Ο πληθωρισμός είναι ένα από τα κύρια προβλήματα που απασχολούν τους Ιάπωνες και ειδικά το αυξημένο κόστος των τροφίμων, το οποίο σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν την Παρασκευή που μας πέρασε, αποτελεί τον βασικό παράγοντα που ωθεί τον γενικό πληθωρισμό υψηλότερα.
Υπενθυμίζουμε ότι το ποσοστό των δαπανών για τρόφιμα στο σύνολο της κατανάλωσης των ιαπωνικών νοικοκυριών ανήλθε στο 28,9% τον Νοέμβριο, ήτοι το υψηλότερο επίπεδο για τον συγκεκριμένο μήνα από τότε που άρχισαν να τηρούνται συγκρίσιμα στοιχεία το 2000.
Προκειμένου να υποστηρίξει τα ιαπωνικά νοικοκυριά και την ανάπτυξη, η πρωθυπουργός της χώρας, Σανάε Τακαΐτσι, ήδη από τον Νοέμβριο ανακοίνωσε την πρόθεσή της για μια ιδιαίτερα επεκτατική πολιτική εγκαταλείποντας τον ετήσιο στόχο εξισορρόπησης του Προϋπολογισμού.
Πιο συγκεκριμένα η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας ανακοίνωσε ότι ο μακροπρόθεσμος στόχος της κυβέρνησης για επίτευξη θετικού πρωτογενούς ισοζυγίου δε θα επανεξετάζεται πλέον σε ετήσια βάση και θα προωθήσει νέα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης με πιθανή έκδοση ομολόγων για τη χρηματοδότησή τους. (σ.σ: Το πρωτογενές ισοζύγιο αναφέρεται στη διαφορά μεταξύ των δημόσιων δαπανών και των εσόδων, μετά την αφαίρεση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους).
Προφανώς, το μεγάλο στοίχημα της Τακαΐτσι είναι να επιτύχει ονομαστική ανάπτυξη που θα υπερβαίνει τις αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων.
Από την ημέρα όμως που η Τακαΐτσι αποφάσισε να υιοθετήσει μια πιο μακροπρόθεσμη προσέγγιση στη διαχείριση των οικονομικών, εστιάζοντας σε έναν συνολικό στόχο καθαρού χρέους που λαμβάνει επίσης υπόψη την ισχύ των περιουσιακών στοιχείων της χώρας, ξεκίνησε μια ταραχώδης περίοδος για την ιαπωνική αγορά, με τα ιαπωνικά ομόλογα και το γιεν να βρίσκονται εν μέσω εξαιρετικού volatility.
Βλέπετε, η επεκτατική πολιτική που ανακοίνωσε η Σαναέ Τακαΐτσι προκειμένου να μετριάσει το πλήγμα στα ιαπωνικά νοικοκυριά από τις υψηλές πληθωριστικές πιέσεις, οδήγησε σχεδόν άμεσα τους επενδυτές στην επαναξιολόγηση της δυναμικής του χρέους της χώρας.
Aπό τις αρχές Νοεμβρίου μέχρι σήμερα η απόδοση της ιαπωνικής δεκαετίας έχει ανέβει από το 1,68% στο 2,26%. Πρόκειται για μια τεράστια αύξηση απόδοσης της τάξης του 34% μέσα σε λιγότερο από τρεις μήνες, ενώ μόνο τον τελευταίο μήνα η απόδοση των δεκαετών ομολόγων της Ιαπωνίας έχει ενισχυθεί κατά 10%.
Δραματική η εικόνα και στις μακροπρόθεσμες εκδόσεις. Την Παρασκευή η απόδοση της ιαπωνικής 40ετίας έκλεισε πέριξ του 3,94%, ενώ λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 20 Ιανουαρίου είχε ξεπεράσει το 4% για πρώτη φορά στην ιστορία. (σ.σ: To υψηλό της 20ης Ιανουαρίου ανήλθε στο 4,216%).
Η άνοδος των αποδόσεων και μάλιστα των μακροπρόθεσμων είναι δείγμα πολύ έντονων πωλήσεων, οι οποίες έγιναν ακόμα πιο έντονες όταν η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας σε μια προσπάθεια να ενισχύσει την οριακή πλειοψηφία που διέθετε στην Κάτω Βουλή και να εδραιώσει την εξουσία της, προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 8 Φεβρουαρίου.
Οι ανησυχίες ότι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της Τακαΐτσι και ο αργός ρυθμός αύξησης των επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εξαιρετικά μεγάλες νέες εκδόσεις χρέους και πολύ υψηλό πληθωρισμό πίεσαν και το γιεν, με αποτέλεσμα το ζεύγος usd/jpy να φτάσει στην προηγούμενη εβδομάδα μια ανάσα από το ορόσημο των ¥160.
Η BoJ όμως άλλαξε το παιχνίδι την εβδομάδα που μας πέρασε, όταν παρά το γεγονός ότι διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια στο 0,75%, ενίσχυσε τις προβλέψεις της για τον πληθωρισμό αλλά και την ανάπτυξη και ανέφερε ότι τα πραγματικά επιτόκια είναι σε σημαντικά χαμηλά επίπεδα και ότι αν οι προβλέψεις της επιβεβαιωθούν, θα συνεχίσει να αυξάνει τα επιτόκια.
Μετά τη δήλωση αυτή το γιεν εκτινάχτηκε, ενώ χέρι βοηθείας πρόσφερε και η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας όταν υποσχέθηκε σε συνέντευξη της στη Fuji Television, να δράσει κατά των «κερδοσκοπικών ή πολύ ασυνήθιστων κινήσεων της αγοράς».
Επιπλέον, τα σχόλια της FED της Νέας Υόρκης πυροδότησαν φήμες που υποστηρίζουν την αύξηση των πιθανοτήτων για κοινή παρέμβαση ΗΠΑ - Ιαπωνίας προκειμένου να σταματήσει η πτώση του γιεν.
Το αδύναμο γιεν είναι φυσικό να αποτελεί πονοκέφαλο για την Τακαΐτσι και την Τράπεζα της Ιαπωνίας, δεδομένου ότι αυξάνει το κόστος των εισαγωγών και τον ευρύτερο πληθωρισμό, πλήττοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Οι αυξημένες αποδόσεις των ομολόγων από την άλλη αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης του τεράστιου δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας.
Τις ΗΠΑ όμως γιατί τις προβληματίζει τόσο ώστε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, να εκφράσει την προηγούμενη εβδομάδα στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός τη δυσαρέσκεια της Ουάσινγκτον για τις επιπτώσεις από την άνοδο των αποδόσεων των ιαπωνικών ομολόγων;
Πιο συγκεκριμένα, ο Μπέσεντ δήλωσε ότι είναι «πολύ δύσκολο να διαχωριστεί η αντίδραση της αγοράς από ό,τι συμβαίνει ενδογενώς στην Ιαπωνία...Έχω έρθει σε επαφή με τους οικονομικούς ομολόγους μου στην Ιαπωνία και είμαι βέβαιος ότι θα αρχίσουν να λένε πράγματα που θα ηρεμήσουν την αγορά».
Πράγματι, αμέσως μετά τις παραπάνω δηλώσεις του Μπέσεντ, η Τακαΐτσι δήλωσε με τη σειρά της ότι η Ιαπωνία μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή κεφάλαια για την αναστολή φόρων χωρίς να εκδώσει νέο χρέος και ο διοικητής της Τράπεζας της Ιαπωνίας, Καζούο Ουέντα, άφησε να εννοηθεί την Παρασκευή ότι η κεντρική τράπεζα είναι έτοιμη να συνεργαστεί στενά με την κυβέρνηση για τον περιορισμό των απότομων αυξήσεων των αποδόσεων, μεταξύ άλλων μέσω της διεξαγωγής επειγόντων πράξεων αγοράς ομολόγων.
Γιατί ανησυχούν οι Αμερικανοί
Ένας από τους λόγους που ανησυχούν οι Αμερικανοί για όσα διαδραματίζονται στην Ιαπωνία είναι ότι οι τεράστιες κινήσεις στις αποδόσεις των ιαπωνικών ομολόγων έχουν προκαλέσει «σεισμό» στα χρηματοπιστωτικά assets διεθνώς, με αποτέλεσμα οι επενδυτές να επαναξιολογούν τις επιλογές τους, κάτι που επηρεάζει τις αποδόσεις και των αμερικανικών τίτλων.
Τουτέστιν, όταν ανεβαίνουν οι αποδόσεις των JGBs, το αμερικανικό Treasury γίνεται λιγότερο ελκυστικό, καθώς με το ιαπωνικό 10ετές να ανέρχεται από το 0% στο 2,26% ο Ιάπωνας επενδυτής δεν χρειάζεται πλέον να επενδύσει στις ΗΠΑ και να «μπλέξει» με συναλλαγματικό ρίσκο και κόστος hedging δολαρίου.
Ένας άλλος λόγος είναι ότι oρισμένα κόμματα βλέπουν περιθώρια για αξιοποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων και των συμμετοχών της Τράπεζας της Ιαπωνίας σε ETFs. Ήδη άλλωστε πριν από μήνες είχε καθοριστεί ένα πρόγραμμα πωλήσεων ETFs περίπου 330 δισ. γιεν ετησίως, ήτοι πέριξ των 2,1 δισ. δολαρίων με βάση την τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία.
Μια επιτάχυνση, λοιπόν, των πωλήσεων αυτών θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μέτρα όπως η προσωρινή μείωση φόρων.
Όμως την ίδια στιγμή θα σήμαινε την πώληση και αμερικανικών ομολόγων, κάτι που όπως είναι φυσικό θα ήθελαν να αποφύγουν οι ΗΠΑ.
Bλέπετε, οι ιαπωνικές τράπεζες, οι ασφαλιστικές και τα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι από τους μεγαλύτερους ξένους κατόχους αμερικανικού χρέους, καθώς με τα ιαπωνικά επιτόκια πέριξ του μηδενός για χρόνια, αγόραζαν αμερικανικά ομόλογα δεδομένου ότι απέδιδαν πολύ περισσότερο.
Αν τα ιαπωνικά funds, λοιπόν, πουλήσουν απότομα μεταξύ άλλων και τα αμερικανικά ομόλογα και επαναπατρίσουν τα κεφάλαια, τότε οι αποδόσεις στις ΗΠΑ θα αρχίσουν να ανεβαίνουν.
Τουτέστιν, η Ιαπωνία ήταν επί δεκαετίες η μηχανή του yen carry trade, ήτοι του δανεισμού σε φθηνό γιεν προκειμένου να τοποθετηθεί κανείς σε υψηλότερες αποδόσεις αλλού. Όσο οι αποδόσεις και τα επιτόκια αυξάνονται στην Ιαπωνία, αυτό το μοντέλο χάνει τη λογική του για όλους.
Προσοχή στο γιεν
Η πορεία του γιεν εφεξής θα παίξει τεράστιο ρόλο. Ένα ισχυρότερο γιεν θα καταστήσει πιο εύκολο τον επαναπατρισμό κεφαλαίων στην Ιαπωνία και θα πιέσει τα δολαριακά assets.
Aντίθετα, ένα αδύναμο γιεν θα κάνει τους Ιάπωνες πιο διστακτικούς στην πώληση δολαριακών assets.
Kάτι ακόμα που θα πρέπει να προσέξουν οι επενδυτές είναι ότι θα είναι λάθος να θεωρήσουν την πορεία του γιεν εφεξής προδιαγεγραμμένη. Για τη στήλη όλα τα σενάρια είναι ανοικτά, ακόμα και αν η Ιαπωνία προχωρήσει στην αξιοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων και πουλήσει αμερικανικά assets.
Βλέπετε, η αξιοποίηση περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας της Ιαπωνίας πέραν ότι ενέχει τον κίνδυνο να επηρεάσει τις αγορές και να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερη αστάθεια, ενέχει και τον κίνδυνο να αμφισβητηθεί η ανεξαρτησία της BOJ.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ένα επικίνδυνο βήμα που θα μπορούσε στο τέλος της ημέρας να αποδυναμώσει περαιτέρω το γιεν και να αυξήσει τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, επιφέροντας ακόμα μεγαλύτερη αναταραχή στις αγορές. Σε ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσαν τα αμερικανικά ομόλογα να κερδίσουν ένα μέρος της λάμψης τους σαν «safe heaven».
Όπως και να έχει, η αναταραχή στην Ιαπωνία φαίνεται ότι είναι πολύ πιθανόν να αφαιρέσει έναν από τους μεγαλύτερους φυσικούς αγοραστές του αμερικανικού Τreasury. Αυτό μπορεί να κρατήσει τις επόμενες ημέρες τις αποδόσεις των ΗΠΑ λίγο υψηλότερες και να κάνει την αγορά πιο νευρική.
Όμως το πιο λογικό σενάριο είναι η ιαπωνική κυβέρνηση και η BOJ να σχεδιάσουν πολύ προσεκτικά τις κινήσεις τους ώστε να μην τραντάξουν τις αγορές.
Αυτό συνεπάγεται ότι οι πωλήσεις θα γίνουν με ελεγχόμενο ρυθμό στα πρότυπα των αποφάσεων του φθινοπώρου- ήτοι πέριξ των 2,1 δισ. δολαρίων ετησίως, ίσως και λίγο περισσότερο- χωρίς δραματικές ανακοινώσεις αλλά με διακριτικότητα και χαμηλούς τόνους.
Σε κάθε περίπτωση, οι επενδυτές θα πρέπει να έχουν τεντωμένες τις κεραίες τους σε περίπτωση απότομης ενίσχυσης του γιεν, απότομης ενίσχυσης των αποδόσεων των ιαπωνικών ομολόγων ή «άκομψων» δηλώσεων πολιτικών στελεχών για αθρόες πωλήσεις ΕΤFs.
*Αποποίηση Ευθύνης
Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
