Η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα δύο βασικά προβλήματα τα οποία προκαλούν εκτεταμένες οικονομικές, γεωπολιτικές και κοινωνικές εντάσεις που επιβάλουν τις αποφάσεις που πρέπει να λάβουν οι ηγεσίες των κρατών για να προστατεύσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.
1) Για πρώτη φορά στην οικονομική ιστορία έχουμε χώρες με τεράστια εμπορικά πλεονάσματα όπως της Κίνας που το 2025 ξεπέρασε το $1,2 τρισεκατομμύριο και χώρες με τεράστια εμπορικά ελλείμματα όπως των ΗΠΑ που ξεπερνούν το $1,1 τρισεκατομμύρια αλλά αφαιρουμένου πλεονάσματος των υπηρεσιών το τελικό εμπορικό έλλειμμα φτάνει περίπου στα $800 δισεκατομμύρια.
Όταν μια χώρα έχει εμπορικά πλεονάσματα τα έχει εις βάρος των χωρών που έχουν εμπορικά ελλείμματα. Οπότε οι χώρες που έχουν εμπορικά ελλείμματα θα πρέπει να δανείζονται για να αναπληρώνουν στο εσωτερικό της χώρας τις εκροές των δισεκατομμυρίων που μεταναστεύουν κάθε χρόνο προς στις χώρες με εμπορικά πλεονάσματα.
2) Το δεύτερο πρόβλημα είναι ο εκβιασμός των αγορών με την απαγόρευση εξαγωγών σπανίων γαιών και κρίσιμων υλικών (αυτό είχε ξανασυμβεί με το πετρέλαιο στις αρχές της δεκαετίας του 1980) από κάποια κράτη και η παρεμπόδιση των εμπορευματικών διαδρόμων και κυρίως των κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων. Το παράδοξο είναι ότι ενώ τα κράτη αυτά αποκτούν τον πλούτο τους από το διεθνές εμπόριο, τελικά στρέφονται εναντίον του εμπορίου «πυροβολώντας τα πόδια τους».
Οι ΗΠΑ ανήκοντας στις ελλειμματικές χώρες προσπάθησε μέσω των δασμών να περιορίσει το εμπορικό της έλλειμμα αλλά παρόλα αυτά η Κίνα δεν αύξησε τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ αλλά αντιθέτως εξάγει σε ακόμα χαμηλότερες τιμές. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετωπίζει και η ΕΕ που το εμπορικό της έλλειμμα με την Κίνα ανέρχεται περίπου στα 300 δισ. Το 2025 ενώ αυξήθηκε ο όγκος εξαγωγών της Κίνας περίπου 18%, η αύξηση σε αξία ήταν μόνο 9%, που σημαίνει ότι οι τιμές πώλησης μειώθηκαν κατά 9% οπότε πιθανότατα οι εξαγωγές γίνονται χωρίς κέρδος.
Η Κίνα όμως συσσωρεύει εμπορικά πλεονάσματα με αθέμιτες πρακτικές στο διεθνές εμπόριο για τις οποίες ο ΠΟΕ δεν αντιδρά. Κύρια αθέμιτη πρακτική είναι η τεχνητή υποτίμηση του νομίσματος, η οποία γίνεται από την κεντρική τράπεζα της Κίνας καθώς παρεμβαίνει πουλώντας γουάν και αγοράζοντας δολάρια, για να χειραγωγεί το νόμισμα και να το κρατά τεχνητά υποτιμημένο. Ενώ το ΑΕΠ της ΕΕ είναι περίπου 17% του παγκόσμιου ΑΕΠ, και της Κίνας 16,5% η ισοτιμία του νομίσματος είναι 0,12 ευρώ προς 1 γουάν, δηλαδή 8 φορές ή 800% λιγότερη αξία από το ευρώ ή χρειάζονται 8 γιουάν για να αγοραστεί ένα ευρώ. Ως προς το δολάριο είναι 0,14 δολάρια προς 1 γουάν, (δηλαδή 7 φορές ή 700% λιγότερη αξία από το δολάριο).
Αυτό το πλεονέκτημα του τεχνητά υποτιμημένου νομίσματος επέτρεψε στις Κινέζικες εταιρείες να καταλάβουν μερίδιο αγοράς και να αφανίσουν τους ανταγωνιστές τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Με μια τέτοια ισοτιμία νομίσματος καμία επιχείρηση στον κόσμο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις φθηνές εξαγωγές της Κίνας. Επίσης, οι εισαγωγές γίνονται πολύ ακριβές για τους Κινέζους οπότε διευρύνονται τα εμπορικά πλεονάσματα.
Άλλη αθέμιτη πρακτική είναι οι κρατικές επιδοτήσεις προς τις κρατικές εξαγωγικές εταιρείες, που τους δίνουν τη δυνατότητα να πουλάνε κάτω του κόστους και να διευρύνουν τα μερίδια τους στην παγκόσμια αγορά με αποτέλεσμα να αναγκάζουν σε χρεοκοπία τους ανταγωνιστές τους στον υπόλοιπο κόσμο.
Στο εσωτερικό η Κίνα έχει κεφαλαιακούς ελέγχους ώστε να μην μπορούν οι Κινέζοι να εισάγουν από το εξωτερικό ξένα προϊόντα. Επίσης, η Κίνα υποχρεώνει τους ξένους επενδυτές να δίνουν την τεχνολογία τους στην Κίνα.
Χορηγούν χαμηλότοκα δάνεια και ευνοϊκές αναχρηματοδοτήσεις δανείων μόνο στις δικές τους εξαγωγικές επιχειρήσεις. Δεν προστατεύουν τα πνευματικά δικαιώματα τα εμπορικά σήματα κλπ., που η αξία τους υπολογίζεται σε 200-300 δισ. κ.λπ.
Παλιότερα για να αποκτήσει μια χώρα πλούτο $1,2 τρισ. έπρεπε να κάνει πολλούς πολέμους εναντίον άλλων χωρών να τις κατακτήσει και με βαριά φορολογία να αποκτήσει αντίστοιχο πλούτο. Σήμερα, αρκεί μια χώρα κάνοντας αθέμιτο ανταγωνισμό να αποκτήσει άφθονο πλούτο.
Η παγκόσμια οικονομία αντιμετώπισε παρόμοια κατάσταση στις αρχές τις δεκαετίας του 1990 με τα τεράστια εμπορικά πλεονάσματα της Ιαπωνίας που δημιουργήθηκαν κυρίως από την τεχνητή υποτίμηση του γιεν. Τότε η Ιαπωνία προκαλούσε την ανισορροπία στο παγκόσμιο εμπόριο και ήταν διάχυτη η αίσθηση πως η Ιαπωνία θα μπορούσε να αγόραζε ολόκληρο τον κόσμο.
Το ΑΕΠ της από το 47 δισ. το 1960 έφθασε στα 5,5 τρισ. το 1995 όταν το ΑΕΠ των ΗΠΑ το 1995 ήταν 7,3 τρισ. Με όρους ΑΕΠ ανά κάτοικο, η Ιαπωνία είχε ξεπεράσει τις ΗΠΑ το 1987. Η Ιαπωνία κυριαρχούσε σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί (με μερίδιο 70%), τα αυτοκίνητα, τα ηλεκτρονικά και τα μηχανήματα. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ το 1985 ήταν και τεράστιο καθώς οι Ιάπωνες εξήγαγαν στις ΗΠΑ τριπλάσια αξία από ότι οι ΗΠΑ εξήγαγαν στην Ιαπωνία. Το 2024 οι ΗΠΑ είχαν τριπλάσιο εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα.
Οι τότε χώρες που είχαν εμπορικά ελλείμματα (ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία κ.λπ.) προειδοποιούσαν επί μακρόν την Ιαπωνία να αφήσει ελεύθερα διαπραγματεύσιμο το νόμισμα της, χωρίς αυτή να λαμβάνει υπόψη της τις εκκλήσεις. Η Ιαπωνία διατηρώντας το νόμισμά της αδύναμο, έκανε τις εξαγωγές της πιο ανταγωνιστικές στις παγκόσμιες αγορές και επίσης έκανε τα εισαγόμενα προϊόντα πιο ακριβά στην Ιαπωνία.
Το 1985 στη συνάντηση στο ξενοδοχείο Πλάζα της Νέας Υόρκης, οι ελλειμματικές χώρες ξεκαθάρισαν ότι θα σταματήσουν τις εισαγωγές από την Ιαπωνία εάν δεν σταματήσει η Κεντρική τράπεζα τις Ιαπωνίας να κρατάει τεχνητά υποτιμημένο το νόμισμα της. Εάν δεν συμφωνούσε η Ιαπωνία, οι ελλειμματικές χώρες θα πωλούσαν μαζικά τα νομίσματα τους και κυρίως το δολάριο και θα αγόραζαν μαζικά γιεν ώστε να εκτοξεύσουν την τιμή του στα ύψη. Η Ιαπωνία προκειμένου να μην χάσει τους πελάτες της και για να σώσει τις εξαγωγικές της επιχειρήσεις συμφώνησε να άρει την τεχνητή υποτίμηση του νομίσματος και έτσι έγινε η συμφωνία της Πλάζας.
Από 240 γιεν για 1 δολάριο την ημέρα της συμφωνίας, στα επόμενα 2 χρόνια ανατιμήθηκε το γιεν και χρειαζόταν 120 γιεν για 1 δολάριο. Μία ανατίμηση 50%. Στην πράξη για κάθε αυτοκίνητο που εξήγαγε π.χ. αξίας $50.000 αντί να λάμβανε 120.000 γιεν λάμβανε 60.000, οπότε τα όποια κέρδη εξανεμίστηκαν, τα έξοδα των εργοστασίων δεν μπορούσαν να πληρωθούν αφού εισέπραττε τα μισά γιεν από ότι πριν δυο έτη.
Τα εργοστάσια δεν μπορούσαν να πληρώνουν τα δάνεια και άρχισαν να χρεοκοπούν. Τα απλήρωτα δάνεια απείλησαν τις τράπεζες και ακολούθησε η χρεοκοπία των τραπεζών. Το 1986 η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας προκειμένου να βοηθήσει την τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης, μήπως και απορροφήσουν τα προϊόντα που δεν εξαγόταν, μείωσε τα επιτόκια από 5 στο 2,5%. Το δανεικό χρήμα έγινε σχεδόν δωρεάν αλλά δεν πήγαινε στην παραγωγή, αλλά στην αγορά μετοχών και ακινήτων στις εισαγωγές και στις αγορές στο εξωτερικό. Με την ξαφνική ανατίμηση του γεν – οι Ιάπωνες είχαν γίνει όλοι πλούσιοι – τα ξένα αγαθά ξαφνικά τους φάνηκαν φθηνά. Το ισχυρό γιεν ευνοούσε αγορές ακίνητων σε άλλες χώρες.
Οι εκροές κεφαλαίων ήταν τεράστιες. Η εκροή έφθασε στα 132 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 1986. Τα εμπορικά πλεονάσματα μειώθηκαν δραστικά και ξεκίνησε η φούσκα του χρηματιστηρίου και των ακινήτων. Ο δείκτης Nikkei τριπλασιάστηκε σε αξία από 455 δις το 1985 σε 2,61 τρισ. το 1989. Στην κορυφή της, η αξία των ακινήτων μόνο στο Τόκιο εκτιμήθηκε ότι ήταν μεγαλύτερη από όλη την αξία ακινήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της τεράστιας ανάπτυξης ήρθε δυστυχώς με τη μαζικής σπατάλη επενδύσεων. Το 1989, οι 32 από τις 50 κορυφαίες εταιρείες του κόσμου ανά κεφαλαιοποίηση αγοράς ήταν Ιαπωνικές. Το 2022 η Toyota είναι η μόνη ιαπωνική εταιρεία που παρέμεινε στην 42η θέση.
Για να σταματήσουν να τροφοδοτούν τις φούσκες των ακινήτων και των μετοχών, αύξησαν τα επιτόκια από το τέλος του 1989 και έφθασαν στο 6%. Στους επόμενους 8 μήνες μέχρι τον Αύγουστο του 1990 το χρηματιστήριο αρχικά έχασε την μισή του αξία και μέχρι το 1992 έπεσε από 2,6 τρισ. στα 660 δισ. Τα ακίνητα έπεσαν μέχρι και 80%. Τα δάνεια με υποθήκες τις μετοχές και την γη έγιναν αφερέγγυα. Οι τράπεζες «κρατιόνταν τεχνητά στη ζωή» να μην χρεοκοπήσουν. Δεν είχαν κεφάλαια να δανείσουν. Η εμφάνιση του αποπληθωρισμού σταματά τις επενδύσεις και οι πολίτες σταματούν να δαπανούν.
Όταν οι άνθρωποι είναι υπερχρεωμένοι, ο αποπληθωρισμός τους καθιστά ακόμη πιο δύσκολο να πληρώσουν τα χρέη τους, καθώς η αξία των χρεών τους παραμένει η ίδια ενώ το εισόδημά τους μειώνεται. Η ανεργία αυξήθηκε ακόμα περισσότερο. Για 30 χρόνια το ΑΕΠ της Ιαπωνίας δεν κατάφερε να αυξηθεί ενώ το παγκόσμιο ΑΕΠ τριπλασιάστηκε τα τελευταία 30 έτη.
Η οικονομική κατάρρευση συνέβαλε στην αύξηση της ανισότητας στο εισόδημα και στη δραστική πτώση του ποσοστού γάμων, που με τη σειρά του οδήγησε σε χαμηλότερο δείκτη γονιμότητας, αντιμετωπίζοντας σοβαρές δημογραφικές αλλαγές. Στην Ιαπωνία, ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας έφτασε στην κορύφωσή του το 1995 και η σωρευτική μείωση έκτοτε είναι περίπου 15%. Το μερίδιο της Ιαπωνίας στο παγκόσμιο ΑΕΠ σε όρους ισοτιμίας τιμών αγοράς μειώθηκε από 9% το 1990 σε κάτω από 4% σήμερα.
Ανεξάρτητα όμως από τη συμφωνία της Πλάζας, η καταστροφή της Ιαπωνίας θα ερχόταν εξ αιτίας: των υπέρ-επενδύσεων για τεράστια παραγωγική δυναμικότητα, της μείωση της παραγωγικότητας των επενδύσεων και των κακών επενδύσεων, και στο σχέδιο του αφανισμού των ανταγωνιστών μέσω αθέμιτων πρακτικών και πωλήσεων χωρίς κέρδος.
Σήμερα παρόμοιες καταστάσεις αντιμετωπίζουν και οι κινέζικες εταιρείες οι οποίες αναπτύχθηκαν αλματωδώς, αλλά οι υπάλληλοί τους και η υπόλοιπη κοινωνία αρκέστηκαν σε σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Αυτό το σύστημα οικονομίας δεν σήμαινε ότι οι μέτοχοι τα πήγαιναν τόσο καλά, καθώς οι επιχειρήσεις στην Κίνα δεν ανταγωνίζονταν για να δημιουργήσουν κέρδος, αλλά ανταγωνίζονταν για να αυξήσουν το μερίδιο τους στην παγκόσμια αγορά ώστε να εκτοπίσουν τους ανταγωνιστές τους.
Στην Κίνα ήδη έχει συμβεί η κατάρρευση των ακινήτων, το χρηματιστήριο ανεβοκατεβαίνει ενώ τα άλλα χρηματιστήρια είναι έντονα ανοδικά τα τελευταία χρόνια και έχει εμφανιστεί το δημογραφικό πρόβλημα.
Η τεχνητή υποτίμηση του γουάν εξακολουθεί καθώς η Κίνα έχοντας αναλύσει την περίπτωση της Ιαπωνίας, αντιστέκεται στην ανατίμηση του νομίσματος της διότι η ανατίμηση θα μειώσει τις εξαγωγές της.
Η κατάρρευση της Ιαπωνίας συνέβη από την μείωση των εξαγωγών της, ανεξάρτητα εάν η μείωση προήλθε εξ αιτίας της ανατίμησης το γιεν είτε εξαιτίας της μείωσης των εισαγωγών των άλλων κρατών από την Ιαπωνία. Η εξάρτηση των εξαγωγικών χωρών από τις εξαγωγές είναι που φέρνει κάποια στιγμή την καταστροφή τους. Όσο πιο αθέμιτες πρακτικές χρησιμοποιούν οι εξαγωγικές χώρες και όσο πιο πολλά αφύσικα εμπορικά πλεονάσματα συγκεντρώνουν, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αντίδραση των ελλειμματικών χωρών και τόσο μεγαλύτερη θα είναι η καταστροφή της εξαγωγικής χώρας.
Σήμερα, οι χώρες με εμπορικά ελλείμματα, κάνουν εκκλήσεις στην Κίνα να μειώσει τα εμπορικά της πλεονάσματα εγκαταλείποντας τις αθέμιτες πρακτικές. Καθώς η Κίνα αγνοεί αυτές τις εκκλήσεις, οι χώρες με εμπορικά ελλείμματα έχουν την μόνη εναλλακτική να μειώσουν τις εισαγωγές από την Κίνα, είτε μέσω δασμών είτε αλλάζοντας προμηθευτές.
Θα πρέπει να αναζητήσουν άλλους προμηθευτές και φαίνεται ότι τουλάχιστον οι ΗΠΑ προσανατολίζονται να κάνουν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής την επόμενη «Κίνα» αλλά εν μέρει και την Ινδία. Η επανεμφάνιση του δόγματος Μονρόε εντάσσεται σε αυτή την απόφαση. Κάτι που διαβλέπει και η ΕΕ με την συμφωνία των χωρών της Mercosur, και με την συμφωνία με την Ινδία και τον Ινδικό Δρόμο του Μεταξιού (IMEC) που πρωτίστως θα τροφοδοτεί την Ε.Ε.
Η μείωση των εξαγωγών της Κίνας, θα οδηγήσει στην πορεία προς την οικονομική παρακμή που ακολούθησε και η Ιαπωνία όπως περιγράφηκε παραπάνω. Οι υπερεπενδύσεις για υπερπαραγωγή, θα γίνονται σταδιακά ζημιογόνες, και θα προστίθενται στις ήδη ζημιογόνες εταιρίες. Εάν δε, αυξηθεί το μερίδιο του γουάν ως αποθεματικό νόμισμα (από 2,5% που είναι σήμερα) θα ανατιμηθεί το νόμισμά της και θα γίνουν πιο ακριβές οι εξαγωγές της άρα θα μειωθούν περαιτέρω οι εξαγωγές της.
Οι ΗΠΑ αλλά (και οι άλλες ελλειμματικές χώρες θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν) προσπαθούν να πάρουν τον έλεγχο της πρόσβασης σε πόρους και στις διεθνές εφοδιαστικές αλυσίδες ενέργειας και εμπορευμάτων. Σε αυτήν την στρατηγική εντάσσεται ο Ινδικός Δρόμος του Μεταξιού (IMEC), ο Κάθετος Διάδρομος μεταφοράς ενέργειας από την Ανατολική Μεσόγειο προς Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη μέσω Ελλάδος, ο έλεγχος των ροών του πετρελαίου της Βενεζουέλας, ότι θα συμβεί με τις ενεργειακές ροές του Ιράν, η Γροιλανδία με τις σπάνιες γαίες και το θαλάσσιο πέρασμα με Ισλανδία και Αγγλία, η Αρκτική που γίνεται πλεύσιμη και ανοίγει ένα νέο φυσικό θαλάσσιο πέρασμα, και η Λατινική Αμερική που θα αντικαταστήσει την «Κίνα», όπως μετά το 1990 η Κίνα είχε αντικαταστήσει την «Ιαπωνία».
Αυτή η πρόσβαση μπορεί να δώσει στις ΗΠΑ νέα διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα και στρατηγική επιρροή απέναντι σε χώρες όπως η Κίνα για να υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τις αθέμιτες πρακτικές στο διεθνές εμπόριο. Ο IMEC μπορεί να γίνει ο «Ινδικός Δρόμος του Μεταξιού» που θα αλλάξει την ευρωπαϊκή θέση στο διεθνές εμπόριο καθώς η Ευρώπη αποκτά μια εναλλακτική λύση ώστε να απεξαρτηθεί από τις αναθεωρητικές χώρες Τουρκία, Ρωσία και Κίνα που πλούτισαν από τις εξαγωγές προς την ΕΕ.
Η ήδη υπάρχουσα οικονομική ανισότητα δημιουργεί εσωτερικά προβλήματα στην Κίνα και θα ενταθούν περαιτέρω καθώς η Κίνα θα χάνει μερίδιο στις μεγάλες και κερδοφόρες αγορές των ΗΠΑ & της ΕΕ.
* Ο Γιώργος Σ. Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
