7ος χρόνος, ημέρα 2154η
Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2021

Τα οικονομικά της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα»

Τα οικονομικά της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα»

Του Rainer Zitelmann*

Στις 22 Ιουνίου συμπληρώνονται 80 χρόνια από την εισβολή του Χίτλερ στην Σοβιετική Ένωση. Η επίθεση αυτή αποφασίστηκε σε μεγάλο βαθμό για οικονομικούς λόγους.

Οι οικονομικοί λόγοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην σκέψη του Χίτλερ, όπως καταδεικνύω λεπτομερώς στο βιβλίο μου Χίτλερ, οι πολιτικές της σαγήνης (Hitler: The Policies of Seduction).  Ο στόχος του Χίτλερ ήταν να κατακτήσει νέο “ζωτικό χώρο” στην Ανατολή, δηλαδή την Ρωσία. Δεν έκρυβε την φιλοδοξία του αυτή, και μάλιστα περιέγραψε ανοιχτά αυτό το στόχο του στο Mein Kampf, στο Δεύτερο Βιβλίο του, και σε πολυάριθμες ομιλίες.

Ο Χίτλερ υιοθετούσε μία θεωρία την οποία υποστήριζαν επίσης μαρξιστές θεωρητικοί όπως η Ρόζα Luxembourg και ο Νικολάι Μπουχάριν, την θεωρία των συρρικνούμενων αγορών. Ο Χίτλερ θεωρούσε ότι ο δρόμος που είχαν ακολουθήσει οι γερμανικές εταιρείες, δρόμος που της καθιστούσε εξαρτημένες από τις εξαγωγές, ήταν σοβαρά εσφαλμένος. Κατά την άποψή του Χίτλερ, οι αγορές για πωλήσεις επρόκειτο να συνεχίσουν να συρρικνώνονται ως αποτέλεσμα της εκβιομηχάνισης τον πρώην αγροτικών χωρών. Συνεπώς, η εστίαση στις εξαγωγές θα οδηγούσε σε αδιέξοδο. Μόνο ο ζωτικός χώρος στην Ανατολή θα μπορούσε να επιλύσει τα προβλήματα της Γερμανίας.

Αποτελεί άραγε αυτό απόδειξη ότι ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος διεξήχθη προς το συμφέρον του καπιταλισμού; Το αντίθετο. Άλλωστε ο Χίτλερ απέρριπτε αυτό που ονομάζεται “στρατηγική της οικονομικώς ειρηνικής κατάκτησης του κόσμου”. Κατά τη γνώμη του, η έντονη εξάρτηση της γερμανικής οικονομίας από τις εξαγωγές αποτελούσε ένα επικίνδυνο σφάλμα. Ο Χίτλερ ήθελε να καταστήσει τη Γερμανία αυτάρκη και ανεξάρτητη από την παγκόσμια οικονομία κατακτώντας “νέο ζωτικό χώρο στην Ανατολή”.

Σε καμία περίπτωση δεν τον απασχολούσε το άνοιγμα νέων πηγών πρώτων υλών και αγορών για πωλήσεις για τις ιδιωτικές καπιταλιστικές εταιρείες, καθώς είχε κατά νου μία σχεδιασμένη οικονομία για την μεταπολεμική περίοδο και στις κατακτημένες περιοχές.

Λίγο μετά την έναρξη της επίθεσης εναντίον της σοβιετικής ένωσης, 28 Ιουλίου 1941, ο Χίτλερ είχε δηλώσει: “Μια λογική αξιοποίηση των δυνάμεων ενός έθνους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με μια άνωθεν σχεδιασμένη οικονομία”. Και περίπου δύο εβδομάδες μετά, είπε: “Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό της οικονομίας, βρισκόμαστε ακόμη σε μεγάλο βαθμό στην αρχή”. Επανέλαβε μάλιστα αυτό το συναίσθημα περίπου ένα χρόνο μετά: “Ακόμη και μετά τον πόλεμο, δεν θα μπορέσουμε να εγκαταλείψουμε τον έλεγχο της οικονομίας”, καθώς, όπως υποστήριξε, διαφορετικά κάθε ομάδα πίεσης θα σκέφτεται αποκλειστικά την εκπλήρωση των δικών της επιθυμιών. 

Ο θαυμασμός του Χίτλερ για το σοβιετικό οικονομικό σύστημα αυξήθηκε και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι το θεωρούσε κατά πολύ ανώτερο του αντίστοιχου καπιταλιστικού. Απευθυνόμενος σε έναν μικρό κύκλο ανθρώπων τον Αύγουστο του 1942, παρατήρησε: “Αν ο Στάλιν είχε συνεχίσει το έργο του για ακόμη δέκα έως δεκαπέντε χρόνια, η σοβιετική Ρωσία θα γινόταν το ισχυρότερο έθνος στη γη - μπορεί να περάσουν 150, 200, 300 χρόνια, αλλά πρόκειται για ένα μοναδικό φαινόμενο! Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυξήθηκε το γενικό επίπεδο διαβίωσης. Οι άνθρωποι δεν υπέφεραν από πείνα. Αν δούμε την κατάσταση συνολικά, οφείλουμε να πούμε ότι έχτισαν εργοστάσια εκεί που πριν από δύο χρόνια δεν υπήρχε τίποτα εκτός από ξεχασμένα χωριά - εργοστάσια μεγάλα όσο και το Εργοστάσιο Hermann Göring”. Σε μια άλλη περίσταση, επίσης απευθυνόμενος σε μια μικρή ομάδα, ο Χίτλερ είπε ότι ο Στάλιν είναι “ιδιοφυία” για τον οποίο “οφείλει κανείς να τρέφει απροϋπόθετο σεβασμό” ιδίως δεδομένου του περιεκτικού του οικονομικού σχεδιασμού. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στη σκέψη του, προσέθεσε ο Χίτλερ, ότι δεν υπήρχαν άνεργοι στην ΕΣΣΔ, σε αντίθεση με τις καπιταλιστικές χώρες όπως οι ΗΠΑ.

Σε διάφορες περιστάσεις, ο δικτάτορας ανέφερε κατά τη διάρκεια συζητήσεων σε δείπνα ότι θα ήταν αναγκαία η εθνικοποίηση των μεγάλων μετοχικών εταιριών, της βιομηχανίας ενέργειας και όλων των κλάδων της παραγωγής “αναγκαίων πρώτων υλών” όπως η βιομηχανία σιδήρου. Ο πόλεμος φυσικά δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για την εφαρμογή τόσο ριζοσπαστικών ιδεών εθνικοποίησης. Ο Χίτλερ και οι Εθνικοσοσιαλιστές το συνειδητοποιούσαν αυτό, και σε κάθε περίπτωση κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια για να διασκεδάσουν τους φόβους της εθνικοποίησης από τους βιομηχάνους της χώρας. Ένα υπόμνημα από τον Heinrich Himmler της 21ης Οκτωβρίου του 1942 για παράδειγμα αναφέρει ότι “κατά τη διάρκεια του πολέμου (!) δεν είναι εφικτή η θεμελιώδης αλλαγή της εντελώς καπιταλιστικής μας οικονομίας”. Όποιος αναλάμβανε τη “μάχη” εναντίον της θα προκαλούσε ένα “κυνήγι μαγισσών” εναντίον του εαυτού του.

Σε μια έκθεση που συνέταξε ένας λοχαγός τον Ιούλιο του 1944, η ερώτηση “Γιατί τα SS αναλαμβάνουν επιχειρηματικές δραστηριότητες;” λάμβανε την εξής απάντηση: “Αυτή η ερώτηση διατυπώθηκε συγκεκριμένα από κύκλους που σκέφτονται αποκλειστικά με όρους καπιταλισμού και δεν θέλουν να βλέπουν να αναπτύσσονται εταιρίες που είναι δημόσιες, ή τουλάχιστον έχουν δημόσιο χαρακτήρα. Η εποχή του φιλελεύθερου επιχειρηματικού συστήματος απαιτούσε την πρωτοκαθεδρία των επιχειρήσεων, απαιτούσε με άλλα λόγια οι επιχειρήσεις να έρχονται πρώτες και το κράτος να έπεται. Σε αντίθεση προς αυτό, ο Εθνικοσοσιαλισμός έχει τη εξής θέση: το κράτος κατευθύνει την οικονομία, το κράτος δεν υπάρχει για τις επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις υπάρχουν για το κράτος”.

Σε μια συζήτησή του με τον Μουσολίνι στις 22 Απριλίου του 1944, ο Χίτλερ είπε ότι είχε πειστεί πως ο καπιταλισμός είχε εκπνεύσει την πορεία του και ότι τα έθνη δεν είναι πλέον διατεθειμένα να συνεχίσουν να τον ανέχονται. Είπε πως “μόνο ο Φασισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός” θα επεβίωναν από τον πόλεμο και “ίσως ο Μπολσεβικισμός στην Ανατολή”.

During a conversation with Mussolini on April 22, 1944, Hitler said he had become convinced that capitalism had run its course and that the nations were no longer willing to stand for it. Only “Fascism and National Socialism” would survive the war, he said, and “maybe Bolshevism in the East.”

--

*Ο Rainer Zitelmann είναι ιστορικός και κοινωνιολόγος. Είναι συγγραφέας του βιβλίου The Rich in Public Opinion. 

**Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 23 Ιουνίου 2021 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Institute of Economic Affairs και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.