Citi: Από τον κατακερματισμό σε μία ενιαία ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων
shutterstock
shutterstock

Citi: Από τον κατακερματισμό σε μία ενιαία ευρωπαϊκή αγορά κεφαλαίων

Στα δομικά εμπόδια που δημιουργεί στην προσέλκυση επενδύσεων ο κατακερματισμός των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και στην ανάγκη οικοδόμησης μίας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς κεφαλαίων αναφέρεται το Citi Institute στην τελευταία έκθεσή του με τίτλο “Reimagining European Capital Markets: From Fragmentation to Harmonization”.

Η κατακερματισμένη υποδομή των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών εμποδίζει την προσέλκυση κεφαλαίων, μειώνει τη ρευστότητα, αυξάνει το κόστος για τους επενδυτές και μειώνει συνολικά την αποτελεσματικότητα των κεφαλαιαγορών, σημειώνουν οι αναλυτές της Citi. Αντίθετα, η δημιουργία μίας ενοποιημένης ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς με κοινό κανονιστικό πλαίσιο και η εξάλειψη των περιττών διαδικασιών δέουσας επιμέλειας (due diligence), θα μπορούσε να αποδεσμεύσει €150 δισ. ετησίως, ενισχύοντας το ΑΕΠ της ΕΕ κατά 1,5% σε διάστημα 10 ετών, αναφέρει η έκθεση.

Από ένα κατακερματισμένο παρελθόν σε ένα εναρμονισμένο μέλλον

«Η Ευρώπη πρέπει να υιοθετήσει τολμηρές μεταρρυθμίσεις και να προχωρήσει σε μείωση της γραφειοκρατίας, σε αναμόρφωση των υποδομών, και να υιοθετήσει τεχνολογίες επόμενης γενιάς για να περάσει από ένα κατακερματισμένο παρελθόν σε ένα εναρμονισμένο μέλλον. Αυτό είναι απαραίτητο για να διατηρηθούν τα κεφάλαια στην Ευρώπη, να τονωθεί η εγχώρια ανάπτυξη, να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα σε σχέση με άλλες περιοχές και να ξεκλειδώσουν σημαντικές ευκαιρίες για αγορά μετοχών εντός μιας πιο ενοποιημένης και αποτελεσματικής αγοράς», αναφέρει σε σχετική δήλωσή του ο Nacho Gutiérrez-Orrantia, CEO and Banking Head of Europe and Head of UK and ΕΜΕΑ Investment Banking Coverage.

Σύμφωνα με την έκθεση του Citi Institute που βασίζεται σε αποτελέσματα από πρόσφατη έρευνα πελατών του Citi Investor Services, οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές υποφέρουν από σημαντικό κατακερματισμό που αφορά τόσο τις μετασυναλλακτικές (post-trade) λειτουργίες – όπως εκκαθάριση, διακανονισμός, φύλαξη τίτλων/custody – όσο και την έκδοση τίτλων και την εισαγωγή εταιρειών στο χρηματιστήριο. Ειδικά, μάλιστα, σε ό,τι αφορά στα IPOs, η έκθεση της Citi αναφέρει πως μεταξύ 2020 και 2025,

η συνολική αξία των εταιρειών που εισήχθησαν σε ευρωπαϊκά χρηματιστήρια αντιστοιχεί στο 0,6% του ΑΕΠ σε σύγκριση με 2,1% για τις ΗΠΑ. Παράλληλα, το ποσοστό των ευρωπαϊκών εταιρειών που προχώρησαν σε IPOs στις ΗΠΑ έχει τριπλασιαστεί από το 2015, φτάνοντας το 22% της αξίας όλων των αρχικών δημόσιων προσφορών από ευρωπαϊκές εταιρείες.

Προκειμένου να καταδείξουν την αναποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών αγορών, οι αναλυτές της Citi συγκρίνουν την κατακερματισμένη ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά με το παγκόσμιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών, όπου διαφορετικοί πάροχοι και τεχνολογίες τηρούν κοινά πρότυπα και πρωτόκολλα που επιτρέπουν στους χρήστες να συνδέονται απρόσκοπτα σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα. Αντίθετα, αναφέρουν, το οικοσύστημα των μετασυναλλακτικών λειτουργιών στην ΕΕ είναι πολύ λιγότερο διασυνδεδεμένο και όσοι συμμετέχουν στην αγορά πρέπει να πλοηγηθούν σε έναν λαβύρινθο τεχνικών, νομικών και λειτουργικών λεπτομερειών για να πραγματοποιήσουν μία συναλλαγή.

Τι λένε οι πελάτες της Citi

Σύμφωνα με την έρευνα:

  • το 63% των ερωτηθέντων αναφέρουν σημαντικά κενά στο κανονιστικό πλαίσιο, τις πολιτικές, τη φορολογία και τις λειτουργικές διαδικασίες, ενώ μόνο το 7% πιστεύει ότι τα περισσότερα εμπόδια για την εναρμόνιση των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών έχουν αντιμετωπιστεί.
  • Το 64% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι οι προσπάθειες εναρμόνισης θα χρειαστούν περίπου μια δεκαετία για να δείξουν αποτελέσματα
  • Το 40% των ερωτηθέντων στην έρευνα λένε ότι οι υψηλές και αδιαφανείς δομές κόστους συμβάλλουν στον κατακερματισμό των κεφαλαιαγορών της Ευρώπης, γεγονός που οφείλεται στην ύπαρξη εγχώριων μονοπωλίων και την έλλειψη ανταγωνισμού. Το μέσο κόστος διακανονισμού είναι 30-300% υψηλότερο και το κόστος φύλαξης 160-500% υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ, αναφέρεται χαρακτηριστικά.
  •  Περίπου το 36% των ερωτηθέντων στην έρευνα συμφωνούν ότι το tokenization θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα μέσα από την εισαγωγή αυτοματοποιημένων διαδικασιών σε πραγματικό χρόνο, ενισχύοντας τη ρευστότητα των αγορών.

Τι πρέπει να κάνει η Ευρώπη;

Η έκθεση εστιάζει στα εξής τέσσερα σημεία:

Πρώτον, η υποδομή της ευρωπαϊκής αγοράς θα μπορούσε να απλοποιηθεί, ενοποιώντας τα πάνω από 30 κεντρικά αποθετηρίων τίτλων (CSD) σε λιγότερα από 10, περισσότερο αποτελεσματικά και συγχρόνως πιο ανταγωνιστικά.

Δεύτερον, απαιτείται αυξημένη διαφάνεια. Οι υπάρχουσες δομές χρεώσεων στα ευρωπαϊκά αποθετήρια τίτλων (CSDs) είναι πολύπλοκες και οι χρεώσεις υψηλές, γεγονός που μειώνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών.

Τρίτον, η εναρμόνιση θα μπορούσε επίσης να επιτευχθεί με τη δημιουργία μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ρυθμιστικής αρχής, η οποία θα μπορούσε προκύψει από την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) με δυνατότητες άμεσης επιβολής, παρόμοιες με την εξουσία που έχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επί των τραπεζών.

Τέλος, ο σχεδιασμός για το μέλλον – και όχι απλώς η μείωση των σημερινών ανεπαρκειών της αγοράς – αποτελεί το κλειδί, υπογραμμίζει η έκθεση. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να επιταχύνει την πορεία προς ένα πιο εναρμονισμένο και τυποποιημένο post-trade οικοσύστημα. Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών όπως Digital Ledger Technology (DLT), tokens και της Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε να αποτελέσει τον πυρήνα της μελλοντικής αρχιτεκτονικής μίας ενιαίας ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, επιτρέποντας μεγαλύτερη και πιο αποτελεσματική κινητικότητα των εγγυήσεων συναλλαγών (collateral), αυξάνοντας τη ρευστότητα και διευκολύνοντας τον διακανονισμό (settlement).

Ένα τέτοιο όραμα θα μπορούσε να εκτείνεται πέρα από τα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ενσωματώνοντας βασικά χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελβετία, καταλήγει η έκθεση.