί στο έπακρο την τεχνική.

- Απλώνει τα χέρια στο κόμμα, φώναξε Μπότβιν...

- Ποιος;

- Εσείς;

Κάποιος από τους ανώτερους είχε βάλει στο έγγραφο τελείες, παύλα... Ξαφνικά άλλαξε τόσο το πλάνο, όσο και ο ρυθμός της ανάκρισης. Αφού παρέλαβε τον παλιό ατομικό μου φάκελο, ανακρίθηκαν ξανά όλοι οι μάρτυρες της υπόθεσής μου, με προοπτική πλέον όχι την εξορία, αλλά το στρατοδικείο. Ο αριθμός των μαρτύρων στην υπόθεσή μου ήταν εκείνος ο ελάχιστος, ο οποίος σήμερα είναι πολύ καλύτερος από τον μέγιστο. Όλοι ήταν συνάδελφοι – ο Γκουσιατίνσκι, ο Σούμσκι, ανακρίθηκαν ξανά. Ο Γκουσιατίνσκι παρέθεσε πλήθος γεγονότων, πήγε στο Κίεβο, όπου εγκωμίασε τον Γιεφίμοφ, τον διευθυντή του Βιομηχανικού Ινστιτούτου και έβρισε όλους τους έντιμους λενινιστές. Όλα αυτά του φάνηκαν ύποπτα και ενημέρωσε επισήμως ποιος με σύστησε στη διεύθυνση. Ο Σούμσκι δεν άλλαξε καθόλου την κατάθεσή του, είπε ακριβώς ό,τι είχε πει και στην πρώτη ανάκριση. Ο Σούμσκι κάθε άλλο παρά δειλός αποδείχτηκε. Πολύ μεγάλες ήταν οι αλλαγές στην κατάθεση της συζύγου μου, μα την ουσία τους την γνωρίζω μόνο εξ όσων μου είπε ο Μπότβιν: «Να, ακόμη και η σύζυγός σας λέει πως ήσαστε ενεργό μέλος της αντιπολίτευσης, αλλά το κάνατε στα κρυφά, βάζετε διάφορα προσωπεία. Έτσι, που λέτε». Δεν βρέθηκε όμως τέτοια κατάθεση.

Εγώ όμως τους βόλευα και ως συνεργός.

Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, ρώτησα τη σύζυγό μου.

- Τι σ’ έβαλαν να γράψεις στην κατάθεσή σου; Τι παραπάνω θα μπορούσες να πεις το 1937;

- Στην κατάθεσή μου είπα: φυσικά, δεν μπορώ να πω με τι ασχολούνταν όταν απουσίαζα, κατά την παρουσία μου όμως δεν είχε καθόλου τροτσκιστική δράση.

- Εξαιρετικά.

- Μία φορά τον μήνα θα συναντιέσαι με τον Παστερνάκ, θα έρχεσαι εδώ, ας πούμε, μία φορά την εβδομάδα.

- Ο Παστερνάκ, είπα, με χρειάζεται πιο πολύ, απ’ ότι εγώ εκείνον. Ο Παστερνάκ μου έδωσε ό,τι είχε να μου δώσει στα πρώτα του ποιήματα, στη συλλογή «Οι αδελφές της ζωής μου». Ο Παστερνάκ δεν μου χρωστάει τίποτα.

Δώσε μου τον λόγο της τιμής σου ότι θα αφήσεις τη Λιόνοτσκα στην ησυχία σου, ότι δεν θα καταστρέψεις τα ιδανικά της. Τη μεγάλωσα μόνη μου, το υπογραμμίζω αυτό, σύμφωνα με τις κρατικές παραδόσεις και δεν θέλω να πάρει κανέναν άλλο δρόμο. Το γεγονός ότι σε περίμενα 14 ολόκληρα χρόνια μου δίνει το δικαίωμα να στο ζητήσω αυτό.

- Αυτό δα έλειπε, είναι μία υποχρέωση που έχω και δεν την αρνούμαι. Τι άλλο;

- Αυτή δεν ήταν η σημαντικότερη, το κυριότερο είναι ότι πρέπει να τα ξεχάσεις όλα.

Ποια όλα;

- ...Να, πρέπει να ξαναρχίζεις να ζεις φυσιολογικά...

Ο δρόμος προς την κόλαση

Το ατμόπλοιο «Κούλου» ολοκλήρωσε το ταξίδι του στον όρμο Ναγκάγιεβο στις 14 Αυγούστου 1937. Μετέφερε μία μεγάλη ομάδα «εχθρών του λαού» για σαράντα πέντε μερόνυχτα. Η ζεστή ησυχία των καλοκαιρινών νυχτών, η βαθιά χαρά εκείνων που μετέφεραν σε θερμαινόμενα βαγόνια των τριάντα έξι κρατουμένων. Οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι σαν μικρά παιδιά όταν ο ζεστός αέρας που έμπαινε από όλες τις χαραμάδες του βαγονιού, έκαιγε τη χλωμή τους επιδερμίδα ύστερα τη φυλακή. Η ανάκριση είχε ολοκληρωθεί. Τώρα πια είχε ξεκαθαρίσει η κατάστασή τους, τώρα πια κατευθύνονταν προς τη χρυσή Κολιμά, στα απομακρυσμένα στρατόπεδα, όπου, σύμφωνα με τις φήμες, ήταν παραδεισιένια η διαμονή. Μόνο δύο άνθρωποι σε όλο το βαγόνι δεν χαμογελούσαν, εγώ (ήξερα τι θα πει απομακρυσμένο στρατόπεδο) και ένας κομμουνιστής της Σιλεσίας, ο Γερμανός Βέμπερ, ένας κρατούμενος της Κολιμά, τον οποίον είχαν πάει στη Μόσχα για να δώσει κατάθεση. Όταν κόπασαν τα γέλια, τα νευρικά γέλια των κρατουμένων, ο Βέμπερ μου έγνεψε με τη μαύρη γενειάδα του και είπε: «Είναι παιδιά. Δεν ξέρουν ότι τους οδηγούν στη φυσική εξόντωση».

Θυμάμαι ακόμη το Ομσκ με τα καταπληκτικά λουτρά, με τον στρατιωτικό ιατρικό ελεγκτή, όπου πλυμένοι, φορώντας τα υγρά ύστερα την απολύμανση ρούχα, που μύριζαν λυσόλη, ήμασταν ξαπλωμένοι σε κάποια αυλή και κοιτούσαμε τον ζεστό φθινοπωρινό ήλιο, περικυκλωμένο από σταχτιά σύννεφα. Τα φύλλα των δέντρων ήταν πορφυρά. Μας είχε πλησιάσει ένας υπολοχαγός της N.K.V.D., χοντρός, ξυρισμένος, με περασμένα τα μεγάλα του δάχτυλα στη δερμάτινη ζώνη, η οποία μετά βίας συγκρατούσε τη μεγάλη του κοιλιά. Ήταν ο «εκπρόσωπος» της N.K.V.D. που συνόδευε την ομάδα μεταγωγής. Μας ρώτησε αν έχουμε παράπονα. Όχι, δεν κάναμε παράπονα, γιατί ξέραμε πως ο υπολοχαγός δεν ήρθε να μας δει για να ακούσει παράπονα. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά την πρησμένη από το λίπος μούρη του και τις χλωμές, αποστεωμένες φιγούρες μα και τα κατεβασμένα βλέμματα των κρατουμένων, το θυμάμαι πολύ καλά.

- Εσείς, για παράδειγμα, είπε, σκουντώντας με τη γυαλισμένη μπότα του, τον κρατούμενο που ήταν δίπλα μου, τι κάνετε όταν ήσαστε ελεύθερος;

- Ήμουν υφηγητής μαθηματικών σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.

Λοιπόν, κύριοι υφηγητές, μάλλον δεν θα ξαναγυρίσετε στη δουλειά σας. Θα κάνετε πια άλλη δουλειά, πιο χρήσιμη...

Όλοι ήταν σιωπηλοί. Ο υπολοχαγός συνέχιζε να αναπτύσσει τη σκέψη του.

Φυσικά, δεν μπορώ να συμβουλεύσω την κυβέρνηση, το κράτος, μα αν με ρωτούσαν τι να κάνουν μ’ εσάς, θα τους έδινε την παρακάτω συμβουλή: θα πρέπει να τους πάτε σε κάποιο νησί του Βορρά, φερ’ ειπείν στο νησί Βράνγκελ, και να τους αφήσετε εκεί, διακόπτοντας κάθε επικοινωνία. Το πρόβλημα θα λυνόταν αμέσως. Σας πάνε όμως στα χρυσωρυχεία, θέλουν θα δουλέψετε στις στοές. Θα δουλέψετε, λοιπόν, κύριοι υφηγητές...

- Κι εσύ γιατί είσαι εδώ; ρώτησε ο υπολοχαγός στρεφόμενος προς τον Βολόντια Ιβανόφ, ένα κοκκινομάλλη γεμάτο τατουάζ από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η συμπόνια ήταν αισθητή στη φωνή του υπολοχαγού.

Εγώ είμαι τρόφιμος του σωφρονιστικού καταστήματος Μπολσέφσκαγια. Με το άρθρο 58. Συνεργός.

- Ααα...

Και συνέχισε ο υπολοχαγός τον δρόμο του.

Θυμάμαι το αμπάρι του ατμόπλοιου, όπου ήρθε στην παρέα μας κάποιος Χρενόφ, ένας πρησμένος και αργός τύπος. Ο Χρενόφ δεν είχε πράγματα μαζί του για την Κολιμά. Είχε όμως ένα βιβλίο με ποιήματα του Μαγιακόφσκι, στο οποίο είχε αφιέρωση του ποιητή. Σε όσους ήθελαν έβρισκε τη σελίδα και τους έδειχνε «Το αφήγημα του Χρενόφ για τις οικοδομές του Κουζνιέτσκ» και διάβαζε:

Ξέρω πως η πόλη θα χτιστεί.

Ξέρω πως οι κήποι θα ανθίζουν.

Όταν τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν

στην χώρα των σοβιέτ!

Ο Χρενόφ υπέφερε από βαριά καρδιοπάθεια. Στην Κολιμά όμως έστελναν κουτσούς, εβδομηντάχρονους αλλά και φυματικούς στο τελευταίο στάδιο. Δεν υπήρχε έλεος για τους «εχθρούς του λαού». Η βαριά ασθένεια έσωσε τον Χρενόφ. Έζησε ως ανάπηρος μέχρι το τέλος της ποινής του, αποφυλακίστηκε και πέθανε στην Κολιμά ως ελεύθερος επαγγελματίας. Ήταν ένας από τους ελάχιστους «τυχερούς».

Γιατί δεν ξέρω αν είναι τύχη το να γλιτώσεις ύστερα από τόσα δεινά και βάσανα ή να προλάβεις να πεθάνεις από τις κακουχίες.

Θυμάμαι πολύ καλά πώς τελείωσε η πέμπτη διαδρομή του «Κούλου».

Στον όρμο Ναγκάγιεβο το ατμόπλοιο έφτασε τη νύχτα και αποφάσισαν η αποβίβαση να γίνει το πρωί. Το πρωί βρήκα στο κατάστρωμα, έριξα μία ματιά γύρω μου κι αμέσως η καρδιά μου σφίχτηκε από την ταραχή.

Είχε ψιλόβροχο. Στην ακτή φαίνονταν διάφοροι γυμνοί λόφοι, τυλιγμένοι με σταχτιά σύννεφα. Τα παραπήγματα ήταν κυκλωμένα με συρματόπλεγμα. Ο δρόμος που χανόταν μακριά στον ορίζοντα, ανάμεσα σε αναρίθμητους λοφίσκους... Τρεις ημέρες μείναμε στο κέντρο μεταγωγών, μέσα σε αντίσκηνα, μουσκεμένα από την αδιάκοπη βροχή. Δουλεύαμε στην κατασκευή δρόμου προς τον όρμο Βεσιόλαγια. Φορτώναμε τα φορτηγά, ο δρόμος ήταν ανάμεσα στα βουνά, ανέβαινε ολοένα και πιο ψηλά και σε κάθε στροφή η παγωνιά δυνάμωνε, ο αέρας λιγόστευε και στις 20 Αυγούστου μας έφεραν και μας ξεφόρτωσαν στο χρυσωρυχείο «Παρτιζάνος» της Βόρειας Διεύθυνση Ορυχείων.

Γιατί όμως θυμάμαι πως ήταν το πέμπτο δρομολόγιο του ατμόπλοιου «Κούλου» το 1937;

Γιατί, κατά τη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων, θυμόμουν αυτές τις ατελείωτες καταμετρήσεις, τις οποίες αποκαλούσαν «επιθεωρήσεις στρατηγού». Γιατί, κατά την μεταγωγή από το ένα μέρος στο άλλο, από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, κάθε φορά μας καταμετρούσαν με τον ίδιο τρόπο.

Ο κρατούμενος στο στρατόπεδο κάθε μέρα του Θεού είναι υποχρεωμένος να απαντήσει σε μερικές ερωτήσεις.

Επίθετο;

Όνομα, πατρώνυμο;

Άρθρο;

Ποινή;

Πότε έφτασες στην Κολιμά;

Με ποιο ατμόπλοιο;

Με ποιο δρομολόγιο;

Οι τελευταίες τρεις ερωτήσεις γίνονταν στους ελέγχους. Οι πρώτες, αρκετές φορές καθημερινά.

Στον άνθρωπο δεν αρέσει να θυμάται τ’ άσχημα. Πιο συχνά θυμάται τα καλά. Αυτός είναι ένας από τους σοφούς νόμους της ζωής, ένα στοιχείο προσαρμογής, μία λείανση των οξειών γωνιών. «Αν ο καθένας αντιμετωπιζόταν κατά τα πεπραγμένα του, τότε ποιος θα γλίτωνε τα χαστούκια». Τα λόγια αυτά του Άμλετ δεν είναι κάποιο αστείο, κάποιο ευφυολόγημα. Αν ο άνθρωπος δεν ήταν σε θέση να ξεχνάει, ποιος θα μπορούσε να αντέξει τη ζωή. Η τέχνη της ζωής είναι η τέχνη της λησμονιάς.

Να γιατί καμία φιλία δεν μπορεί να ανθίσει σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Κανείς δεν θέλει να θυμάται τις πολύ δύσκολες συνθήκες. Η φιλία ανθίζει σε καταστάσεις «μεσαίων βαρών», όταν υπάρχει ακόμη αρκετό κρέας στα κόκαλα του ανθρώπου. Το τελευταίο κρέας μπορεί να θρέψει μόνο δύο αισθήματα: την κακία ή την αδιαφορία. Όλα όσα πρόκειται να αφηγηθώ, μοιραία θα είναι εξωραϊσμένα.

Ο χρόνος το μόνο που κάνει είναι οι πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων.

Στη Μόσχα συνέχιζαν να σκοτώνουν: τον Τουχασέφσκι, τον Γιακίρ, τον Ντζιντζιγιέφσκι, τον Σμίντ. Ο Γιεζόφ μίλησε στη σύνοδο της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής και η ομιλία του αφορούσε τα στρατόπεδα εργασίας λέγοντας πως έχει «χαλαρώσει η πειθαρχία» σε αυτά, στα άρθρα των εφημερίδων ολοένα και πιο συχνά υπήρχαν φράσεις για την «φυσική εξόντωση του εχθρού», για την «αναγκαιότητα εξόντωσης των τροτσκιστών», το χρυσωρυχείο στο οποίο φτάσαμε, ζούσε ακόμη την προηγούμενη «ευτυχισμένη» του ζωή. Στους αφιχθέντες μοίρασαν τις νέες χειμερινές στολές. Στο τσαγκαράδικο υπήρχε ένα βαρέλι με λίπος ψαριού απ’ όπου παίρναμε την αλοιφή. Οι νεοφερμένοι πήραν τριήμερη άδεια, άρχισαν να μαθαίνουν την «παραγωγή» – στοά, φτυάρι, λοστός, σιδηρογραμμές και καρότσι.

«Η μηχανή της Ειδικής Διάσκεψης είναι δύο χερούλια και ένας τροχός»

Το ιατρείο ήταν άδειο. Οι νέοι δεν ενδιαφέρονταν γι’ αυτή την υπηρεσία. Η δουλειά ήταν να ανοίγεις τρύπες, εκρήξεις, χειρωνακτική μεταφορά στη στοά, απ’ όπου μετέφερναν με κάρα στον ιμάντα, εκεί όπου γινόταν η πλύση. Βαριά δουλειά, μπορούσες όμως να κερδίσεις πολλά χρήματα – μέχρι δέκα χιλιάδες ρούβλια έναν καλοκαιρινό μήνα. Τον χειμώνα λιγότερα. Στις μεγάλες παγωνιές, όταν η θερμοκρασία έπεφτε κάτω από τους 50 βαθμούς δεν δούλευαν. Το καλοκαίρι δούλευαν δέκα ώρες την ημέρα με μία αργία κάθε δέκα ημέρες. Η άδεια «μαζευόταν» και «χορηγούνταν» προκαταβολικά από την Πρωτομαγιά μέχρι την 7η Νοεμβρίου. Τον Δεκέμβριο δουλεύουν έξι, τον Ιανουάριο τέσσερις, τον Φεβρουάριο έξι, τον Μάρτιο 7, τον Απρίλιο 8, τον Μάιο και όλο το καλοκαίρι δέκα ώρες.

Αν δουλέψετε καλά, θα μπορέσετε να στείλετε στο σπίτι λεφτά, έλεγαν στους νεοφερμένους οι «ελεγκτές» κατά τη διάρκεια των ξεναγήσεων.

Το συσσίτιο ήταν τριών ειδών – των σταχανοβιτών, των πρωτοπόρων και το παραγωγικό. Στους σταχανοβίτες έδιναν ένα κιλό ψωμί και καλή σούπα. Όταν εκπλήρωνες κατά 110% το πλάνο σου, τότε έδιναν το πρωτοποριακό συσσίτιο και από το 100% το παραγωγικό που ήταν οκτακόσια γραμμάρια ψωμί και λιγότερο φαγητό.
Ο ιατρικός έλεγχος γινόταν για την κατάταξη σε τέσσερις κατηγορίες.

Η τέταρτη ήταν οι υγιείς, η τρίτη οι όχι απολύτως υγιείς, αλλά εκείνοι που μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία.

Η δεύτερη ήταν η ελαφρά χειρωνακτική εργασία.

Η πρώτη ήταν οι ανάπηροι.

Ο κρατούμενος που ανήκε στη δεύτερη ομάδα είχε δικαίωμα έκπτωσης 30%. Γι’ αυτό και εμφανίστηκαν οι «αρρώστιες των σταχανοβιτών», τις οποίες είχαν εκείνοι που δούλευαν σε βοηθητικές εργασίες και είχαν έκπτωση κατά τον υπολογισμό του συσσιτίου.

Η πιο ασύμφορη ομάδα ήταν η τρίτη. Συνήθως ήταν η ομάδα των ανθρώπων που έκαναν πνευματικές εργασίες. Τέτοιες δουλειές είναι εκείνες που λέγονταν Μπερζίνσκιγιε και οι οποίες υπήρχαν όταν φτάσαμε στο χρυσορυχείο «Παρτιζάνος». Στη Μόσχα όμως είχε ήδη αποφασιστεί η μοίρα του Μπερζίν. Ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσονται και να αποστέλλονται οι νέες διαταγές για το νέο κρασί που θα έμπαινε σε παλιά μπουκάλια. Ήταν ήδη έτοιμη η εγκύκλιος για το πώς θα αλλάξουν τα παλιά μπουκάλια. Όλα αυτά τα έφεραν στην Κολιμά ύστερα από εμάς οι ταχυδρόμοι. Η πειθαρχία ήταν τέτοια που δεν μπορούσε ούτε καν μία τρίχα να πέσει από τα μαλλιά του κρατούμενου, αν η Μόσχα δεν έδινε τη σχετική διαταγή. Η Μόσχα τα ήξερε όλα και αποφάσιζε τη μοίρα κάθε ενός χωριστά για όλα τα εκατομμύρια των κρατουμένων. Η απόφαση ελήφθη στο κέντρο και αμέσως εστάλη υπηρεσιακώς προς τα κάτω, στην περιφέρεια.

Τι λειτουργούσε σ’ αυτή την περίπτωση; Η αλυσιδωτή αντίδραση ή ο νόμος τις τριβής; Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Όλοι φοβούνται και όλοι εκτελούν τις άνωθεν εντολές. Όλοι προσπαθούν να τις εκτελέσουν. Και να αναφέρουν πως τις εκτέλεσαν. Φυσικά, η ζωή και ο θάνατος εδώ είναι πιο ρεαλιστικοί.

Ένας τρομοκρατημένος δημοσιογράφος στη Μόσχα έγραφε ένα απειλητικό άρθρο για την εξόντωση των εχθρών και στην Κολιμά ένας ποινικός άρπαζε τον λοστό και σκότωνε τον γέρο «τροτσκιστή» κι έτσι τον θεωρούσαν «φίλο του λαού». Στο κέντρο του ορυχείου υπήρχε ένα αντίσκηνο, το οποίο έδειχναν σε κάθε νεοφερμένο με ιδιαίτερο σεβασμό. Εκεί ζούσαν 75 κρατούμενοι «τροτσκιστές», οι οποίοι αρνούνταν να πάνε στα καταναγκαστικά έργα. Τον Αύγουστο τους έδιναν το παραγωγικό συσσίτιο. Τον Νοέμβριο τους εκτέλεσαν.

Από τις αναμνήσεις του συγγραφέα Βαρλάμ Σαλάμοφ (1907-1982) «Περί Κολιμάς». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο: Βαρλάμ Σαλάμοφ, Νέο βιβλίο: αναμνήσεις, σημειωματάρια, αλληλογραφία, δικαστικοί φάκελοι, εκδόσεις ΕΚΣΜΟ, Μόσχα 2004.