Η Coupang είναι η πιο ισχυρή εταιρεία ηλεκτρονικού εμπορίου στην Νότια Κορέα. Ξεκίνησε από το κλασικό ηλεκτρονικό εμπόριο και διαθέτει ιδιόκτητους αποθηκευτικούς χώρους, δικό στόλο και υπηρεσία παράδοσης προϊόντων.
Έχει επεκταθεί και τομείς όπως η μεταφορά έτοιμων γευμάτων, οι ηλεκτρονικές πληρωμές, οι ηλεκτρονικές διαφημίσεις, το τηλεοπτικό streaming και η παράδοση φρέσκων τροφίμων. Δραστηριοποιείται και σε άλλες χώρες, όπως κυρίως η Ταϊβάν, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του κύκλου εργασιών το επιτυγχάνει στην Νότια Κορέα.
Μέσα στην χώρα, είναι σαφώς η μεγαλύτερη δύναμη στους τομείς δραστηριοποίησής της. Σύμφωνα με δημοσίευμα των “The Korea Times” από την 3η Δεκεμβρίου 2025, η εταιρεία κατέχει μερίδιο 22,70% στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου, με την Naver να ακολουθεί με περίπου 20,70% και άλλες μικρότερες κάτω από 10%.
Κατά άλλες πηγές, το ποσοστό της στην αγορά είναι κοντά στο 25% αλλά αυτό δεν έχει και πολύ μεγάλη σημασία. Όπως και να το κοιτάξει κανείς, η Coupang είναι η πρώτη δύναμη στο ηλεκτρονικό εμπόριο της Νότιας Κορέας.
Ιδρύθηκε το 2010 από τον Bom Kim στην πολιτεία του Ντελαγουέρ των ΗΠΑ όπου σπούδαζε. Παρά το γεγονός πως στις ΗΠΑ έχει ελάχιστη δραστηριότητα, η έδρα της παραμένει εκεί, ενώ το 2022 μεταφέρθηκε στο Σιάτλ των ΗΠΑ και η επιχειρησιακή έδρα της που πριν ήταν στη Σεούλ.
Τυπικά λοιπόν πρόκειται για μία αμερικανική επιχείρηση, η οποία μάλιστα είναι εισηγμένη από τον Μάρτιο του 2021 στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, χρησιμοποιώντας το σύμβολο CPNG. Η είσοδός της έγινε με αρχική δημόσια εγγραφή (IPO) και το ξεκίνημά της ήταν πολύ ελπιδοφόρο, όπως είχαμε δει τότε (Η νοτιοκορεάτικη Coupang… έπιασε την καλή στη Wall Street | Liberal.gr).
Η συνέχεια όμως δεν ήταν εξίσου καλή, καθώς τα διεθνή χρηματιστήρια υποχώρησαν λόγω της αύξησης των επιτοκίων και τα οικονομικά μεγέθη της εταιρείας δεν ικανοποίησαν τους επενδυτές. Η τιμή της δημόσιας εγγραφής ήταν στα 35 δολάρια και τις πρώτες ημέρες διαπραγμάτευσης πλησίασε προς τα 70.
Στην συνέχεια υποχώρησε σημαντικά, την άνοιξη του 2022 κόντεψε να πέσει κάτω από τα 10 δολάρια και μετά ξεκίνησε μία αργή ανάκαμψη, φθάνοντας το περσινό καλοκαίρι πάλι κοντά στα 35 δολάρια. Από τον Σεπτέμβριο ξεκίνησε μία ελαφρά διολίσθηση και η μετοχή υποχώρησε προς τα 30 δολάρια και στο τέλος του Νοεμβρίου οι μέτοχοι υπέστησαν ένα μεγάλο σοκ. Την 1η Δεκεμβρίου, η εταιρεία ανακοίνωσε πως άγνωστοι είχαν αποκτήσει παράνομα πρόσβαση στα ηλεκτρονικά της αρχεία από την 24η Ιουνίου 2025, κάτι που ανακαλύφθηκε την 18η Νοεμβρίου.
Η παράνομη ηλεκτρονική είσοδος ήταν πολύ μεγάλης κλίμακας και η διοίκηση εκτίμησε τότε πως οι εισβολείς είχαν αποκτήσει πρόσβαση στα στοιχεία 33,7 εκατομμυρίων πελατών. Καθώς η εταιρεία απέκτησε μία πιο σαφή εικόνα της κατάστασης, το αρχικό σοκ υποχώρησε αρκετά, αφού αποδείχθηκε πως οι εισβολείς είχαν κλέψει προσωπικά στοιχεία μόνο από 3.000 λογαριασμούς πελατών.
Το πλήγμα όμως ήταν αρκετά βαρύ. Μπορεί να μην έχουν αναφερθεί αποχωρήσεις πελατών αλλά η Coupang δεσμεύθηκε να αποζημιώσει όλους τους πελάτες στα προσωπικά στοιχεία των οποίων είχαν αποκτήσει πρόσβαση οι ηλεκτρονικοί εισβολείς. Αυτό εκτιμάται πως θα κοστίσει πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ. Σημαντικό ήταν και το πλήγμα στην φήμη και την αξιοπιστία της, καθώς περίπου 2 στους 3 κατοίκους της χώρας είναι πελάτες της που είδαν πως τα προσωπικά τους στοιχεία δεν φυλάσσονταν με ασφαλή τρόπο.
Εκτός από αυτά, οι αρχές της χώρας ξεκίνησαν μία πολύ ενδελεχή έρευνα σχετικά με το συμβάν και το κοινοβούλιο κάλεσε για εξηγήσεις τα ανώτατα στελέχη της εταιρείας. Στην σχετική συνεδρίαση του κοινοβουλίου δεν πήγε όμως ο Bom Kim, εξοργίζοντας τους βουλευτές και την κοινή γνώμη.
Δεν πήγε ούτε ο Park Dae-Jun, πρόσφατα παραιτηθείς επικεφαλής των δραστηριοτήτων της Coupang στην Νότια Κορέα. Ο μόνος που παρουσιάστηκε ήταν ο, προσωρινός, διάδοχός του Harold Rogers ο οποίος όμως δεν διαφώτισε και πολύ την αρμόδια επιτροπή. Η κυβέρνηση της χώρας σύστησε μία ειδική επιτροπή για την εξέταση του συμβάντος, ορίζοντας ως μέλη της πολλά στελέχη κρατικών υπηρεσιών ενώ ο πρόεδρος Lee Jae Myung χαρακτήρισε δημοσίως «απίστευτη» την καθυστέρηση στην ανακάλυψη της ηλεκτρονικής εισβολής.
Μετά από αυτά, η μετοχή έχει επιστρέψει στα 20 περίπου δολάρια, στο χαμηλότερο σημείο της τελευταίας διετίας και οι μέτοχοι δεν είναι καθόλου ευχαριστημένοι. Ανάμεσα σε αυτούς είναι και δύο μεγάλες αμερικανικές επενδυτικές εταιρείες, η Greenoaks Capital Partners και η Altimeter Capital Management, οι οποίες κατέχουν μετοχές της Coupang αξίας περίπου 1,50 δισεκατομμυρίων δολαρίων (η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας είναι περίπου 37 δισεκατομμύρια δολάρια).
Οι δύο επενδυτικές εταιρείες υποστηρίζουν πως, παρά το γεγονός πως το μέγεθος της παραβίασης των ηλεκτρονικών συστημάτων της Coupang ήταν περιορισμένο (αναφέρονται στο γεγονός πως οι δράστες «έκλεψαν» στοιχεία μόνο από 3.000 πελάτες) και η εταιρεία συνεργάστηκε στενά με τις αρχές, η κυβέρνηση και οι κρατικές υπηρεσίες της Νότιας Κορέας έχουν βάλει στο στόχαστρο την επιχείρηση.
Υποστηρίζουν μάλιστα πως υπάρχει μία δυσανάλογα αυστηρή στάση απέναντί της σε σχέση με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις με άλλες εταιρείες. Βασιζόμενοι λοιπόν στο γεγονός πως η εταιρεία είναι αμερικανική από νομικής απόψεως ζήτησαν την 22η Ιανουαρίου την παρέμβαση της αμερικανικής κυβέρνηση για την προστασία της Coupang και, προφανώς, της επένδυσής τους σε αυτήν.
Για την ακρίβεια, ζήτησαν από τον Εκπρόσωπο Εμπορίου των ΗΠΑ (U.S. Trade Representative), να ξεκινήσει μία έρευνα του άρθρου 301 σχετικά με την άνιση μεταχείριση της Coupang από τις αρχές της Σεούλ. Τέτοιου τύπου έρευνες έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν εναντίον της Κίνας και έχουν καταλήξει στην επιβολή υψηλών δασμών.
Οι δύο επενδυτικές εταιρείες υποστήριξαν επίσης πως ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας υιοθετεί μία ολοένα και πιο φιλοκινεζική και αντιαμερικανική στάση.
Πιθανώς να αναφέρονται στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Κίνα και τις φωτογραφίες του με τον πρόεδρο Xi Jinping, οι οποίες πιθανότατα δεν άρεσαν και στην αμερικανική ηγεσία μερικούς μήνες μετά την υπογραφή της μεγάλης εμπορικής συμφωνίας που προβλέπει νοτιοκορεατικές επενδύσεις 350 δις δολαρίων στις ΗΠΑ.
Η Robyn Mak του Reuters Breakingviews, σε χθεσινό σχετικό άρθρο της, χαρακτήρισε υπερβολικούς τους ισχυρισμούς των επενδυτών περί άδικης και μεροληπτικής συμπεριφοράς της Νότιας Κορέας προς την Coupang, επισημαίνοντας πως είναι γνωστό πως οι αρχές της χώρας φέρονται με πολύ σκληρό τρόπο σε όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην επικράτειά της. Φαίνεται όμως πως ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ J.D. Vance δεν τους θεωρεί και πολύ υπερβολικούς.
Την προηγούμενη Παρασκευή 23 Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός της χώρας Kim Min – seok δήλωσε πως ο Αμερικανός αντιπρόεδρος εξέφρασε την ελπίδα πως τα ζητήματα που έχουν σχέση με την μαζική διαρροή ηλεκτρονικών στοιχείων και αφορούν στην εταιρεία ηλεκτρονικού εμπορίου Coupang που εδρεύει στις ΗΠΑ μπορούν να επιλυθούν με δίκαιο τρόπο για να αποφευχθούν εντάσεις.
Ο Kim δήλωσε στους συμπατριώτες του δημοσιογράφους πως ο Βανς ζήτησε την εξέταση του ζητήματος από τις δύο κυβερνήσεις προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες παρεξηγήσεις και πιθανή κλιμάκωση της κατάστασης.
Αν κάποιος θέλει να σκεφθεί πονηρά, θα μπορούσε να πει πως η υπόθεση Coupang θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν μοχλό πίεσης των ΗΠΑ προς την Νότια Κορέα, ειδικά αν οι αναφορές των δύο επενδυτών στην στάση του προέδρου Lee απέναντι στην Κίνα απηχούν τις απόψεις της αμερικανικής ηγεσίας.
Υποθέτουμε πως το επόμενο διάστημα θα μάθουμε αν ταιριάζουν οι πονηρές σκέψεις και, από χρηματιστηριακής άποψης, αν αυτή η υπόθεση θα βοηθήσει ή θα βλάψει την η μετοχή της εταιρείας που, υπενθυμίζουμε, βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Δεν αποκλείεται να έχουμε μπροστά μας μία ακόμα περίπτωση μετοχής που οι κινήσεις της θα εξαρτηθούν από τις διαθέσεις του Λευκού Οίκου.
