Οι γιγαντιαίες κινεζικές εξαγωγές απειλούν την παγκόσμια οικονομία
shutterstock
shutterstock

Οι γιγαντιαίες κινεζικές εξαγωγές απειλούν την παγκόσμια οικονομία

Χθες ανακοινώθηκε από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες το ύψος του κινεζικού εμπορικού πλεονάσματος, το οποίο έφθασε στο ύψος των 1,19 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για το 2025. Η επίδοση αυτή αποτελεί νέο ιστορικό ρεκόρ και είναι 20% πάνω από την αντίστοιχη για το 2024. Δεν αποτελεί μεγάλη έκπληξη αφού, όπως μας θύμισαν οι New York Times σε χθεσινό άρθρο τους, το πλεόνασμα είχε ήδη ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια από τον Νοέμβριο. Μόνο για τον Δεκέμβριο, το πλεόνασμα έφθασε τα 114,14 δισεκατομμύρια δολάρια, επίδοση που είναι η τρίτη μεγαλύτερη μηνιαία στην ιστορία, πίσω μόνο από τον Ιανουάριο και τον Ιούνιο του 2025. Το διάγραμμα που βρήκαμε σε χθεσινό σχετικό άρθρο του Reuters και δείχνει την εξέλιξη του εμπορικού ισοζυγίου της Κίνας με τον υπόλοιπο κόσμο από το 2000 και μετά «μιλάει» από μόνο του:

Αυτό που είναι επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι πως αυτό το ιστορικό ρεκόρ πλεονάσματος επιτεύχθηκε μέσα σε μία περίοδο που μειώθηκε το αντίστοιχο πλεόνασμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας με τις ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τους New York Times, η μείωση ήταν της τάξης του 22% για το 2025 σε σχέση με το 2024 και είναι βέβαιο πως οφείλεται και στους δασμούς Τραμπ.

Αυτό σημαίνει πως η αύξηση των εξαγωγών προς τις υπόλοιπες χώρες είναι σημαντικά μεγαλύτερη του 20% που είναι η συνολική αύξηση του εμπορικού πλεονάσματος.

Τα πράγματα βέβαια δεν είναι και τόσο απλά καθώς γνωρίζουμε πως τα τελευταία χρόνια ένα μέρος των κινεζικών προϊόντων που προορίζονται για τις ΗΠΑ εξάγεται πρώτα σε κάποιες άλλες χώρες, «αλλάζει εθνικότητα» και τελικά καταλήγει στον επιθυμητό προορισμό.

Όμως, όσο μεγάλη και να είναι η αξία αυτών των εμπορικών συναλλαγών, είναι απολύτως σίγουρο πως έχει σημειωθεί πολύ μεγάλη αύξηση στην αξία των κινεζικών προϊόντων που έχουν εξαχθεί στις χώρες εκτός ΗΠΑ.

Στο σχετικό ρεπορτάζ του Reuters είδαμε πως οι εξαγωγές προς την Αφρική αυξήθηκαν κατά 25,8%, αυτές προς τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας κατά 13,4% και αυτές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά 8,40%

Καθώς το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν της Κίνας αναμένεται να είναι λίγο κάτω από τα 20 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ για το 2025, το εμπορικό της πλεόνασμα αντιστοιχεί περίπου στο 6% του ΑΕΠ.

Αυτό το ποσοστό δεν είναι πρωτάκουστο, υπάρχουν αρκετά πρόσφατα και παλαιότερα παραδείγματα μεγάλων πλεονασμάτων από ισχυρές οικονομίες.

Αποκτά όμως μεγαλύτερη σημασία λόγω του μεγέθους της κινεζικής οικονομίας και λόγω των χαρακτηριστικών της. Όπως επισήμανε σε ανάρτησή του στο δίκτυο X (πρώην Twitter) ο γνωστός οικονομολόγος George Magnus, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας UBS και από τους βαθύτερους γνώστες της κινεζικής οικονομίας και γενικότερα της κινεζικής πραγματικότητας, «το πρόβλημα είναι πως αυτό το πλεόνασμα δεν είναι αποτέλεσμα μόνο των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της απέναντι σε άλλες χώρες αλλά έχει άμεση σχέση με την βιομηχανική πολιτική που στηρίζει σε υπερθετικό βαθμό τον μεταποιητικό τομέα και τις εσωτερικές ανισορροπίες που στην ουσία συμπιέζουν  την κατανάλωση».

Ισχυρή ένδειξη για το τελευταίο στοιχείο αποτελεί το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στασιμότητα στις εισαγωγές την στιγμή που αυξάνονται σταθερά οι εξαγωγές.

Το 2021 οι συνολικές εισαγωγές ήταν αξίας 2,679 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ και οι εξαγωγές 3,316 τρισ. και το πλεόνασμα ήταν 637 δισεκατομμύρια δολάρια και το 2025 οι εισαγωγές ήταν αξίας 2,583 τρισεκατομμυρίων και οι εξαγωγές 3,772 τρισ., με αποτέλεσμα το πλεόνασμα να φθάσει στο ρεκόρ των 1,193 τρισεκατομμυρίων.

Όσο για την βιομηχανική πολιτική, είναι γνωστό πως ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, οι κυβερνήσεις των επαρχιών και οι μεγάλες τράπεζες ενισχύουν με πολλούς τρόπους τη βιομηχανική δραστηριότητα, στα πλαίσια της επιθυμίας της πολιτικής ηγεσίας για την κυριαρχία της Κίνας στην παγκόσμια βιομηχανία. 

Όπως ξέρουμε όμως, οι ενισχύσεις στον τομέα της μεταποίησης έχει ως παράπλευρη συνέπεια τη δημιουργία μίας παραγωγικής βάσης που χαρακτηρίζεται από υπερβάλλουσα δυναμικότητα η οποία δεν μπορεί να απορροφηθεί από την αναιμική εσωτερική ζήτηση και κατευθύνεται στον υπόλοιπο κόσμο με την μορφή μίας πλημμυρίδας φθηνών εξαγωγών.

Ο τίτλος του χθεσινού σχετικού άρθρου των New York Times ήταν πολύ σαφής. «Η Κίνα ανακοινώνει εμπορικό πλεόνασμα ρεκόρ καθώς οι εξαγωγές της πλημμυρίζουν τις διεθνείς αγορές».

Στη συνέχεια του ίδιου άρθρου αναφέρεται πως το πλεόνασμα αυξήθηκε καθώς η χώρα κρατά αδύναμο το νόμισμά της και ακολούθησε το δόγμα της αυτάρκειας για να υποκαταστήσει τις εισαγωγές.

Σε άρθρο του George Magnus στην Guardian από τις 23 Δεκεμβρίου διαβάσαμε την εκτίμηση του οικονομολόγου πως το νόμισμα της χώρας, το γιουάν, είναι υποτιμημένο κατά 20% περίπου σε σχέση με την προ τριετίας κατάσταση και η σχέση του με τα μεγάλα διεθνή νομίσματα είναι η ίδια με αυτήν του 2012. Τότε όμως η βιομηχανική ισχύς της Κίνας ήταν πολύ μικρότερη της τωρινής και οι συνέπειες του υποτιμημένου γιουάν δεν ήταν το ίδιο σοβαρές.

Στο υποτιμημένο κινεζικό νόμισμα είχε αναφερθεί πολύ πρόσφατα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ζητώντας από την Κίνα να αλλάξει την πολιτική της στον τομέα.

Το αποτέλεσμα αυτής της βιομηχανικής πολιτικής και της στασιμότητας των εξαγωγών είναι φανερό σε πολλούς τομείς. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας η οποία μέσα σε 10 χρόνια είδε την κατάσταση να αλλάζει δραματικά εις βάρος της.

Από την μία μεριά χάνει συνεχώς μερίδιο αγοράς στην κινεζική αγορά αυτοκινήτων, την μεγαλύτερη σε πωλήσεις στον κόσμο και από την άλλη βλέπει τους Κινέζους να κατακλύζουν την ευρωπαϊκή αγορά με πολύ φθηνά αυτοκίνητα και να ανταγωνίζονται χωρίς έλεος τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες σε όλες τις υπόλοιπες παγκόσμιες αγορές.   

Αυτά όμως μας είναι λίγο πολύ γνωστά, όπως και το πόσο επικίνδυνα είναι για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, την ευρωπαϊκή οικονομία γενικότερα και για τους Ευρωπαίους πολίτες και εργαζόμενους.

Το πρόβλημα όμως είναι πως αυτή την στιγμή η Κίνα προσπαθεί να πετύχει κάτι παρόμοιο και στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας.

Στο Bloomberg είδαμε πως μέσα στο 2025 οι εξαγωγές προϊόντων υψηλότερης αξίας όπως τα microchips, τα αυτοκίνητα και τα πλοία αυξήθηκαν πάνω από το 20% σε σχέση με το 2024 ενώ αντίθετα σε προϊόντα όπως τα παιχνίδια, τα ρούχα και τα παπούτσια, παρατηρήθηκε μείωση των εξαγωγών.

Αυτό το στατιστικό στοιχείο μας θύμισε πάλι το άρθρο του George Magnus στην Guardian στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα. Ο Άγγλος οικονομολόγος εκτιμά πως πρέπει να προετοιμαζόμαστε για το δεύτερο μεγάλο «κινεζικό σοκ». Το πρώτο, όπως αναφέρει στο άρθρο, ακολούθησε την είσοδο της Κίνας στον παγκόσμιο οργανισμό εμπορίου το 2001 και είχε βαρύτατες συνέπειες στην παγκόσμια αγορά εργασίας με πάρα πολύ σημαντικές απώλειες σε θέσεις εργασίας και αναρίθμητες επιχειρήσεις να υποφέρουν.

Κατά την άποψή του, το δεύτερο «κινεζικό σοκ» θα έρθει ως συνέπεια της προσπάθειας της Κίνας, μέσω της κρατικά σχεδιασμένης και υποστηριζόμενης βιομηχανικής πολιτικής, να κυριαρχήσει και στους τομείς της προηγμένης τεχνολογίας, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι μπαταρίες, οι μικροεπεξεργαστές, η βιοτεχνολογία, η ρομποτική και η Τεχνητή Νοημοσύνη.

Αν η Κίνα πετύχει σε αυτόν τον στόχο, θα έρθει η σειρά και άλλων κλάδων σε παγκόσμιο επίπεδο να ακολουθήσουν την τύχη της κλωστοϋφαντουργίας, των ηλεκτρικών συσκευών  και της χαλυβουργίας, οι οποίοι ήταν χαρακτηριστικά θύματα του πρώτου κινεζικού σοκ.

Για την Ευρώπη, η απειλή είναι πολύ σημαντική για τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο εξοπλισμός για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και ο προηγμένος βιομηχανικός εξοπλισμός. 

Αν μέσα στα επόμενα χρόνια δεν αυξηθεί η συναλλαγματική ισοτιμία του κινεζικού γιουάν απέναντι στα δυτικά νομίσματα, δεν μειωθεί το επίπεδο υποστήριξης προς τις βιομηχανικές κινεζικές επιχειρήσεις και τον τομέα υψηλής τεχνολογίας και δεν ληφθούν ισχυρά μέτρα τόνωσης των καταναλωτικών δαπανών των Κινέζων πολιτών, το δεύτερο κινεζικό σοκ του George Magnus είναι πολύ πιθανόν να γίνει πραγματικότητα.

Για την Ευρώπη, αυτό είναι ένα σχεδόν εφιαλτικό σενάριο το οποίο λογικά ήδη απασχολεί έντονα τις εθνικές ηγεσίες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό όμως δεν φτάνει, πρέπει να δούμε σύντομα τις απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις.

Σε αντίθετη περίπτωση, τα κινεζικά πλεονάσματα θα απειλήσουν με συντριπτικά πλήγματα όλους σχεδόν τους τομείς της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και οικονομίας που είχαν ξεφύγει από το πρώτο κινεζικό σοκ.