Το ενεργειακό σοκ φέρνει νέες τιμές - στόχους για τα Χρηματιστήρια
Shutterstock
Shutterstock

Το ενεργειακό σοκ φέρνει νέες τιμές - στόχους για τα Χρηματιστήρια

Καθώς συμπληρώνεται σχεδόν ένας μήνας πολέμου στο Ιράν, τίποτα δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο για τη συνέχεια με αποτέλεσμα να είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ, τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την παγκόσμια οικονομία. Οι αναλυτές παίρνουν στα χέρια τους τα πρώτα οικονομικά στοιχεία για τον μήνα Μάρτιο, ωστόσο θα χρειαστούν μερικές εβδομάδες ακόμη για να ξεκαθαρίσει κάπως το τοπίο.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Oxford Economics εκτιμά ότι η τιμή του Brent θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 113 δολάρια το βαρέλι στο β’ τρίμηνο, με τον πληθωρισμό να αναθερμαίνεται στην Ευρωζώνη στο 3% και την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού ΑΕΠ να περιορίζεται στο 0,8% το 2026. Όμως η πιο κρίσιμη πρόβλεψη του οίκου αναφέρει ότι οι τιμές του πετρελαίου θα επανέλθουν στην προ κρίσης εκτιμώμενη πορεία το… μακρινό 2028.

Μακρινό διότι το ενεργειακό σοκ έχει ήδη επιφέρει σημαντικό πλήγμα στο καταναλωτικό, οικονομικό και επενδυτικό κλίμα. Ένα τραύμα που θα μείνει ανοιχτό για ενάμιση ακόμα χρόνο στην περίπτωση που επιβεβαιωθεί ο βρετανικός οίκος, με φόντο την ακραία αβεβαιότητα που περιβάλλει το outlook των ενεργειακών τιμών στη δεδομένη χρονική στιγμή.

Οι ανατιμήσεις που αναμένονται στο επόμενο διάστημα εκτιμάται ότι θα περιορίσουν την καταναλωτική δαπάνη, παράλληλα με τις επενδύσεις. Γι’ αυτό το λόγο η προ κρίσης πρόβλεψη για ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 3%, υποβαθμίζεται πλέον σε 2,6% το 2026, χαμηλότερα δηλαδή από τις επιδόσεις της τελευταίας τριετίας.

Στις ΗΠΑ, η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης εκτινάχθηκε σε περίπου 4 δολάρια το γαλόνι την Πέμπτη, με ιστορικό υψηλό τα 5,016 δολάρια που καταγράφηκε τον Ιούνιο του 2022. Τότε η τιμή του Brent διαμορφωνόταν λίγο πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι και του WTI στα 116 δολάρια.

Οι ειδικοί εκτιμούν πως δεν αποκλείεται να δούμε νέα ιστορικά υψηλά στις τιμές των καυσίμων σε Αμερική και Ευρώπη, ειδικά στο σενάριο που ο πόλεμος συνεχιστεί για μήνες. Είναι ένα σκηνικό που θα μπορούσε κάλλιστα να πυροδοτήσει μία σοβαρή διόρθωση στις αγορές, καθώς θα αυξάνονταν εκθετικά οι ανησυχίες για τα εταιρικά κέρδη.

Το επίπεδο των 120 δολαρίων θεωρείται κομβικό από τους αναλυτές, καθώς είναι το σημείο το οποίο η Fed θα αρχίσει να εστιάζει περισσότερο στην απειλή της ύφεσης και λιγότερο στον κίνδυνο αναθέρμανσης του πληθωρισμού. Ο επικεφαλής αναλυτής της Moody’s, τόνισε την περασμένη εβδομάδα πως αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν υψηλές για εβδομάδες και όχι για μήνες, η ύφεση ενδεχομένως να αποδειχθεί αναπόφευκτη.

Το ένα σενάριο που εξετάζουν οι αναλυτές είναι ακριβώς αυτό: η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών του πετρελαίου πλήττει τόσο ισχυρά τους καταναλωτές, που η οικονομία πέφτει σε ύφεση και η χρηματιστηριακή διόρθωση βαθαίνει. Η ύφεση με τη σειρά της θα φέρει πτώση της ζήτησης και στη συνέχεια θα κυριαρχήσουν αποπληθωριστικές πιέσεις. Το ενεργειακό σοκ θα μπορούσε, λοιπόν, να αποδειχθεί βραχυπρόθεσμα πληθωριστικό και μακροπρόθεσμα αποπληθωριστικό.

Είναι το σημείο στο οποίο οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να λάβουν πολύ κρίσιμες αποφάσεις για τα επιτόκια, αφού η οικονομία θα χρειάζεται ώθηση και επομένως χαμηλότερο κόστος χρήματος.

Εξαιτίας της αυξημένης αβεβαιότητας η JPMorgan προχώρησε στην υποβάθμιση της τιμή-στόχου για τον S&P 500 στις 7.200 μονάδες, από 7.500 μονάδες προηγουμένως. Η αμερικανική τράπεζα δίνει περιθώριο ανόδου της τάξης του 11% από το κλείσιμο της Πέμπτης 26/3, ωστόσο δεν αποκλείει βραχυπρόθεσμη διόρθωση. Σύμφωνα με την JPMorgan, ο S&P 500 ενδέχεται να υποχωρήσει έως τις 6.000 μονάδες στην περίπτωση που οι αναταράξεις ενταθούν.

Πιο αισιόδοξη εμφανίζεται η Barclays, η οποία την περασμένη Τρίτη προχώρησε στην αναβάθμιση της τιμής-στόχου για τον S&P 500 στις 7.650 μονάδες, από 7.400 μονάδες προηγουμένως, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου 18% από το τρέχον επίπεδο. Η Barclays θεωρεί πως τα ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα του τεχνολογικού κλάδου και η ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη θα αντισταθμίσουν τον αντίκτυπο των μακροοικονομικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Η μέση τιμή-στόχος για τον S&P 500 τον Μάρτιο του 2027, με βάση τις τιμές στόχους για κάθε μετοχή του δείκτη και σύμφωνα με την FactSet Research, είναι στις 8.338 μονάδες, ήτοι 28% υψηλότερα από ήμερα. Μόνο που βασίζεται στην προσδοκία ότι συνολικά τα κέρδη των εισηγμένων θα αυξηθούν κατά 16,3% το 2026. Είναι σαφές ότι οι εκτιμήσεις για τα εταιρικά κέρδη θα αναθεωρηθούν από όλους τους οίκους στην περίπτωση που οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν στα ύψη για μεγάλο χρονικό διάστημα.