Η ανακοίνωση της εκεχειρίας στον πόλεμο στο Ιράν που συνοδεύτηκε από αμφιβολίες σχετικά με την υλοποίηση της, δεν έχει εξαφανίσει όπως είναι λογικό, την αβεβαιότητα, ούτε από την οικονομία, ούτε από τις χρηματιστηριακές αγορές. Η διατάραξη στις ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν ήδη μετατραπεί σε πραγματική πηγή προβλημάτων που επεκτείνονται στην παραγωγή, την αποθήκευση και την διύλιση πετρελαίου, με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας, στον πληθωρισμό και στις νομισματικές πολιτικές των κεντρικών τραπεζών.
Η κλιμάκωση των τιμών ενέργειας επιδρά ήδη αρνητικά μέσω πολλαπλών καναλιών και μηχανισμών μετάδοσης στην πραγματική οικονομία.
Το αρχικό πρόβλημα στη ναυσιπλοΐα εξελίχθηκε σε αναγκαστικές διακοπές παραγωγής στην περιοχή του Περσικού Κόλπου. Καθώς οι αποθηκευτικοί χώροι πλησιάζουν το όριο τους και οι εναλλακτικές εξαγωγικές οδοί περιορίζονται. Στις αδρανείς πλέον μονάδες άντλησης πετρελαίου και επεξεργασίας πετρελαϊκών προϊόντων θα πρέπει να προσθέσουμε και τις μονάδες που επλήγησαν από τις ιρανικές επιθέσεις, οι οποίες τέθηκαν εκτός λειτουργίας. Με την κυβέρνηση του Κατάρ για παράδειγμα να εκτιμά ότι το χρονικό διάστημα αποκατάστασης των μονάδων LNG, θα υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες.
Η πρώτη άμεση επίπτωση αφορά το κόστος για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, όπως είναι τα καύσιμα και τα μεταφορικά, καθώς και αυξημένο λειτουργικό κόστος των ενεργοβόρων βιομηχανιών που καταναλώνουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο πετρέλαιο.
Οι υπαρκτές άνοδοι των τιμών, καθώς και οι αυξημένες προσδοκίες για υψηλότερο και επίμονο πληθωρισμό επηρεάζουν με τη σειρά τους αφενός τα πραγματικά επιτόκια και αφετέρου τις αποτιμήσεις των ομολόγων και των μετοχών.
Παράλληλα η πτώση της παραγωγής λόγω τεχνικών και λοιπών περιορισμών όπως είναι οι γεωπολιτικοί φόβοι, οι περιορισμένες μεταφορικές ροές, οι γεωγραφικοί περιορισμοί αποθήκευσης, οδηγεί σε επίμονη στενότητα της προσφοράς που μπορεί να παρατείνει με τη σειρά της, την περίοδο υψηλών τιμών στο πετρέλαιο. Τα δημοσιονομικά των εξαγωγικών χωρών όπως είναι οι ΗΠΑ και η Ρωσία βελτιώνονται βραχυχρόνια, αλλά οι οικονομίες που βασίζονται σε εισαγωγές πετρελαίου, καθώς σε εισαγωγές άλλων βασικών προϊόντων που καθίστανται «σπάνια» και ακριβά λόγω του πολέμου, υφίστανται πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τους και στο εμπορικό τους ισοζύγιο, με αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη τους.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι υπάρχουν τρία βασικά σενάρια με κάποιες εσωτερικές και οριακές διαφοροποιήσεις το καθένα, ως προς την πορεία της εκεχειρίας, τον τρόπο λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ και τον χρόνο που θα απαιτηθεί για την επιστροφή της κανονικότητας.
Πλήρης αποκατάσταση της διέλευσης πλοίων εντός μηνός

Για να «ανοίξει το πέρασμα» θα χρειαστεί κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, αφού, όπως ανέλυσε σε σχετικό του άρθρο ο Σπύρος Αλεξόπουλος, υπάρχουν περισσότερα από 700 πλοία που είναι φορτωμένα και ακινητοποιημένα στον Περσικό Κόλπο. Με τα 500 από αυτά να μεταφέρουν φορτία που με κάποιο τρόπο συνδέονται με πετρέλαιο, προϊόντα διύλισης, πετροχημικά προϊόντα και LNG.
Όταν αποσυμφορηθεί και αποκατασταθεί πλήρως η διέλευση των πλοίων, αναμένεται ότι η τιμή του πετρελαίου θα ισορροπήσει στα επίπεδα των $80 με $90 το βαρέλι, που θεωρούνται φυσιολογικά και ανεκτά.
Σαν αποτέλεσμα η μακροοικονομική επίδραση θα είναι χαμηλής έντασης, το σοκ θα έχει παροδικό χαρακτήρα και ο πληθωρισμός θα παραμείνει βραχυχρόνια αυξημένος, αλλά θα απωλέσει την «σκληρή» συμπεριφορά του. Παράλληλα η ανάπτυξη θα συνεχίσει τη άνοδο της, με ήπιο τρόπο μέχρι να ξεπεράσει τα τραύματα της, από το σύντομο αλλά ισχυρό σοκ.
Στα χρηματιστήρια θα κινηθούν επιθετικά οι μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού ρίσκου και παράλληλα θα αποδώσουν περισσότερο οι κυκλικοί κλάδοι. Οι δε καμπύλες αποδόσεων των ομολόγων θα επιπεδώνονται, με αύξηση των βραχυπρόθεσμων προσδοκιών.
Αποκατάσταση του διάπλου με «τριβές», σε βάθος τριμήνου

Στο σενάριο αυτό, περίπου το 80% της ναυσιπλοΐας αποκαθίσταται μέσα στο δίμηνο, με την πλήρη κανονικότητα να επιτυγχάνεται εντός τριμήνου. Οι τιμές πετρελαίου διαμορφώνονται στα $100–$110 το βαρέλι για το 2026, με μεγάλες διακυμάνσεις, που θα εξαρτώνται από τα βήματα και τα πισωγυρίσματα των διαδικασιών εξομάλυνσης και αποκατάστασης της γεωπολιτικής ισορροπίας στον Περσικό Κόλπο.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο θα υπάρχει αρνητικότερη επίδραση στους ρυθμούς ανάπτυξης. Οι κεντρικές τράπεζες πιθανότατα θα αναβάλουν τις μειώσεις επιτοκίων, διατηρώντας αυστηρότερη στάση στην προσπάθεια τους να συγκρατήσουν τις προσδοκίες αυξημένου πληθωρισμού.
Τα χρηματιστήρια θα κινηθούν ανοδικά αλλά με υψηλή μεταβλητότητα. Οι επενδυτές θα στραφούν σε αμυντικές μετοχές όπως είναι για παράδειγμα η υγεία, καθώς και σε μετοχές εταιρειών με σταθερή κερδοφορία, που μένουν σχετικά αλώβητες από την κρίση. Το τρίμηνο είναι ένα ικανό διάστημα που θα πιέσει προς τα πάνω και τα spreads των εταιρικών ομολόγων και χρεών.
Παρατεταμένο και επαναλαμβανόμενο κλείσιμο των Στενών
Στο σενάριο κατά το οποίο τα Στενά του Ορμούζ «ανοιγοκλείνουν» ή «σφραγίζονται» για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα η τιμή του πετρελαίου κάλλιστα θα κινηθεί προς τα $150–$180 το βαρέλι.
Η μακροοικονομική επίδραση αυτού το σεναρίου θα επιφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στη ζήτηση παγκοσμίως, θα οδηγήσει σε επιβράδυνση ή ακόμα και σε ύφεση πολλές οικονομίες και οι κεντρικές τράπεζες θα προσπαθούν να ισορροπήσουν με μαεστρία ανάμεσα στην ανάγκη για ενδυνάμωση της οικονομίας, της απασχόλησης και των επενδύσεων και στη μάχη κατά του πληθωρισμού, λόγω των υψηλών ενεργειακών τιμών.
Οι επενδυτές θα αποχωρήσουν από τις επενδύσεις υψηλού ρίσκου, θα αυξήσουν τη έκθεση τους σε ομόλογα και σε σταθερά περιουσιακά στοιχεία.
