Θα είναι μια εισβολή το κύκνειο άσμα της Ρωσίας να αναδειχθεί σε μεγάλη δύναμη;
Ουκρανία

Θα είναι μια εισβολή το κύκνειο άσμα της Ρωσίας να αναδειχθεί σε μεγάλη δύναμη;

Ηττημένη σε διπλωματικό, οικονομικό, πολιτικό θα βρεθεί η Ρωσία σε περίπτωση που εισβάλει στην Ουκρανία, εκτιμά η Παναγιώτα Μανώλη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πολιτικής Οικονομίας των Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Μιλώντας στο Liberal, σημειώνει ότι σε αυτό το ενδεχόμενο θα έχει ενδυναμώσει την παρουσία του ΝΑΤΟ στην ανατολική του πτέρυγα ενώ θα αναδειχθεί η αδυναμία της να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους με διπλωματικά μέσα.

Όπως αναφέρει παράλληλα με την ελεγχόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης θα δούμε μια κλιμάκωση των διπλωματικών προσπαθειών για επίτευξη λύσης αρχικά στα πλαίσια του Σχήματος της Νορμανδίας και της συμφωνίας του Μινσκ.

Προσθέτει, δε, πως το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής εμπλοκής θα αποτελέσει και μια εκκωφαντική αποτυχία, μια μεγάλη ήττα για την Ευρω-ατλαντική κοινότητα (ΗΠΑ και Ευρωπαϊκές χώρες) λόγω της αδυναμίας τους να διασφαλίσουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών εντός του ευρωπαϊκού χώρου. 

Συνέντευξη στον Γιάννη Παλιούρη

Το απόγευμα της Κυριακής, Βλ. Πούτιν και Εμ. Μακρόν ανακοίνωσαν συμφωνία για να επιταχυνθεί η διπλωματική διαδικασία. Υπάρχουν περιθώρια ελιγμών ή βρισκόμαστε όντως ενώπιον μιας κλιμάκωσης άνευ περιθωρίων επιστροφής;

Βρισκόμαστε στην τρίτη φάση ανάπτυξης της σημερινής ρωσικής στρατηγικής ως προς την επίλυση του λεγόμενου «Ουκρανικού ζητήματος». Η πρώτη φάση ήταν αυτή της κατάθεσης των ρωσικών αιτημάτων για το μέλλον του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένου και για την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας που πήρε τη μορφή δύο σχεδίων συμφωνιών που εστάλησαν από τη Μόσχα στο ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο 2021.

Στη δεύτερη φάση, υπήρξε μια έντονη στρατιωτικοποίηση του «Ουκρανικού ζητήματος» στις αρχές του 2022 με στόχο τον εκφοβισμό (του Κιέβου και των δυτικών κυβερνήσεων) με τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων σε διάταξη πολέμου κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία και με τη ρητή απειλή της Μόσχας για μια «στρατιωτική-τεχνική» απάντηση εάν δεν ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις της ως «πακέτο».

Στην τρίτη φάση, αυτές τις ημέρες, βλέπουμε την έναρξη υλοποίησης της απειλής περί «στρατιωτικής-τεχνικής» απάντησης που μεταξύ άλλων αφορά σε χρήση υβριδικού πολέμου, πολιτικές δημιουργίας σύγχυσης και ελεγχόμενες στρατιωτικές ενέργειες στην περιοχή του Ντονμπάς. Πρόκειται σαφώς για μια κλιμάκωση της στρατιωτικοποίησης της κρίσης και αυτό που θα δούμε τις επόμενες ημέρες είναι μια συνέχιση της κλιμάκωσης σε όλα τα επίπεδα συμπεριλαμβανομένου του επικοινωνιακού.

Η Ρωσία έχοντας ήδη δώσει περί τα 720,000 Ρωσικά διαβατήρια στον πληθυσμό του Ντονμπάς, ελέγχοντας την οικονομία της περιοχής και έχοντας στρατιωτική παρουσία (την οποία αρνείται βεβαίως ότι έχει έως σήμερα) ουσιαστικά έχει πλήρη έλεγχο της περιοχής και απομένει μόνο μια περιορισμένης κλίμακας στρατιωτική κίνηση και για την τυπική προσάρτησή της ή την στήριξη της ανεξαρτησίας της. Τα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιήσει έχουν ήδη γίνει γνωστά. Πρώτον, θα επικαλεστεί το δικαίωμά της να επέμβει καθώς διεξάγεται σύμφωνα με την Μόσχα «γενοκτονία» του ρωσικού πληθυσμού και δεύτερον, θα επικαλεστεί το πρόσφατο ψήφισμα της Δούμας.

Αυτό το σενάριο (περιορισμένης έκτασης στρατιωτική επιχείρηση στο Ντονμπάς) είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο που θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να υλοποιηθεί. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε μεταξύ άλλων: πολιτική κατάρρευση και οικονομικό χάος στην Ουκρανία, νέες κυρώσεις από τη Δύση και από άλλες χώρες κατά της Μόσχας, ακύρωση της διαδικασίας Μινσκ, σημαντική διεθνής διπλωματική απομόνωση της Μόσχας (εδώ να επισημάνουμε ότι ακόμα και η Κίνα, αν και έχει τοποθετεί υπέρ της Μόσχας όσον αφορά τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, έχει ταχθεί υπέρ της διασφάλισης της αρχής της εδαφικής ακεραιότητας), πλήρης πλέον αδυναμία της Μόσχας να ανατρέψει τη φιλοδυτική πορεία της Ουκρανίας (η Ρωσία δεν θέλει έλεγχο ενός τμήματος της Ουκρανίας αλλά πολιτικό προσεταιρισμό όλης της Ουκρανίας).

Υπάρχει ένα πιο εύκολο σενάριο για τη Μόσχα. Η συνέχιση της κλιμάκωσης και της ασφυκτικής, πολυεπίπεδης πίεσης στο Κίεβο για τη «συνθηκολόγηση» εντός της διαδικασίας του Μινσκ. Το Κίεβο θα βρεθεί σε μια δυσχερή θέση, πιεζόμενο και από την Ευρώπη, όπου θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε αποδοχή πολλών ρωσικών θέσεων στα πλαίσια του Μινσκ (όπως η απευθείας διαπραγμάτευση με τους εκπροσώπους του Ντονμπάς και ως προς σειρά των ενεργειών που προβλέπονται στο Μινσκ). Και αυτό όμως το σενάριο είναι δύσκολο στην εφαρμογή του γιατί θα οδηγήσει σε πολιτική αναταραχή εντός της Ουκρανίας.

Εν τέλει, νομίζω ότι παράλληλα με την ελεγχόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης θα δούμε μια κλιμάκωση των διπλωματικών προσπαθειών για επίτευξη λύσης αρχικά στα πλαίσια του Σχήματος της Νορμανδίας και της συμφωνίας του Μινσκ. Ο ανθρώπινος παράγοντας, ωστόσο, είναι μια αστάθμητη παράμετρος στις διεθνείς σχέσεις…

Αν τελικά υπάρξει στρατιωτική εμπλοκή, ποια πλευρά θεωρείτε θα βγει συνολικά κερδισμένη, πέρα από το στρατιωτικό επίπεδο;

Μπορούμε πιο εύκολα να πούμε ποιοι θα είναι στην πλευρά των χαμένων κυρίως, και αυτοί δεν είναι άλλοι παρά η Ουκρανία και ο Ουκρανικός λαός που εδώ και 30 χρόνια προσπαθούν να οικοδομήσουν ένα ανεξάρτητο, σύγχρονο κράτος με πλήρη κυριαρχία.

Σε στρατιωτικό επίπεδο προφανώς κερδισμένη θα βγει η Ρωσία η οποία θα μπορέσει να ολοκληρώσει στρατιωτικά ό,τι ξεκίνησε το 2014 με την προσάρτηση της Κριμαίας. Θα αποτελέσει όμως αυτό και το κύκνειο άσμα για τα σχέδια της Ρωσίας να αναδειχθεί σε μια μεγάλη δύναμη, σε ένα εκ των κέντρων ενός αναδυόμενου πολυκεντρικού κόσμου;

Στο άμεσο μέλλον, σε όλα τα άλλα επίπεδα (διπλωματικό, οικονομικό, πολιτικό) η Ρωσία θα βγει χαμένη. Θα έχει επιτύχει την περαιτέρω απομάκρυνση της Ουκρανίας από την τροχιά της Μόσχας, εκτός και αν υπάρξει παράλληλα και ανατροπή της φιλοδυτικής ηγεσίας της χώρας.

Θα έχει ενδυναμώσει την παρουσία του ΝΑΤΟ στην ανατολική του πτέρυγα διότι μετά από μια στρατιωτική εμπλοκή, τα κράτη που βρίσκονται στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ θα αισθάνονται πιο έντονα την ρωσική απειλή.

Θα έχει πληγεί το διεθνές, διπλωματικό κύρος της Μόσχας ενώ θα έχει αναδειχθεί η αδυναμία της να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους με διπλωματικά μέσα.

Η χρήση εν τέλει στρατιωτικής δύναμης έναντι μιας χώρας πολύ πιο αδύναμης δείχνει την διπλωματική γύμνια του (πιο ισχυρού) επιτιθέμενου. Και στο εσωτερικό της Ρωσίας όμως (από όσο γνωρίζουμε) η Ρωσική κοινή γνώμη δεν τάσσεται υπέρ της στρατιωτικής εμπλοκής με τον «αδελφό λαό» των Ουκρανών. Αν και σε κατ’ επίφαση δημοκρατικά καθεστώτα όπως αυτό του Βλ. Πούτιν, η κοινή γνώμη δεν είναι κριτήριο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε το ότι μια μεγάλη σε έκταση στρατιωτική εμπλοκή με την Ουκρανία θα αμαύρωνε τη θέση του Βλ. Πούτιν στη ρωσική ιστορία.

Η στρατιωτική εμπλοκή βεβαίως αποτελεί και μια εκκωφαντική αποτυχία, μια μεγάλη ήττα για την Ευρω-ατλαντική κοινότητα (ΗΠΑ και Ευρωπαϊκές χώρες) λόγω της αδυναμίας τους να διασφαλίσουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών εντός του ευρωπαϊκού χώρου όπου και βεβαίως φέρουν σημαντικό μερίδιο ευθύνης.

Ποιος είναι τελικά ο στόχος της Ρωσίας; Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι θέλει να περάσει η Ουκρανία στη σφαίρα επιρροής της ενώ υπάρχουν και θεωρίες ότι θέλει να ξαναγράψει τον χάρτη ισορροπιών στην Ευρώπη.

Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Πάντως δεν μπορεί η Μόσχα να ξαναγράψει τον χάρτη ισορροπιών στην Ευρώπη εάν δεν ανακόψει τη «δυτική» πορεία της Ουκρανίας. Και όταν αναφερόμαστε στη «δυτική» πορεία της Ουκρανίας δεν εννοούμε απλά την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, εννοούμε την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους με φιλελεύθερη δημοκρατία, είτε εντός είτε εκτός του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Δηλαδή, με διαφορετικό πολιτικό σύστημα και προσανατολισμό από αυτό της Ρωσίας.

Με τα ίδια τα λόγια του Πούτιν (όπως ανέφερε σε άρθρο του πριν από έξι περίπου μήνες) οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι είναι ένας λαός, και το λυπηρό είναι ότι έχει τεθεί ένα τεχνητό τείχος ανάμεσά τους. Άρα στόχος σήμερα είναι να πέσει αυτό το «τεχνητό» τείχος και να επανέλθει η Ουκρανία στην ρωσοκεντρική τροχιά.

Εάν έπρεπε να μπουν σε μια σειρά οι παραπάνω στόχοι που αναφέρετε στο ερώτημά σας θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιδιώκεται καταρχάς η ανάκτηση της ρωσικής επιρροής στην Ουκρανία που χάθηκε μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014 και στη συνέχεια να ξαναγραφτεί ο χάρτης ισορροπιών στην Ευρώπη.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την οπτική και τους στόχους της ρωσικής ηγεσίας ας δούμε τι λέει η Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας της Ρωσίας του 2021. Μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι η Δύση προσπαθεί να πλήξει την εθνική ενότητα της Ρωσίας μέσω της επίθεσης που έχει εξαπολύσει εναντίον των ρωσικών αξιών, ότι η επιδείνωση των σχέσεων της Ρωσίας με τη Δύση έχει παγιωθεί και δε διαφαίνεται περιθώριο αναστροφής του κλίματος (η όποια αναφορά στο ΝΑΤΟ έχει αρνητικό πρόσημο ενώ ουδεμία μνεία γίνεται στην ΕΕ), ενώ σύμφωνα με τη Ρωσία κύρια χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος σήμερα είναι η απώλεια της δυτικής κυριαρχίας, η ανάπτυξη ενός πολυκεντρικού διεθνούς συστήματος, και η δημιουργία περιφερειακών κέντρων ισχύος που ανταγωνίζονται για την αύξηση των ζωνών επιρροής.

Είναι η γεωπολιτική και ιδεολογικοπολιτική απειλή παρά η στρατιωτική απειλή που απορρέει από την πρόσδεση της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ που αισθάνεται η Μόσχα.

Ο ψυχρός πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη;

Η αίσθηση ότι ο Ψυχρός Πόλεμος έχει επιστρέψει στην Ευρώπη κυριαρχεί θα μπορούσαμε να πούμε από το 2007/8 και σηματοδοτείται από τρία συνδεόμενα γεγονότα: α) Το σχέδιο της κυβέρνησης Μπους για την εγκατάσταση των αντιπυραυλικών βάσεων στην Πολωνία το 2007, β) την Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ του Βουκουρεστίου του 2008 που ναι μεν το ΝΑΤΟ απέρριψε την έναρξη προενταξιακού σχεδίου δράσης (MAP) για την Ουκρανία και τη Γεωργία αλλά δεσμεύθηκε να τις δεχθεί ως μέλη του στο μέλλον (μια δέσμευση που δικαιολογημένα ενέτεινε τις ανησυχίες και τη δυσπιστία της Ρωσίας προς το ΝΑΤΟ) και γ) από τον Ρωσο-Γεωργιανό Πόλεμο του Αυγούστου 2008 που για πρώτη φορά η Ρωσία επενέβη στρατιωτικά σε τρίτη χώρα μεταψυχροπολεμικά.

Για ορισμένους αναλυτές ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ Δύσης-Ρωσίας δεν έληξε ποτέ και το αφήγημα περί λήξης του Ψυχρού Πολέμου αποτελεί απλώς την μονόπλευρη οπτική της Δύσης. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση η Δύση μέσα στην υπεροψία της αγνόησε το ότι η Ρωσία παρέμενε μια πυρηνική-στρατιωτική δύναμη με θεμιτά, ζωτικά συμφέροντα στην Ευρώπη και η οποία πέρα από την ύπαρξη ή απουσία ιδεολογικών διαφορών θέλει να αντιμετωπίζεται ως «ίση» έναντι άλλων μεγάλων δυνάμεων.

Πράγματι βλέπουμε σήμερα ότι έρχονται στο προσκήνιο πτυχές ενός νέου Ψυχρού Πολέμου. Από τη μια πλευρά είναι η στρατιωτική διάσταση και από την άλλη η ιδεολογικοπολιτική (μεταξύ κυρίαρχης δημοκρατίας και φιλελεύθερης δημοκρατίας). Υπάρχουν και άλλες πτυχές όπως η οικονομική (οικονομία ελεύθερης αγοράς έναντι οικονομίας κρατικού, ελεγχόμενου καπιταλισμού). Υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές σήμερα, όπως ο μεγάλος βαθμός οικονομικής αλληλεξάρτησης μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης ενώ οι κοινωνίες είναι πιο συνδεδεμένες σήμερα μέσω τεχνολογίας από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ιστορία. Ενώ η Ρωσία δεν έχει τον συστημικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα που έχουν άλλες οικονομίες όπως π.χ. η Κινεζική. Δεν υπάρχει σήμερα ο διπολισμός του 20ου αιώνα που θα επέτρεπε έναν Ψυχρό Πόλεμο στην Ευρώπη.

Ένα νέος Ψυχρός Πόλεμος δεν θα μοιάζει με αυτόν του 20ου αιώνα.

Πώς επηρεάζεται η Ελλάδα από την κρίση στην Ουκρανία;

Η κρίση στην Ουκρανία επηρεάζει ήδη την ελληνική οικονομία κυρίως μέσω της ανόδου της τιμής της ενέργειας και της περιορισμένης έστω αστάθειας στις αγορές. Εφόσον συνεχιστεί θα επηρεάσει και τις εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες με την Ουκρανία.

Στα πλαίσια της Βορειοατλαντικής συμμαχίας, η γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας ενισχύεται αναδεικνύοντας τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ (Αλεξανδρούπολη) αλλά και μελλοντικά στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης (όπως η ολοκλήρωση του τερματικού σταθμού LNG στην Αλεξανδρούπολη, συμφωνίες με Αίγυπτο).

Η Ελλάδα πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο πως θα διαχειριστεί το ζήτημα ενδεχόμενων νέων διευρυμένω κυρώσεων προς τη Ρωσία. Θα πρέπει να μην λειτουργήσει διασπαστικά στο κοινό μέτωπο της ΕΕ έναντι της Ρωσίας από την μία πλευρά, ενώ από την άλλη, θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι η κοινή αυτή στάση και η άμεση απάντηση της Ευρώπης και της Βορειοατλαντικής συμμαχίας θα πρέπει να ισχύει σε κάθε περίπτωση απειλής χρήσης στρατιωτικής βίας στην Ευρώπη (βλ. Τουρκία).

Η Ελλάδα έχει όφελος από μια σταθερή προσήλωση στις αρχές του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, υποστήριξης της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, από μια πολιτική ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και συνεννόησης με την Ρωσία και διπλωματικής επίλυσης της κρίσης στην Ουκρανία. Η Αθήνα είδε θετικά και στο παρελθόν τις προτάσεις της Ρωσίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια για αυτό και εμπράκτως εκκίνησε την διαδικασία της Κέρκυρας στα πλαίσια του ΟΑΣΕ και επί ελληνικής προεδρίας το 2009 ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημα του τότε Ρώσου προέδρου Μεντβέντεφ.

* Η Παναγιώτα Μανώλη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Πολιτικής Οικονομίας των Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ερευνήτρια ΕΛΙΑΜΕΠ