Ο γεωπολιτικός συμβιβασμός ΗΠΑ-Τουρκίας στην Halkbank
Shutterstock
Shutterstock

Ο γεωπολιτικός συμβιβασμός ΗΠΑ-Τουρκίας στην Halkbank

Η συμφωνία της αναστολής της δίωξης της Halkbank που θέτει ένα τέλος στη δικαστική υπόθεση που επηρέαζε τις σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας, αποδεικνύει ότι οι αγορές δεν λειτουργούν σε κενό αέρος και ότι η γεωπολιτική σκοπιμότητα παραμένει ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής όλων των εξελίξεων. 

Είναι φανερό ότι ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Τουρκία έχει επέλθει ένας συμβιβασμός, έστω και προσωρινός, ο οποίος έχει σαφή γεωπολιτικά χαρακτηριστικά που ξεκινούν από την Γάζα και καταλήγουν στο Ιράν.

Η Halkbank ήταν ήδη από το 2012, η «τρύπα» των κυρώσεων που είχε επιβάλει η Δύση στο Ιράν, με σκοπό τον οικονομικό στραγγαλισμό του καθεστώτος ως μηχανισμού πίεσης απέναντι στο πυρηνικό του πρόγραμμα. Και όσο περνούσε ο καιρός, η τράπεζα υπό την υψηλή εποπτεία της Άγκυρας μετατράπηκε από μικρή τρύπα, στον κύριο αγωγό παράκαμψης των οικονομικών κυρώσεων της Δύσης, απέναντι στους μουλάδες.

Ο Τουρκοϊρανός έμπορος χρυσού Ρέζα Ζάρραμπ, ένας άνθρωπος με υψηλές διεθνείς οικονομικές και επιχειρηματικές διασυνδέσεις, είχε στήσει ένα δίκτυο που θα ζήλευαν και οι καλύτεροι σεναριογράφοι του Χόλιγουντ. Το Ιράν πωλούσε πετρέλαιο στην Τουρκία, τα χρήματα κατατίθεντο στη Halkbank και στη συνέχεια μετατρέπονταν σε φυσικό χρυσό, ο οποίος μεταφερόταν στο Ντουμπάι και από εκεί κατέληγε πίσω στην Τεχεράνη. Όταν οι ΗΠΑ έκλεισαν το παράθυρο του χρυσού, το δίκτυο εφηύρε εικονικές πωλήσεις τροφίμων και φαρμάκων, που περνούσαν κάτω από το ραντάρ του OFAC. Το OFAC είναι το Office of Foreign Assets Control, δηλαδή το γραφείο ελέγχου ξένων περιουσιακών στοιχείων. Το OFAC είναι μια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, που είναι υπεύθυνη για την επιβολή, έλεγχο και διαχείριση οικονομικών κυρώσεων και εμπορικών περιορισμών.

Μέσω της HalkBank λοιπόν, ξεπλύθηκαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, δισεκατομμύρια δολαρίων. Η σύλληψη του Ρέζα Ζάρrαμπ και του υποδιευθυντή της τράπεζας Μεχμέτ Χακάν Ατίλλα, από τις αμερικανικές διωκτικές αρχές, οδήγησε στην αποκάλυψη του κυκλώματος. Αμφότεροι λειτούργησαν ως βασικοί μάρτυρες κατηγορίας εμπλέκοντας κορυφαίους Τούρκους υπουργούς και περιγράφοντας ένα σύστημα δωροδοκιών εκατομμυρίων.

Για τον Tούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν, η υπόθεση της Halkbank δεν ήταν μια απλή νομική υπόθεση. Αλλά όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, ήταν μια «δικαστική απόπειρα πραξικοπήματος» υποκινούμενη από ξένα κέντρα. Η ρητορική της Άγκυρας εστίασε στην «εθνική κυριαρχία», ενώ οι δικηγόροι της τράπεζας είχαν καταφύγει στο επιχείρημα της «κυριαρχικής ασυλίας», ισχυριζόμενοι ότι μια κρατική τράπεζα αποτελεί προέκταση του κράτους και επομένως δεν μπορεί να δικαστεί σε ξένο έδαφος.

Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ το 2023. Η απόφαση ήταν ένας νομικός «κόλαφος» για την Τουρκία. Καθώς ο νόμος FSIA (Foreign Sovereign Immunities Act) δεν παρείχε ασυλία για ποινικές πράξεις που αφορούν εμπορικές δραστηριότητες. Με αποτέλεσμα η Halkbank να είναι εκτεθειμένη στις εις βάρος της κατηγορίες. 

Τον Οκτώβριο του 2025, η τράπεζα έφτασε στο χείλος του γκρεμού. Ένα πρόστιμο που θα μπορούσε να αγγίξει τα $20 δισ. θα σήμαινε την αυτόματη πτώχευση της Halkbank και την άμεση αποπομπή της από το σύστημα SWIFT. Η τουρκική οικονομία, ήδη ταλαιπωρημένη από τον πληθωρισμό και τα υβριδικά και ανορθόδοξα «Erdoganomics», δεν θα άντεχε ένα τέτοιο πλήγμα.

Η Συμφωνία Αναβολής Δίωξης (DPA) που υπογράφηκε στις 9 Μαρτίου 2026, δεν αποτελεί ασφαλώς τη τελευταία πράξη του έργου, αλλά το τέλος ενός επεισοδίου μιας σειράς, αφού οι αμερικανικές αρχές δύσκολα συγχωρούν. Η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως μια δημιουργική λύση και ως διπλωματικός συμβιβασμός. 

Τα βασικά σημεία της συμφωνίας είναι: 

  1. το «πάγωμα» της δίωξης για μια τριετία,
  2. η μη παραδοχή της ενοχής από την πλευρά της Halkbank ώστε να της επιτραπεί η συνέχιση της λειτουργίας της,
  3. η τοποθέτηση τοποτηρητή στον εσωτερικό της ώστε να ασκείται έλεγχος σε κάθε δολάριο που διακινείται μέσω της τράπεζας, ώστε να διασφαλιστεί το «κλείσιμο» της τρύπας που διατηρούσε η Halkbank απέναντι στις κυρώσεις στο καθεστώς του Ιράν και
  4. η μη επιβολή προστίμου, που θα έθετε την τράπεζα σε διαδικασία πτώχευσης.

Με δυο λόγια, οι ΗΠΑ πήραν αυτό που ήθελαν, δηλαδή τον πλήρη έλεγχο και τη διαφάνεια στις συναλλαγές της Halkbank και η Τουρκία πήρε αυτό που χρειαζόταν, δηλαδή την επιβίωση του τραπεζικού της συστήματος.

Δηλαδή υπήρξε μια «win - win» εξέλιξη ανάμεσα στα δυο μέρη. Οι ΗΠΑ, επέλεξαν να ανταλλάξουν την προσωρινή ποινική δίωξη με την απόλυτη ευθυγράμμιση της Τουρκίας στο εμπάργκο κατά της Τεχεράνης και στον πλήρη οικονομικό στραγγαλισμό του καθεστώτος του Ιράν, σε αυτήν τη εύθραυστη φάση του πολέμου. 

Επισήμως, η απόφαση μέσω της παρέμβασης του Υπουργείου Εξωτερικών και του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, επικαλείται «μοναδικούς και εξαιρετικούς λόγους εθνικής ασφαλείας». Και δεν είναι κρυφό ότι ο Λευκός Οίκος συνδέει τη συμφωνία και με τη βοήθεια της Τουρκίας στις διαπραγματεύσεις για την κατάπαυση του πυρός στη Λωρίδα της Γάζας.