Ο κόσμος έχει γίνει πολύ πιο ευμετάβλητος, πολύ πιο αβέβαιος, πολύ πιο πολύπλοκος και ασαφής. Αν υπάρχει ένα δίδαγμα από την σημερινή συγκυρία, είναι ότι η ισχύς μιας κοινωνίας δεν απορρέει από την έκταση της γης που κατέχει, αλλά από την οικονομική, τεχνολογική θεσμική και ηθική συγκρότησή της. Και αυτό, όσο κι αν ανατρέπεται προσωρινά, τελικά επιβεβαιώνεται από την ιστορία.
Ο προηγούμενος οικονομικός μεγάκυκλος 1968-2024, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από την εμφάνιση της πληροφορικής και του ίντερνετ, συνοδεύτηκε από ιστορικά χαμηλά επιτόκια, εκρηκτική αύξηση του χρέους και άνευ προηγουμένου παρέμβαση των κεντρικών τραπεζών, έφτασε στο τέλος του παραδίνοντας όμως ένα τριπλασιασμό του παγκόσμιου ΑΕΠ τα τελευταία 30 έτη.
Κάθε μεγάκυκλος χαρακτηρίζεται από 28 έτη έντονων δομικών αλλαγών στην οικονομία, στην κοινωνία, στις ιδεολογίες και στην πολιτική. Όποιες χώρες και επιχειρήσεις καταφέρουν να προσαρμοσθούν θα γνωρίσουν τα επόμενα 28 έτη της ευημερίας. Στο καθοδικό τμήμα του προηγούμενου μεγακύκλου 1968-1996 εμφανίστηκαν οι νέες τεχνολογίες της πληροφορικής και του ιντερνέτ, αλλά και κρίσεις, αναδιατάξεις, προσαρμογές που οδήγησαν στο ανοδικό τμήμα του προηγούμενου μεγακύκλου 1996-2024, όπου το παγκόσμιο ΑΕΠ υπέρ-τριπλασιάστηκε από τα $32 τρισ. έφθασε στα $110 τρισ.

Τα θεμέλια που στήριξαν την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων 30 ετών αμφισβητούνται πλέον ευθέως καθώς η παγκοσμιοποίηση υφίσταται αναδίπλωση, και τα κράτη αναζητούν μεγαλύτερη αυτάρκεια και ασφάλεια στις προμήθειες των αγαθών τους. Σήμερα, το παγκόσμιο εμπόριο βρίσκεται σε ανισορροπία υπό την επήρεια αθέμιτων πρακτικών (τεχνητή υποτίμηση νομισμάτων, κρατικές επιδοτήσεις για πωλήσεις κάτω του κόστους, κεφαλαιακοί έλεγχοι συναλλάγματος για αποτροπή εισαγωγών, μη προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας των εμπορικών σημάτων, κ.λπ.), τις οποίες δεν μπορεί να ανακόψει ούτε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου καθώς μέλη του είναι και αυτοί που κάνουν τις παραβιάσεις. Παραβιάζονται σωρεία ηθικών κανόνων για ένα δίκαιο διεθνές εμπόριο που δημιουργούν παγκόσμια αναταραχή, τεράστια εμπορικά ελλείμματα, τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.
Ο νέος μεγάκυκλος 2024-2080 ξεκινάει βασισμένος στην Τεχνητή Νοημοσύνη και άλλες νέες τεχνολογίες. Η επανεκκίνηση αυτή, όπως συμβαίνει με κάθε θεμελιώδη μετασχηματισμό, είναι εγγενώς επώδυνη στα πρώτα της στάδια και διακρίνεται από υψηλά επίπεδα αβεβαιότητας. Καθώς η παγκόσμια οικονομία μεταβαίνει από τις αρχές και τις δομές που τη χαρακτήριζαν κατά τις προηγούμενες δεκαετίες του προηγούμενου οικονομικού μεγακύκλου, σε ένα νέο πλαίσιο, που ακόμα δεν έχει διαμορφωθεί, υπάρχει ένα πλήθος παραμέτρων και μεταβλητών που συνδυάζονται για να καθορίσουν τη μελλοντική της φυσιογνωμία.
Η οικονομική επανεκκίνηση, συνεπώς, δεν είναι απλώς μια περιοδική διόρθωση της παγκόσμιας οικονομίας. Πρόκειται για μια βαθύτερη, θεσμική και συστημική μετάβαση που συμβαίνει κάθε 5-6 δεκαετίες και τη βλέπουμε σήμερα να εξελίσσεται. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον όπου οι σταθερές του παρελθόντος, όπως το ελεύθερο εμπόριο, η παγκοσμιοποίηση, η διεθνής διακυβέρνηση, αμφισβητούνται και αντικαθίστανται από έναν πιο κατακερματισμένο, πολυκεντρικό και πιθανώς συγκρουσιακό κόσμο καθώς η διεθνής συνεννόηση υποχωρεί.
Ο δρόμος προς την οικονομική σταθεροποίηση και την εμπέδωση της νέας διεθνούς οικονομικής τάξης απαιτεί στρατηγική διορατικότητα, ενίσχυση των θεσμών και πολυμερή συνεργασία. Εάν οι κυβερνήσεις παραμείνουν παγιδευμένες σε βραχυπρόθεσμες προσεγγίσεις και εσωστρεφείς πολιτικές, το κόστος της μετάβασης αυτής θα είναι μεγαλύτερο και η διάρκεια της αβεβαιότητας παρατεταμένη.
Σε κάθε οικονομικό μεγάκυκλο αναδύεται μια χώρα ως νέα οικονομική δύναμη. Στον προηγούμενο μεγάκυκλο ήταν η Κίνα, στο προ-προηγούμενο ήταν η Ιαπωνία. Πάντοτε εμφανιζόταν μια σημαντική χαμηλού κόστους εξαγωγική χώρα που αντιστάθμιζε το υψηλό κόστος παραγωγής στο εσωτερικό των πλούσιων χωρών. Στις αρχές του 20ού αιώνα αυτό ήταν η Ευρώπη για τις ΗΠΑ, αργότερα η Ιαπωνία, και μετά η Κίνα. Η εξέλιξη της Κίνας φτάνει σε ένα σημείο όπου πλέον η διαταραχή στην αμερικανική οικονομία είναι μεγάλη και οι τιμές ανεβαίνουν.
Έτσι οι ΗΠΑ αναζητούν ποια χώρα ή χώρες θα είναι η «επόμενη Κίνα» που θα αναδυθεί στον νέο οικονομικό μεγάκυκλο. Δηλαδή ποια περιοχή ή χώρα μπορεί να προσφέρει χαμηλού κόστους εξαγωγές για να κρατήσει χαμηλό το κόστος κατανάλωσης στις ΗΠΑ.
Οι ώριμες, ανεπτυγμένες οικονομίες τείνουν με τον καιρό να παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα μισθών και λειτουργικού κόστους με αποτέλεσμα, η συνολική οικονομική μεγέθυνση να μην συνεπάγεται απαραίτητα βελτίωση της ευημερίας για το σύνολο του πληθυσμού. Για να διατηρηθούν τα παραγωγικά κόστη σε ανεκτά επίπεδα, οι χώρες αυτές στρέφονται στην εισαγωγή φθηνότερων προϊόντων από οικονομίες με χαμηλότερο κόστος εργασίας και παραγωγής. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε ιστορικά στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία: όπου αρχικά μείωσε το κόστος πολλών καταναλωτικών αγαθών και διεύρυνε την πρόσβασή τους σε ευρύ μέρος της δυτικής αγοράς. Όταν όμως η ιαπωνική οικονομία ωρίμασε και τα κόστη ανέβηκαν, η προτίμηση κατευθύνθηκε προς την Κίνα ως βασικό προμηθευτή χαμηλού κόστους παραγωγής. Η ροή Δυτικών κεφαλαίων προς την Κίνα ενίσχυσε περαιτέρω αυτήν την άνοδο.
Οι πλούσιες οικονομίες συχνά καλύπτουν τις ανάγκες τους με φθηνές εισαγωγές από χώρες χαμηλότερου κόστους, όμως, καθώς οι εξαγωγικές οικονομίες προοδεύουν, αποκτούν διαπραγματευτική ισχύ και γεωπολιτική επιρροή με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ και πολλές Δυτικές χώρες να εξαρτώνται από την Κίνα η οποία έχει ασυνήθιστα υψηλά εμπορικά πλεονάσματα, πράγμα δυνητικά επικίνδυνο για την οικονομική σταθερότητα των ΗΠΑ.
Το Δόγμα Μονρόε της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, διατυπωμένο το 1823, εν συντομία, διακηρύσσει ότι οι χώρες της Ευρώπης δεν πρέπει να εμπλέκονται ή να επεκτείνουν την «αποικιακή» τους επιρροή στο δυτικό ημισφαίριο (Αμερική), ενώ ταυτόχρονα προβάλλει την αμερικανική σφαίρα επιρροής σε όλη την Αμερικάνικη ήπειρο. Οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα θεωρείται ως πράξη επιθετικότητας κατά των ΗΠΑ. Αν και στην αρχική του μορφή ήταν περισσότερο γεωπολιτικό πλαίσιο, οι σύγχρονες εξελίξεις δείχνουν ότι το δόγμα διαθέτει και ουσιαστική οικονομική διάσταση, η οποία συνδέεται άμεσα με ενεργειακά συμφέροντα, ναυτικές οδούς και εμπορικές ροές, παράγοντες που επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια και την οικονομική ευημερία των ΗΠΑ. Η πρόσφατη επαναδιατύπωσή του μέσω της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, απαιτεί την μείωση της έκθεσης των ΗΠΑ στο Ανατολικό Ημισφαίριο και την εστίαση στη στρατηγική τους για το Δυτικό Ημισφαίριο. Εφόσον οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποσυρθούν πλήρως από το Ανατολικό Ημισφαίριο, τείνουν να τερματίσουν ή τουλάχιστον να βελτιώσουν τις εχθρικές σχέσεις που έχουν εμπλέξει τις ΗΠΑ σε αρκετούς δαπανηρούς και αποτυχημένους πολέμους, διατηρώντας ταυτόχρονα κρίσιμες οικονομικές σχέσεις κυρίως στους εμπορικούς διαδρόμους και στα κρίσιμα στενά καθώς όποιος ελέγχει τους εμπορικούς διαδρόμους ελέγχει τον κόσμο.
Το νέο δόγμα, εξίσου σημαντικό, απαιτεί ατύπως μία πιο ενεργή εμπλοκή στο Δυτικό Ημισφαίριο, με στόχο την επιβεβαίωση της ασφάλειας και του κυριαρχικού ρόλου των ΗΠΑ και τη ριζική ενίσχυση των οικονομικών ικανοτήτων της Λατινικής Αμερικής, ώστε οι ΗΠΑ να μπορέσουν να αποδεσμευτούν από το Ανατολικό Ημισφαίριο. Για να συμβεί αυτό, τα λατινοαμερικανικά κράτη πρέπει να γίνουν πιο πολιτικά σταθερά και οικονομικά παραγωγικά.
Τα κράτη της Λατινικής Αμερικής είναι το Μεξικό, όλα τα κράτη της Κεντρικής Αμερικής, τα κράτη της Νότιας Αμερικής και τις ισπανόφωνες/γαλλόφωνες χώρες της Καραϊβικής. Μερικά από αυτά, όπως η Βραζιλία, το Μεξικό, η Αργεντινή, εμφανίζουν τώρα σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Υπάρχει αυξανόμενο επενδυτικό ρεύμα προς τη νότια ζώνη Αργεντινή, Βραζιλία, Χιλή και βλέπουμε ροές κεφαλαίου από ΗΠΑ, Ευρώπη και Κίνα. Η περιοχή προγραμματίζεται να αναδειχθεί ως το επόμενο μεγάλο εξαγωγικό μπλοκ με φθηνές εξαγωγές που θα αντικαταστήσει την Κίνα. Ίσως αυτό να μην είναι το κύριο κίνητρο των πολιτικών, που το βλέπουν κυρίως ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά, κοιτάζοντας την παγκόσμια οικονομία, τέτοιες περιοχές αναδύονται οικονομικά. Οι ΕΕ ήδη συνάπτει συμφωνία με τις χώρες της Mercosur στη Νότια Αμερική.
Οι ΗΠΑ επανατοποθετούνται στο παγκόσμιο εμπόριο για να διαφυλάξουν τα ζωτικά τους συμφέροντα στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, εξασφαλίζοντας ένα σταθερό περιβάλλον όπου μπορεί να αναπτυχθεί νέα εξαγωγική δυναμική. Η γεωπολιτική λογική είναι ότι μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη στη Λατινική Αμερική θα μειώσει τις ευπάθειες στο Ανατολικό Ημισφαίριο και, με τον καιρό, θα μπορούσε να εξομαλύνει τη μετανάστευση προς τις ΗΠΑ. Αυτό θα απαιτούσε μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα σε ορισμένες λατινοαμερικανικές χώρες.
Η Λατινική Αμερική ως σύνολο θα βγει ζημιωμένη αν το κεφάλαιο και η οικονομική δραστηριότητα παραμένουν στα χέρια των εμπόρων ναρκωτικών. Είναι πολύ δύσκολο να αναπτυχθεί μια μαζική βιώσιμη οικονομία όταν μεγάλο μέρος του πλούτου βρίσκεται σε ναρκοκαρτέλ. Έτσι, ο εξορθολογισμός των οικονομικών της Λατινικής Αμερικής απαιτεί τη συρρίκνωση της ισχύος των εμπόρων ναρκωτικών. Δεν πρόκειται να εξαλειφθούν πλήρως, αλλά το να καθαρίσει σε κάποιο βαθμό το πεδίο θα ανοίξει τον δρόμο για περισσότερες νόμιμες επενδύσεις σε βιώσιμους τομείς.
Μεγάλο μέρος των ναρκωτικών που φτάνουν στις ΗΠΑ δεν καλλιεργείται στη Βενεζουέλα, καλλιεργείται στην Κολομβία και αλλού αλλά ακόμη και η Βραζιλία έχει τα δικά της προβλήματα με τα καρτέλ. Είναι πολύ δύσκολο να αναπτυχθεί μια μεγάλη οικονομία όταν τα κέντρα οικονομικής δύναμης είναι στα χέρια εμπόρων ναρκωτικών. Συνεπώς, το πιο ρεαλιστική επιλογή είναι να καθαρίσουν εν μέρει τα πεδία από τα καρτέλ και να ανοίξουν την πόρτα σε νόμιμες επενδύσεις και παράλληλα να λυθεί η πάντα πιθανή απειλή της Κούβας που υποστηρίζεται από τη Βενεζουέλα και τη Ρωσία.
Το Μεξικό ήδη συντονίζεται να παίξει ένα τέτοιο ρόλο. Πρόσφατα η Γερουσία και το Κογκρέσο του Μεξικού ενέκριναν το νομοσχέδιο δασμών στην Κίνα, στην Ινδία, στην Ινδονησία, Νότια Κορέα και Ταϊλάνδη. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, το Μεξικό θα επιβάλει δασμούς που κυμαίνονται από 5% έως 50% σε πάνω από 1.400 προϊόντα. Για ορισμένα είδη, όπως τα αυτοκίνητα και τα εξαρτήματα αυτοκινήτων, ο δασμός πηγαίνει κατ’ ευθείαν στο 50%.
Η πραγματικότητα είναι ότι υπάρχει τεράστια αμερικανική πίεση στο παρασκήνιο. Η οικονομία του Μεξικού είναι δομικά εξαρτημένη από τις ΗΠΑ: το 80% των εξαγωγών του Μεξικού κατευθύνονται στις ΗΠΑ. Ο αυτοκινητοβιομηχανικός τομέας είναι βαθιά ενσωματωμένος στις βορειοαμερικανικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Ένα αυτοκίνητο διασχίζει τα σύνορα ΗΠΑ - Μεξικό έξι έως οκτώ φορές πριν την τελική συναρμολόγηση. Έτσι, όταν το Μεξικό λέει ότι αυτά τα αυτοκίνητα από την Ασία «δεν προσθέτουν αξία» στο Μεξικό, στην ουσία εννοεί ότι αυτές οι εισαγωγές δεν εντάσσονται στο ελεγχόμενο από τις ΗΠΑ βορειοαμερικανικό παραγωγικό οικοσύστημα.
Επί του παρόντος, ο γεωγραφικός και οικονομικός χώρος της Κίνας στην εγγύτητα των ΗΠΑ αποτελεί «κόκκινη γραμμή», και η μείωση του χώρου της Κίνας σε αυτή την περιοχή είναι κάτι που οι ΗΠΑ υποστηρίζουν σιωπηρά. Αυτό δημιουργεί ένα μικρό παράθυρο όπου η Ινδία ωφελείται, επειδή οι ΗΠΑ προτιμούν την Ινδία έναντι της Κίνας, αλλά αυτό είναι υπό τον απόλυτο έλεγχο της Ουάσινγκτον, και δεν θα το διατυπώσουν ή δεν θα το δώσουν εντολή απευθείας στο Μεξικό. Αντ’ αυτού θα παρακολουθούν, θα μετρούν και θα επιβραβεύουν την ευθυγράμμιση.
Επομένως, αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο δασμούς, αλλά αφορά το πώς αλλάζει το παγκόσμιο εμπόριο, πώς η γεωπολιτική, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και η πίεση από τις ΗΠΑ διαμορφώνουν αποφάσεις.
Συνοψίζοντας, η ιστορία των ΗΠΑ επιβεβαιώνει ότι κάθε κρίση φέρει σπέρματα μετασχηματισμού. Στο τέλος του κύκλου 1968-2024, στα πρώτα 28 έτη (2024-2052) η πορεία αυτή ενδέχεται να είναι θυελλώδης, αλλά και καθοριστική τόσο για τον καθορισμό του αμερικανικού αλλά και του παγκόσμιου μέλλοντος μέχρι να έρθουν τα επόμενα 28 έτη ευημερίας, που θα συμβούν την περίοδο 2052-2080.
Με γνώμονα τη μελέτη των μακροχρόνιων μεγακύκλων, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται σε «κύματα» μετασχηματισμών. Ο νέος κύκλος ξεκίνησε από 2025 με τεκτονικές αλλαγές που θα συμβούν μέχρι το 2052. Όσοι λαοί, οργανισμοί ή ηγεσίες έχουν τη διορατικότητα να διαγνώσουν τις επικείμενες αλλαγές και να κινητοποιηθούν έγκαιρα, διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα για να διαμορφώσουν ένα αύριο βασισμένο σε ειρηνική ανάπτυξη, αμοιβαία συνεργασία και καινοτομία.
Η ανάδειξη χωρών της Λατινικής Αμερικής ως επόμενη «Κίνα» έχει ήδη ξεκινήσει ως μια νομοτελειακή διαδικασία του νέου οικονομικού μεγακύκλου.
* Ο Γιώργος Σ. Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων.
