Πώς τα τραύματα του 1999 και του 2009 συνεχίζουν να καθορίζουν τις επενδυτικές αποφάσεις των Ελλήνων
Το 1999 είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο και δεν ήξερα αν θα συνεχίσω με μεταπτυχιακές σπουδές ή αν θα επιδίωκα να εργαστώ στο αντικείμενο που είχα σπουδάσει, το οποίο δεν είχε καμία σχέση με τον χώρο των επενδύσεων. Δεν με απασχολούσαν τότε οι χρηματαγορές και δεν είχα αντιληφθεί τι συνέβαινε στη χώρα. Οι γονείς μου ποτέ δεν ασχολήθηκαν με το χρηματιστήριο και ούτε εκείνη τη χρονιά παρασύρθηκαν. Επομένως, δεν έχασα χρήματα, δεν είδα ανθρώπους από το οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον να καταστρέφονται και, εκ των υστέρων, συνειδητοποιώ ότι μάλλον ζούσα ανέμελα.
Τρία χρόνια αργότερα ξεκίνησε η ενασχόλησή μου με τα τραπεζοοικονομικά. Και μέχρι σήμερα δεν έχω πάψει να ασχολούμαι με τις αγορές. Μελετώντας τες από διαφορετικές οπτικές, με ενδιέφερε ιδιαίτερα να αναλύσω τις χρηματοοικονομικές κρίσεις, ειδικά στη χώρα μας, και να κατανοήσω γιατί μας λείπει ο χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός.
Στο σημερινό άρθρο θα προσπαθήσω να εξερευνήσω πώς το τραύμα – η τραγωδία της Σοφοκλέους το 1999 αλλά και η επόμενη κρίση το 2009 – συνεχίζει να καθορίζει τις επενδυτικές αποφάσεις των Ελλήνων και πώς έχει στιγματίσει την άποψή μας για το χρηματιστήριο, οδηγώντας πολλούς να αποφεύγουν το σημαντικότερο εργαλείο που μας έχει δώσει ο καπιταλισμός για την ανάπτυξη του κεφαλαίου: τις επενδύσεις.
Διαβάζω στη σελίδα 73 του βιβλίου του Ι.Π.Τουτουδάκη:
«Όπως είναι γνωστό, καλύτερα να είσαι πάντα φτωχός παρά να αισθανθείς για λίγο πλούσιος. Οι Έλληνες που πίστεψαν στο όνειρο και το άγγιξαν έστω και για λίγο είναι λογικό να μην έχουν το κουράγιο, άμεσα τουλάχιστον, μετά το σοκ να επανέλθουν στους κανονικούς ρυθμούς εργασίας και αποταμίευσης.
Υπάρχουν χιλιάδες συμπολίτες μας που έχασαν τους κόπους μιας ζωής, χρήματα με τα οποία συντηρούσαν τις οικογένειές τους σε δύσκολες στιγμές, τα οποία προορίζονταν για βοήθεια των παιδιών ή ήταν ένα πολύτιμο κεφάλαιο που έδινε τόκο για τη συμπλήρωση του εισοδήματός τους».
Ο συγγραφέας νομίζω ότι σημειώνει κάτι πολύ σημαντικό. Όταν περιουσίες χάθηκαν στην προσπάθεια του εύκολου πλουτισμού από ένα κοινό που του έλειπε η επενδυτική παιδεία αλλά και σε μία αγορά που το θεσμικό πλαίσιο ήταν ανεπαρκές, είναι φυσιολογικό ο καθείς να δημιουργήσει εχθρούς και φοβικά σύνδρομα που θα του αποτρέψουν την όποια ενασχόληση στο μέλλον. Δεν ήταν δηλαδή μόνο η οικονομική ζημιά αλλά και η απώλεια εμπιστοσύνης— η οποία αναρωτιέμαι αν έχει αποκατασταθεί πλήρως!
Η γενιά που έμαθε να φοβάται
Και ακολούθησε δέκα χρόνια μετά το 2009 μία ακόμα κρίση. Ή καλύτερα, η αρχή της ελληνικής κρίσης χρέους, όταν αποκαλύφθηκε το πραγματικό μέγεθος του δημοσιονομικού ελλείμματος και η χώρα έχασε την πρόσβαση στις αγορές. Άλλη μία κατάρρευση του χρηματιστηρίου, μία καταστροφή της αξίας των τραπεζικών μετοχών και, τελικά, μία ενίσχυση της έλλειψης εμπιστοσύνης των Ελλήνων προς το ίδιο το επενδυτικό σύστημα. Για μια ολόκληρη γενιά επενδυτών, δεν ήταν απλώς μια κρίση. Ήταν μια εμπειρία απώλειας.
Σήμερα, είκοσι επτά χρόνια μετά από την πρώτη κρίση και 17 από τη δεύτερη, η ελληνική οικονομία έχει αλλάξει. Οι τράπεζες είναι ισχυρότερες. Οι επιχειρήσεις πιο εξωστρεφείς. Οι αγορές πιο προσβάσιμες από ποτέ. Και όμως, ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις επενδύσεις με βαθιά καχυποψία.
Γιατί;
Γιατί οι επενδυτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται μόνο με βάση τα δεδομένα. Λαμβάνονται με βάση τις εμπειρίες. Και οι εμπειρίες των Ελλήνων το 1999 αλλά και το 2009 τους δίδαξαν ένα σκληρό μάθημα:
Ότι μπορούν να χάσουν. Ακόμη και όταν όλα φαίνονται ασφαλή!
Η σιωπηλή επιλογή της ακινησίας
Στο προηγούμενο άρθρο μου, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, είχα αναφερθεί στην αδράνεια ως το μεγαλύτερο ρίσκο των επενδυτών. Είναι γεγονός ότι ο Έλληνας σήμερα είναι ακόμα διστακτικός να ασχοληθεί με το χρηματιστήριο. Και όλη αυτή η αδράνεια εκδηλώνεται πιο συχνά με ακινησία.
Μια ακινησία που αφήνει τα χρήματα για χρόνια σε καταθέσεις με χαμηλές αποδόσεις. Με επενδυτικές αποφάσεις που αναβάλλονται συνεχώς. Με την πεποίθηση ότι «καλύτερα λίγα και σίγουρα, παρά περισσότερα και αβέβαια».
Αυτό όμως που δεν γίνεται αντιληπτό από πολλούς είναι ότι και αυτή είναι μία επιλογή με κόστος. Το κόστος της χαμένης ανάπτυξης. Το κόστος του χρόνου. Το κόστος του ανατοκισμού που δεν λειτούργησε ποτέ. Και εκεί λοιπόν που ο καθένας θέλει να αποφύγει το ρίσκο λόγω εμπειρίας και άσχημου παρελθόντος, οδηγεί τα όποια κεφάλαιά του σε διάβρωση λόγω απώλειας της αγοραστικής τους δύναμης.
Η μνήμη ως επενδυτικός σύμβουλος
Η συμπεριφορική οικονομική έχει δείξει ότι οι άνθρωποι δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στις απώλειες από ό,τι στα κέρδη. Ο πόνος μιας απώλειας είναι ψυχολογικά ισχυρότερος από τη χαρά ενός αντίστοιχου κέρδους. Για τους Έλληνες, αυτή η απώλεια δεν ήταν θεωρητική. Ήταν πραγματική. Και αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα, πολλοί επενδυτές αξιολογούν τις επιλογές τους μέσα από τον «καθρέφτη» της κρίσης.
Όχι με βάση το παρόν. Αλλά με βάση το παρελθόν.
Από τον φόβο στη γνώση
Και όμως, η ιστορία δείχνει ότι οι αγορές ανταμείβουν τη συνέπεια, όχι τον φόβο. Δεν ανταμείβουν εκείνους που προσπαθούν να προβλέψουν κάθε κρίση. Οι αγορές δεν μπορούν να προβλεφθούν. Κανένας δεν μπορεί να ξέρει τι θα ακολουθήσει. Ανταμείβονται μόνο αυτοί που έχουν σχέδιο, που διαφοροποιούνται και επενδύουν με μεγάλο χρονικό ορίζοντα.
Εξίσου σημαντική είναι επίσης, η κατανόηση ότι η διακύμανση δεν αποτελεί αποτυχία. Είναι μέρος της διαδρομής.
Συμπέρασμα - Η πραγματική πρόκληση
Η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα δεν είναι οικονομική. Είναι ψυχολογική. Είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όχι μόνο προς τις αγορές. Αλλά προς την ίδια την έννοια της επένδυσης. Και εδώ ευθύνη έχουν πολλοί. Επαγγελματίες του χώρου αλλά και θεσμοί που ελέγχουν τη λειτουργία της αγοράς.
Και ίσως, η πιο σημαντική επενδυτική απόφαση που καλούνται να πάρουν οι Έλληνες δεν είναι πού θα τοποθετήσουν τα χρήματά τους.
Αλλά αν θα επιτρέψουν στον φόβο του παρελθόντος να συνεχίσει να καθορίζει το μέλλον τους.
*Η Γεωργία Παπαδοπούλου είναι Portfolio Manager, Financial Consultant & Educator, Director InvestWise EE (αποκλειστικός συνεργάτης της Wealth Fund Services Ltd)
Email: [email protected]
LinkedIn: Georgia Papadopoulou
