Γεωπολιτικές εντάσεις και Λατινική Αμερική στο μικροσκόπιο των επενδυτών
Shutterstock
Shutterstock
Αγορές

Γεωπολιτικές εντάσεις και Λατινική Αμερική στο μικροσκόπιο των επενδυτών

Τα σαββατιάτικα γεγονότα στη Βενεζουέλα δεν αποτέλεσαν πραγματική έκπληξη για όσους παρακολουθούσαν με προσοχή τα όσα συνέβαιναν στην περιοχή τους τελευταίους μήνες. Όσο όμως και να υπήρχαν οι σχετικές υποψίες, τώρα δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία πως η περιοχή της Λατινικής Αμερικής πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στις παγκόσμιες εστίες γεωπολιτικής έντασης. Φαίνεται πως η κατάσταση στη Βενεζουέλα έχει αλλάξει οριστικά αλλά από τις δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας καταλαβαίνουμε πως, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να δούμε παρόμοιες εξελίξεις και μέσα στους επόμενους μήνες.

Η Κολομβία, το Μεξικό και πιθανότατα και η Κούβα είναι βέβαιο πως θα αντιμετωπίσουν σημαντικές δυσκολίες στις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ το επόμενο διάστημα και κανείς δεν μπορεί να ξέρει ακόμα πώς θα προχωρήσουν τα πράγματα και ποιες θα είναι οι παράπλευρες συνέπειες των αλλαγών που έχουμε δει και αυτών που θα δούμε σχετικά σύντομα. Αν η Λατινική Αμερική ήταν η μόνη γεωπολιτική πηγή ανησυχιών, τα πράγματα θα ήταν σχετικά απλά, δεν είναι όμως.

Από το φθινόπωρο του 2021 έχει ξεκινήσει η ένταση στα ανατολικά της Ευρώπης και κοντεύουν τέσσερα χρόνια από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Ο πόλεμος που έχει προκαλέσει τεράστιες καταστροφές και εκατοντάδες χιλιάδες θύματα δεν λέει να τελειώσει, όπως και η αναστάτωση που έχει προκαλέσει κυρίως στην Ευρώπη αλλά στον υπόλοιπο κόσμο.

Στα ανατολικά της Ασίας, οι πολύ πρόσφατες κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις σχεδόν δίπλα στην Ταϊβάν υπενθύμισαν σε όλους μας πως το ζήτημα του «αεροπλανοφόρου γεμάτου με εργοστάσια microchips» παραμένει υπαρκτό, ειδικά από την στιγμή που η αμερικανική στάση ερμηνεύεται από πολλούς ως λιγότερο σαφής και κατηγορηματική από τις μέχρι πρότινος πάγιες θέσεις της. Στην ίδια περίπου περιοχή και με αφορμή πάλι την Ταϊβάν, σημαντική είναι και η αύξηση της έντασης μεταξύ Ιαπωνίας και της Κίνας, ενώ για την δυνητικά εκρηκτική παρουσία της Βόρειας Κορέας δεν είναι ανάγκη να πούμε πολλά. Για την Μέση Ανατολή δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πράγματα.

Η ένταση στην περιοχή γύρω από το Ισραήλ παραμένει παρά την σχετική ύφεση στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι λαϊκές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις στο Ιράν, σε συνδυασμό με αμερικανικές κάπως απειλητικές για την ηγεσία της χώρας αμερικανικές δηλώσεις, μας υπενθυμίζουν πως αυτή η πολυπληθής και πολύ πλούσια σε κοιτάσματα ορυκτών καυσίμων χώρα θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί σε πολύ έκρυθμη κατάσταση.

Τις τελευταίες εβδομάδες εμφανίστηκε και μία άλλη προβληματική εστία στην περιοχή, μετά την σημαντική χειροτέρευση των σχέσεων μεταξύ των δύο ισχυρότερων από στρατιωτικής απόψεως αραβικών δυνάμεων της περιοχής του Περσικού Κόλπου, δηλαδή της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, με αφορμή τις δραστηριότητές τους στην Υεμένη. Σημαντικές εντάσεις υπάρχουν και αλλού, αν και δεν ασχολούμεθα τόσο πολύ μαζί τους, όπως μεταξύ του Πακιστάν και του Αφγανιστάν, του Πακιστάν και της Ινδίας και βέβαια σε πολλές περιοχές της Αφρικής. 

Χωρίς αμφιβολία, οι παγκόσμιες αγορές πρέπει πλέον να αντιμετωπίζουν με ακόμα μεγαλύτερη προσοχή τις γεωπολιτικές εντάσεις σε όλο τον πλανήτη, αφού πλέον και η Λατινική Αμερική μπήκε στις περιοχές ενδιαφέροντος. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια πως αυτομάτως τα διεθνή χρηματιστήρια θα αρχίσουν να χάνουν έδαφος, αυτή την στιγμή τους ενδιαφέρουν περισσότερο τα κέρδη των επιχειρήσεων και οι προοπτικές τους. Αν όμως κάποια στιγμή αρχίσει να φαίνεται πως σε κάποια από αυτές τις περιοχές η κατάσταση έχει αρχίσει να φεύγει εκτός ελέγχου, τότε οι χρηματιστηριακές αντιδράσεις θα είναι πολύ έντονες και οι πωλήσεις μετοχών των εταιρειών που μπορεί να πληγούν θα είναι πολύ επιθετικές. Εμείς όμως δεν θα ασχοληθούμε σήμερα με τις εταιρείες που κινδυνεύουν από τις γεωπολιτικές εντάσεις αλλά με αυτές που πιθανότατα θα ωφεληθούν ή ωφελούνται ήδη. 

Δεν θα πούμε πολλά για τις μετοχές του αμυντικού τομέα και γενικά για όσες επιχειρήσεις συνεργάζονται με κρατικές ένοπλες δυνάμεις και δυνάμεις ασφαλείας. Η τεράστια κούρσα των ευρωπαϊκών εταιρειών του τομέα (Rheinmetall, Leonardo, Rolls Royce, Thales, Hensoldt, Theon κ.α.) από το 2022 και μετά και ιδίως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του προέδρου Τραμπ πριν έναν χρόνο είναι γνωστή σε όλους, όπως και η εντυπωσιακή κίνηση μετοχών εταιρειών όπως η Palantir, οι οποίες παρέχουν «άυλες» υπηρεσίες μέσω ανάλυσης δεδομένων και παραγωγής λογισμικού.

Οι περισσότερες από αυτές τις μετοχές βρίσκονται εδώ και μερικούς μήνες σε μία πορεία αφομοίωσης των υψηλών τιμών τους μετά την μεγάλη άνοδο και τώρα βρίσκονται αρκετά χαμηλότερα από τα υψηλά που κατέγραψαν μέσα στο 2025, αλλά αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, δεν θα αργήσουν να ξεκινήσουν νέα ανοδική πορεία. Στην κατηγορία αυτή μπορούμε να εντάξουμε και όσες επιχειρήσεις ασχολούνται με τον πολύ κρίσιμο τομέα της κυβερνοασφάλειας. 

Μπορεί ο πόλεμος στην Ουκρανία να συνεχίζεται και οι ειρηνευτικές συνομιλίες να φαίνεται πως βρίσκονται σε αδιέξοδο αλλά ο πόλεμος κάποια στιγμή θα τελειώσει και τότε θα ξεκινήσει το τεράστιο έργο της ανοικοδόμησης της χώρας και της αποκατάστασης και εκσυγχρονισμού των κάθε είδους υποδομών.

Κατασκευαστικές επιχειρήσεις, εταιρείες που κατασκευάζουν δομικά υλικά και επεξεργάζονται πρώτες ύλες και άλλες που κατασκευάζουν τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος θα είναι ανάμεσα σε αυτές που θα έχουν πολλή δουλειά, όπως και όσες κατασκευάζουν εργοστάσια παραγωγής ενέργειας. Το θέμα των ενεργειακών υποδομών, του εκσυγχρονισμού τους και της ενίσχυσης της ασφάλειας στη λειτουργία τους απασχολεί βέβαια πολύ περισσότερες χώρες και όχι μόνο αυτές που έχουν πληγεί από πόλεμο. 

Ένας άλλος τομέας ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού υποδομών είναι αυτός που αφορά στην εξόρυξη ορυκτών καυσίμων και την επεξεργασία τους. Οι επενδύσεις που θα απαιτηθούν για την δυναμική επιστροφή της Βενεζουέλας στη διεθνή πετρελαϊκή αγορά θα είναι πολλών δεκάδων ή εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, όπως και αυτές που έχουν σχέση με την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων και την εκμετάλλευσή τους, κατά προτίμηση σε χώρες μακριά από την Μέση Ανατολή, όπως στις ακτές της Νότιας Αμερικής και της Αφρικής. Επιχειρήσεις όπως οι SLB, Halliburton, Baker Hughes και πολλές άλλες, αναμένεται να ωφεληθούν τα μέγιστα τα επόμενα χρόνια. 

Αν εξαιρέσουμε τις εταιρείες αμυντικού υλικού με την ευρύτερή τους έννοια, οι παραπάνω εκτιμήσεις βασίζονται στην υπόθεση πως θα αποφευχθεί ένας πραγματικός γενικευμένος πόλεμος στις περιοχές που τώρα απλώς υπάρχει κάποια ένταση και πως οι τρέχουσες έντονες πολεμικές συρράξεις σταδιακά θα ατονήσουν. Στην περίπτωση που κάνουμε λάθος, πολλές από τις παραπάνω επενδυτικές επιλογές θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα.

Μία άλλη επιλογή όμως φαίνεται πως θα εξακολουθήσει να είναι δημοφιλής και μετά τα γεγονότα του Σαββατοκύριακου είναι αυτή του χρυσού και των υπόλοιπων πολύτιμων μετάλλων. Όχι απλώς γιατί η γεωπολιτική ένταση σχεδόν πάντα αυξάνει την ζήτηση για αυτά αλλά και για έναν ακόμα σοβαρό λόγο.

Γιατί μετά από ότι έγινε με την Βενεζουέλα είναι σίγουρο πως πολλά κράτη που δεν το είχαν σκεφθεί σοβαρά μέχρι τώρα θα στραφούν και αυτά στην αύξηση των αποθεμάτων χρυσού, ασημιού, πλατίνας και παλλαδίου, βλέποντας την ευκολία με την οποία ένα κράτος μπορεί να βρεθεί στο «στόχαστρο» των ΗΠΑ χωρίς να μπορεί να βρει εύκολα τρόπο αντίδρασης, είναι πολύ λογικό να φανταστούμε πως η ζήτηση για αυτά θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο. 

Το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα σε όλες αυτές τις περιοχές του κόσμου δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί. Μπορεί η κατάσταση να εξομαλυνθεί μπορεί και να χειροτερέψει. Κάθε επενδυτής πρέπει να προσπαθήσει να κάνει τις δικές του εκτιμήσεις και ανάλογα με αυτές να αποφασίσει με ποιόν τρόπο θα αντιμετωπίσει αυτή την περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων. Επιλογές υπάρχουν αρκετές για κάθε ενδεχόμενη εξέλιξη!