Η Ελλάδα εισέρχεται στο 2026 με αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον και ενισχυμένη ορατότητα στις διεθνείς αγορές, καθώς πλησιάζει η στιγμή της επανένταξής της στον χάρτη των ανεπτυγμένων αγορών. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η χώρα βρίσκεται σε ένα «γλυκό σημείο» μεταξύ αναδυόμενων και ανεπτυγμένων αγορών, συνδυάζοντας υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Ευρωζώνη με σαφώς βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη.
Η αμερικανική επενδυτική τράπεζα εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης και το 2026–2027, με ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 2,1%–2,2%, περίπου διπλάσιους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια ζήτηση και ειδικότερα στις επενδύσεις, οι οποίες αποτελούν τον βασικό μοχλό μεγέθυνσης μετά την πανδημία. Παράλληλα, η ιδιωτική κατανάλωση παραμένει ανθεκτική, ενισχυόμενη από την αύξηση των μισθών και τη σταδιακή βελτίωση της αγοράς εργασίας.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη δυναμική διαδραματίζουν τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), τα οποία έχουν λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση των επενδύσεων και τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Αν και η Morgan Stanley αναγνωρίζει ότι μετά το 2027 αυξάνονται οι κίνδυνοι επιβράδυνσης, εκτιμά ότι τα εναπομείναντα κονδύλια του RRF και της Πολιτικής Συνοχής επαρκούν ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος ενός απότομου επενδυτικού «κενού».
Οι ελληνικές μετοχές παραμένουν φθηνές σε σύγκριση με την Ευρώπη, την ώρα που τα ελληνικά κρατικά ομόλογα έχουν ήδη καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της απόστασης. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς κρατικού ομολόγου κινείται πλέον σε ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή περιφέρεια και βρίσκεται ακόμη και χαμηλότερα από τις αποδόσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, ενώ το spread έναντι των γερμανικών ομολόγων (Bunds) συνεχίζει να συρρικνώνεται. Αντίθετα, οι ελληνικές μετοχές εξακολουθούν να διαθέτουν περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης με τις ευρωπαϊκές αγορές.
Το προεξοφλούμενο κόστος ιδίων κεφαλαίων (Cost of Equity – CoE) για την Ελλάδα έχει μειωθεί αισθητά φέτος, στο 11,6%, από 15,1% στο τέλος του 2024, ωστόσο το spread έναντι των ευρωπαϊκών μετοχών παραμένει υψηλό, στις περίπου 490 μονάδες βάσης. Συγκριτικά, πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το μέσο spread διαμορφωνόταν κοντά στις 100 μονάδες βάσης.
Το σημερινό αυξημένο spread αποδίδεται κυρίως στη διαφορετική σύνθεση των δεικτών, καθώς οι τράπεζες αντιπροσωπεύουν πάνω από τα ¾ του δείκτη MSCI Greece, ενώ στον ευρωπαϊκό δείκτη το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 14%. Παρ’ όλα αυτά, η MS εκτιμά ότι το spread θα συνεχίσει να μειώνεται, δεδομένου ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν εξυγιάνει τους ισολογισμούς τους, έχουν επανεκκινήσει τη διανομή μερισμάτων και προσφέρουν ανθεκτικές προοπτικές ανάπτυξης.
Οι αναλυτές της Morgan Stanley διατηρούν θετική άποψη για τον κλάδο, γεγονός που ενισχύει τη θετική στάση απέναντι στις ελληνικές τράπεζες λόγω του υψηλού beta που εμφανίζουν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούσαν να επανατιμολογηθούν σε 11–12 φορές τα κέρδη επόμενων 12 μηνών (NTM P/E) από τις 10,0 φορές σήμερα, γεγονός που συνεπάγεται δυνητικό ανοδικό περιθώριο 10%–20%, υπό ίσες συνθήκες. Παράλληλα, στρατηγικοί αναλυτές μετοχών διατηρούν επίσης σύσταση υπεραπόδοσης (overweight) για τον κλάδο.
Αν υποθέσουμε ότι το discount των ελληνικών τραπεζών σήμερα ανέρχεται σε 7% σε όρους NTM P/E και 5% σε όρους P/BV, και οι αποτιμήσεις τους κινούνται προς τις 11–12 φορές NTM P/E από τις 9,4 φορές σήμερα, τότε θα μπορούσε να προκύψει επιπλέον ανοδικό περιθώριο 17%–28% από τα τρέχοντα επίπεδα. Τέλος, μια επιστροφή του προεξοφλούμενου κόστους ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών στα προ κρίσης επίπεδα θα μπορούσε να αποφέρει επιπλέον 20% ανοδικό περιθώριο, υπό ανάλογες συνθήκες.
Από την πλευρά των παθητικών ροών, η MS δεν αναμένει ότι οι αναβαθμίσεις από FTSE και STOXX θα έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο στις ελληνικές μετοχές, καθώς οι εκτιμώμενες εισροές υπολογίζονται σε λιγότερο από 300 εκατ. δολάρια ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε μία ημέρα συναλλαγών. Η πορεία προς την ένταξη της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές του MSCI εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περισσότερο. Ως αποτέλεσμα, η πλειονότητα των επενδυτών αναδυόμενων αγορών αναμένεται να παραμείνει τοποθετημένη στις ελληνικές μετοχές εντός του έτους, ενώ οι επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών ενδέχεται να εμφανιστούν ως οι επιπλέον αγοραστές.
Όσον αφορά τις ροές κεφαλαίων, η MS αναμένει από τον MSCI μικρές καθαρές παθητικές εισροές ύψους περίπου 0,6 δισ. δολαρίων κατά την εφαρμογή της αναβάθμισης (αντιστοιχούν σε περίπου τρεις ημέρες συναλλαγών). Ο βασικός παράγοντας μεταβλητότητας αφορά τις ενεργές ροές: πλήρης αποεπένδυση από τα αμιγώς επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων αγορών (EM long-only funds) θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκροές έως και 9,4 δισ. δολάρια, ενώ επενδυτές ανεπτυγμένων αγορών που θα δημιουργούσαν ισοσταθμισμένες θέσεις θα μπορούσαν να προσθέσουν περίπου 7,9 δισ. δολάρια σε εισροές, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις πωλήσεις από την πλευρά των «αναδυόμενων πωλητών». Σε καθαρή βάση, οι ελληνικές μετοχές ενδέχεται να καταγράψουν ήπιες εκροές ύψους περίπου 0,8 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχούν σε περίπου τέσσερις ημέρες συναλλαγών.
Ροές MSCI (δισ. δολάρια ΗΠΑ)

Τα αρνητικά ποσά (σε παρενθέσεις) υποδηλώνουν εκροές κεφαλαίων.
Συνολικά, η Morgan Stanley σκιαγραφεί μια εικόνα αισιοδοξίας με επιφυλάξεις: η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την κρίση, διαθέτει πλέον ισχυρότερο μακροοικονομικό υπόβαθρο και βρίσκεται σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης. Το στοίχημα των επόμενων ετών είναι η μετάβαση από μια ανάπτυξη που τροφοδοτείται από έκτακτους ευρωπαϊκούς πόρους σε ένα πιο αυτάρκες επενδυτικό μοντέλο, χωρίς να χαθεί η δυναμική που έχει χτιστεί την τελευταία πενταετία.
Πιθανό χρονοδιάγραμμα ένταξης των ελληνικών μετοχών στις Ανεπτυγμένες Αγορές
24 Ιουνίου 2025: Ο MSCI ανακοινώνει ότι η Ελλάδα πληροί όλα τα κριτήρια για ένταξη στις Ανεπτυγμένες Αγορές, με εξαίρεση την απαίτηση για μέγεθος και διατηρήσιμη ρευστότητα.
7 Οκτωβρίου 2025: Ο FTSE ανακοινώνει την απόφασή της για αναβάθμιση της Ελλάδας σε Ανεπτυγμένη Αγορά.
Απρίλιος 2026: Ο STOXX ενδέχεται να ανακοινώσει την απόφασή της για ανακατάταξη της Ελλάδας σε Ανεπτυγμένη Αγορά, καθώς η χώρα βρίσκεται ήδη στη λίστα παρακολούθησης (Watch List).
Ιούνιος 2026: Ο MSCI ενδέχεται να ανακοινώσει την έναρξη δημόσιας διαβούλευσης για την εξέταση της ανακατάταξης της Ελλάδας σε Ανεπτυγμένη Αγορά.
21 Σεπτεμβρίου 2026: Τίθεται σε ισχύ η ανακατάταξη της Ελλάδας σε Ανεπτυγμένη Αγορά από τη FTSE. Η αντίστοιχη ανακατάταξη από τη STOXX μπορεί επίσης να τεθεί σε ισχύ, εφόσον έχει προηγηθεί απόφαση τον Απρίλιο του 2026.
Ιούνιος 2027: Ο MSCI ενδέχεται να ανακοινώσει την τελική απόφαση για την αναβάθμιση της Ελλάδας σε Ανεπτυγμένη Αγορά, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαβούλευσης.
Μάιος 2028: Η νέα κατάταξη της Ελλάδας σε Ανεπτυγμένη Αγορά από τη MSCI ενδέχεται να τεθεί σε ισχύ.
