Αντέχει η παγκόσμια οικονομία ένα τρίτο γεωπολιτικό μέτωπο;
Shutterstock
Shutterstock

Αντέχει η παγκόσμια οικονομία ένα τρίτο γεωπολιτικό μέτωπο;

Το κυβερνών Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα-DPP- της Ταϊβάν κέρδισε μια άνευ προηγουμένου τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία στις εκλογές της 13ης Ιανουαρίου.

Ο Lai Ching-Τe κέρδισε περισσότερο από το 40% της λαϊκής ψήφου, με το Kuomintang- KMT- να κερδίζει περίπου το 33% των ψήφων και το Λαϊκό Κόμμα της Ταϊβάν το 25%.

Το εκλογικό αποτέλεσμα στην κυριολεξία εξόργισε το Πεκίνο, το οποίο έχει χαρακτηρίσει επανειλημμένα τον Lai ως «επίμονο εργάτη για την ανεξαρτησία της Ταϊβάν» και «επικίνδυνο αυτονομιστή». 

Το Πεκίνο πάτησε πάνω στο γεγονός ότι σε αντίθεση με την προεδρική θητεία, το αποτέλεσμα για τον έλεγχο του νομοθετικού σώματος των 113 εδρών της Ταϊβάν ήταν λιγότερο σαφές - το DPP έχασε την πλειοψηφία του- και ανακοίνωσε χωρίς περιστροφές ότι: «Το  κυβερνών Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα δεν αντιπροσωπεύει την κυρίαρχη κοινή γνώμη. Αυτές οι εκλογές δεν μπορούν να αλλάξουν το βασικό πρότυπο και την ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ των Στενών, ούτε μπορεί να αλλάξει την κοινή επιθυμία των συμπατριωτών και στις δύο πλευρές του στενού της Ταϊβάν να πλησιάσουν πιο κοντά», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι «Όποια κι αν είναι τα αποτελέσματα των εκλογών, δεν μπορούν να αλλάξουν το βασικό γεγονός ότι υπάρχει μόνο μία Κίνα και η Ταϊβάν είναι μέρος της».

Εν ολίγοις,  η Κίνα απορρίπτει τη νίκη του Lai. Ως εκ τούτου υπάρχουν φόβοι ότι το εκλογικό  αποτέλεσμα  των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών στην Ταϊβάν  σηματοδοτεί την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ταϊβάν και Κίνας και θα αυξήσει την  ένταση στη Σινική Θάλασσα. 

Αυτό με τη σειρά του θα επηρεάσει την ήδη ταλαιπωρημένη σχέση  μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ –θυμηθείτε την παραδοχή του  Σι στον Τζο Μπάιντεν στο περιθώριο της συνόδου των ηγετών της APEC τον Νοέμβριο ότι η Ταϊβάν ήταν πάντα το «πιο σημαντικό και ευαίσθητο» ζήτημα  μεταξύ τους-αλλά και γενικότερα τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.

Ήδη από το Σάββατο, δύο κινεζικά αερόστατα  διέσχισαν τα στενά της Ταϊβάν ένα εκ των οποίων πέταξε πάνω από το νησί της Ταϊβάν.

Την Παρασκευή επίσης, το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν εντόπισε πέντε κινεζικά αερόστατα που πετούσαν πάνω από τα στενά της Ταϊβάν, κατηγορώντας την Κίνα ότι απειλεί την αεροπορική ασφάλεια και διεξάγει ψυχολογικό πόλεμο στους κατοίκους του νησιού λίγες ώρες πριν τις σημαντικές εκλογές της 13ης Ιανουαρίου.

Η νέα ένταση μεταξύ των σινοαμερικανικών σχέσεων διεφάνη επίσης. Μετά τη νίκη του Lai, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Antony Blinken τον συνεχάρη και είπε ότι η Ουάσιγκτον ανυπομονεί να συνεργαστεί με όλους τους ηγέτες της Ταϊβάν.

Ωστόσο, το μήνυμα των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν δεν ευχαρίστησε την Κίνα, η οποία χαρακτήρισε τη δήλωση των ΗΠΑ «σοβαρά λανθασμένο μήνυμα προς τις αυτονομιστικές δυνάμεις της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν» και επισήμανε ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δέσμευση των ΗΠΑ να διατηρήσουν μόνο ανεπίσημους δεσμούς με την Ταϊβάν.

Από την πλευρά του ο Lai, προσπάθησε στις πρώτες δηλώσεις του να είναι κατευναστικός.  Στη συνέντευξη Τύπου δήλωσε ότι έχει τη σημαντική ευθύνη να διατηρήσει την ειρήνη και τη σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν, ωστόσο είναι επίσης αποφασισμένος να προστατεύσει την Ταϊβάν από απειλές και εκφοβισμούς από την Κίνα και θα ενεργήσει με τρόπο που θα είναι ισορροπημένος και  με στόχο να διατηρήσει το status quo στα Στενά.

Ήταν φανερά προβληματισμένος επίσης για το γεγονός ότι στις βουλευτικές εκλογές, το DPP δεν κράτησε την πλειοψηφία, κάτι που μπορεί κάλλιστα να βοηθήσει το κοινοβουλευτικό σώμα να παρακάμψει την πολιτική ατζέντα του. 

Ως εκ τούτου, ο Lai μίλησε διπλωματικά στη συνέντευξη Τύπου δηλώνοντας ότι θα εξετάσει προσεκτικά και θα συμπεριλάβει τις πολιτικές ιδέες και θέσεις των δύο εκλογικών αντιπάλων του που προωθούν τα συμφέροντα της Ταϊβάν.

Επίσης, αίσθηση έκανε ότι επικαλέστηκε το επίσημο όνομα της Ταϊβάν - Δημοκρατία της Κίνας - τουλάχιστον δύο φορές. 

Ανεξαρτήτως όμως της διπλωματικής στάσης του Lai, σύμφωνα με τους αναλυτές το πιθανότερο είναι να δούμε μια επανάληψη της ιστορίας. Θυμίζουμε ότι το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε  αρνηθεί να συνεργαστεί με την απερχόμενη Πρόεδρο Tsai Ing-wen από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά της το 2016, με τη δικαιολογία ότι το DPP δεν έχει αποδεχθεί τη λεγόμενη «Συναίνεση του 1992», αμφισβητώντας τη σιωπηρή συμφωνία για «μία Κίνα» μεταξύ της τότε κυβέρνησης του KMT και των αξιωματούχων του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Το πιο πιθανόν είναι να επιδείξει την ίδια άρνηση και με τον Lai.

Η σημασία της Ταϊβάν

Για το Πεκίνο η βιομηχανία ημιαγωγών της Ταϊβάν είναι ένας εκ των πιο βασικών πυλώνων που θα μπορούσε να  βοηθήσει την  Κίνα να εκπληρώσει τον μακροπρόθεσμο οικονομικό μετασχηματισμό της στο «Όνειρο της Κίνας». 

Βλέπετε, οι νέοι, προηγμένοι ημιαγωγοί της Ταϊβάν με μέγεθος 5 και 3 νανομέτρων είναι βασικό εργαλείο για το νέο άλμα στις αναδυόμενες τεχνολογίες της κβαντικής πληροφορικής, της Τεχνητής Νοημοσύνης,  της αυτόνομης οδήγησης και των 5G τηλεπικοινωνιών. 

Το Πεκίνο όμως  υστερεί έναντι των ΗΠΑ, της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν στην παραγωγή τους και ο «κλοιός» γύρω από αυτή την αγορά «κλείνει» ολοένα και περισσότερο. 

Για παράδειγμα, νωρίτερα αυτό το μήνα, η ASML δήλωσε ότι η άδειά της για την αποστολή ορισμένων από τα εργαλεία της στην Κίνα εν μέρει ανακλήθηκε  από την ολλανδική κυβέρνηση.(σ.σ: Η Κίνα  εξαρτάται από αρκετές ξένες εταιρείες στη συγκεκριμένη αγορά και όχι μόνο από την TCMC. Μια από αυτές είναι ο ολλανδικός κατασκευαστής συστημάτων λιθογραφίας ASML). 

Μια  απρόσκοπτη πρόσβαση της Κίνας λοιπόν στη βιομηχανία ημιαγωγών της Ταϊβάν θα της έδινε σημαντική ώθηση στην παγκόσμια βιομηχανία ημιαγωγών. Και πώς μπορεί να γίνει αυτό; Μέσω της επανένωσης της Ταϊβάν με το Πεκίνο.

Οι ΗΠΑ από τη μεριά τους  είναι κάθετα αντίθετες σε μια τέτοια προοπτική, καθώς στην ουσία θα έδινε πρόσβαση στην Κίνα σε  αμερικανική τεχνολογία. Βλέπετε, τις προηγούμενες δεκαετίες οι ΗΠΑ πέρασαν σημαντική τεχνογνωσία στην Ταϊβάν μέσα στο πλαίσιο της δημιουργίας γραμμών παραγωγής χαμηλού κόστους. 

Αυτός είναι ο λόγος που η  κλιμάκωση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ειδικά στο πεδίο των τσιπ, γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η ένταση αυτή απειλεί να μειώσει την ανάπτυξη για την παγκόσμια βιομηχανία ημιαγωγών, να εκτοξεύσει τις τιμές ενός πλήθους προϊόντων και ταυτόχρονα να αυξήσει τις διεκδικήσεις της Κίνας όσον αφορά την Ταϊβάν.

Η TSMC -Taiwan Semiconductor Manufacturing Company- αυτή τη στιγμή ελέγχει το συντριπτικό ποσοστό  της παγκόσμιας παραγωγής εξελιγμένων μικροτσίπ 10 νανομέτρων και κάτω και συνεργάζεται με παγκόσμιους κολοσσούς όπως η Αpple και η Νvidia.

Ανοίγοντας το πλάνο, το μερίδιο της Ταϊβάν στην παγκόσμια ικανότητα χυτηρίου ημιαγωγών ήταν περίπου 46% έως το 2023, ακολουθούμενη από την Κίνα (26%), τη Νότια Κορέα (12%), τις ΗΠΑ (6%) και την Ιαπωνία (2%).

H Κίνα είναι ένας εκ των βασικών πελατών της, με την Ταϊβάν να εξάγει ηλεκτρονικά ολοκληρωμένα κυκλώματα αξίας άνω των 47 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά εμπορικά στοιχεία του 2023.

Σύμφωνα με την έκθεση κερδών του τρίτου τριμήνου 2023 της TSMC, η Βόρεια Αμερική συνεισέφερε κατά 69% στα καθαρά έσοδα της εταιρείας, αλλά και η Κίνα αντιπροσώπευε ένα μη ευκαταφρόνητο ποσοστό, πέριξ του 12% των καθαρών εσόδων της, σημειώνοντας μάλιστα αύξηση  8% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. 

(Σ.Σ:Σχετική ανάλυση για τη σημασία της Ταϊβάν για την Κίνα, αλλά και ΗΠΑ και την Ευρώπη, μπορείτε να διαβάσετε εδώ).  

Aποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, καμία διασφάλιση δε δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.