field_kentriki_fotografia
Παραμένει χώρα-πρότυπο η Εσθονία;

Γράφει ο Detmar Doering

Η Εσθονία γνώρισε πολλές κυβερνητικές αλλαγές τα τελευταία χρόνια. Στις 18 Ιουλίου έγινε άλλη μία. Ωστόσο, η ιστορία επιτυχίας της Εσθονίας ως η πιο ανεπτυγμένη οικονομικά και τεχνολογικά χώρα σε μετάβαση δεν έχει σταματήσει ακόμη.

Η προηγούμενη Πρωθυπουργός, Κάγια Κάλλας, ανέλαβε ξανά το αξίωμα ως νέα Πρωθυπουργός, διασφαλίζοντας έτσι ότι η χώρα του θα τα καταφέρει καλά στη μετάβαση. Ο Κάλλας είναι ηγέτης του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος – ενός από τα λίγα φιλελεύθερα κόμματα που έχουν καταφέρει να συνδυάζουν ένα ξεκάθαρο φιλελεύθερο προφίλ με την ιδιότητα ενός λαϊκού κόμματος.

Πώς προέκυψε αυτή η αλλαγή της κυβέρνησης; Τον Ιούνιο διαλύθηκε ο κυβερνητικός συνασπισμός με το Κόμμα του Κέντρου, που υπήρχε από τον Ιανουάριο του 2021. Αυτός ο συνασπισμός πιθανότατα δεν ήταν ποτέ αληθινός «γάμος αγάπης». Στα πρώτα χρόνια του, το Κόμμα του Κέντρου θεωρούνταν ένα ήπια λαϊκιστικό κόμμα που αντλούσε ψηφοφόρους ειδικά από τη ρωσική μειονότητα της χώρας, και –μολονότι όπως και το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο ήταν μέλος του φιλελεύθερου ALDE– αποστασιοποιήθηκε κυρίως από τη φιλελεύθερη και φιλική προς τις αγορές πορεία του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος.

Από το 2016, ωστόσο, υιοθέτησε ένα κάπως πιο σύγχρονο και κοινωνικά φιλελεύθερο προφίλ υπό τον νέο πρόεδρό του, τον Jüri Ratas. Εκείνη την εποχή, κυβερνούσε την Εσθονία ένα υπουργικό συμβούλιο υπό την ηγεσία του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος και με Πρωθυπουργό τον Taavi Rõivas. Ο συνασπισμός αποτελούνταν από τα ίδια κόμματα – το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, τους Συντηρητικοούς (Ένωση Πατρίδας) και τους Σοσιαλδημοκράτες – που έχουν συνασπιστεί ξανά υπό τον Κάγια Κάλλας.

Τον Νοέμβριο του 2016, ο Ράτας και το Κόμμα του Κέντρου κατάφεραν να αποσπάσουν τους δύο εταίρους του συνασπισμού με γενναιόδωρες υποσχέσεις. Ο Rõivas έπρεπε να παραιτηθεί – ένα σκληρό πλήγμα για το «φυσικό κυβερνών κόμμα» της χώρας. Και ο Ράτας εξελέγη πρωθυπουργός με τη βοήθεια των πρώην εταίρων τους. Ωστόσο, ο νέος συνασπισμός φαινόταν λιγότερο συνεκτικός ως προς το περιεχόμενό του από τον προηγούμενο.

Επιπλέον, υπήρξαν αρκετά σκάνδαλα διαφθοράς στις τάξεις του Κόμματος του Κέντρου. Αρκετά μέλη του Κοινοβουλίου –ιδιαίτερα από τους Συντηρητικούς, που έβλεπαν το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα ως τον ιδανικό εταίρο ειδικά σε θέματα οικονομικής πολιτικής– απέσυραν την υποστήριξή τους προς την κυβέρνηση, η οποία τελικά έχασε την πλειοψηφία της τον Οκτώβριο του 2018. Ο Ράτας δεν είχε άλλη επιλογή από το να προκηρύξει νέες εκλογές τον Μάρτιο του 2019.

Η ισχυρότερη δύναμη στη χώρα

Το κόμμα του Ράτας υπέστη μαζική ήττα και το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα έγινε εύκολα η ισχυρότερη δύναμη στη χώρα με ποσοστό 28,9%. Ωστόσο, τεράστια κέρδη σημείωσαν και οι δεξιοί λαϊκιστές του κόμματος ΕΚRΕ (ο Εσθονός εταίρος του AfD), με 17,8%. Προκειμένου να αποτραπεί η συμμετοχή του ΕΚRΕ στην κυβέρνηση, η πιο λογική κίνηση θα ήταν να διοριστεί ο νικητής των εκλογών ως αρχηγός της κυβέρνησης, δηλαδή η νεοεκλεγείσα αρχηγός του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος, Κάγια Κάλλας. 

Εν μέσω των συνομιλιών, προέκυψε η είδηση ​​ότι ο Ράτας θα παραμείνει στη θέση του με κάθε κόστος, ενάντια στη θέληση των ψηφοφόρων, ακόμη και με κόστος να συνάψει συμφωνία με τον «διάβολο». Τον Απρίλιο, ορκίστηκε κυβέρνηση του Κόμματος του Κέντρου, του ΕΚRΕ και των Συντηρητικών. Οι υπουργοί του ΕΚRΕ, ωστόσο, αποδείχτηκαν μεγάλο βάρος, καθώς ένας-ένας παγιδεύτηκαν σε σκάνδαλα, εκ των οποίων το μικρότερο ήταν η ιδιωτική χρήση υπηρεσιακών αυτοκινήτων.

Τελικά, ο Ράτας δεν είχε άλλη επιλογή από το να τερματίσει αυτό το άδοξο πείραμα και να παραιτηθεί τον Ιανουάριο του 2021. Η Πρόεδρος Kersti Kaljulaid έκανε ό,τι έπρεπε να γίνει και εμπιστεύτηκε στην Κάγια Κάλλας τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε ήδη ξεσπάσει η κρίση της πανδημίας και έτσι ελήφθη η απόφαση να σχηματιστεί ένας φαινομενικά σταθερός δικομματικός συνασπισμός μεταξύ του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος και του Κόμματος του Κέντρου, με επικεφαλής την Κάλλας (με τον Ράτας ως μικρότερο εταίρο).

Ένας Αναξιόπιστος Εταίρος 

Αρχικά αυτό λειτούργησε σε κάποιο βαθμό, αλλά σύντομα προέκυψαν σαφείς διαφωνίες με αφορμή την εισβολή στην Ουκρανία από τη Ρωσία του Πούτιν. Η Κάλλας ακολούθησε μια σκληρή φιλοουκρανική πορεία και ήταν επίσης σκληρή επικρίτρια της αναβλητικής στάσης στη διεθνή σκηνή (βλ. την πολύ δημοφιλή ομιλία της με θέμα την ελευθερία για το Ίδρυμα Φρίντριχ Νάουμαν για την Ελευθερία). Ήταν μάλλον άκαιρο όταν η αντιπολίτευση ανακάλυψε ότι ο κυβερνητικός εταίρος, το Κόμμα του Κέντρου, συνέχιζε να έχει εν ισχύι μια συμφωνία συνεργασίας με το κόμμα της Ενωμένης Ρωσίας του Πούτιν, η οποία ακυρώθηκε πολύ αργά.

Αυτό από μόνο του προκάλεσε μεγάλη δυσπιστία έναντι της Κάλλας και του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος. Τελικά, το καθοριστικό ήταν ότι οι άνθρωποι του Ράτας φάνηκε να φλερτάρουν με το ΕΚRΕ - πρώτον, καταψηφίζοντας τις συμφωνίες σύστασης του κυβερνητικού συνασπισμού και πιέζοντας με τη βοήθεια του ΕΚRΕ για την καθιέρωση επιδόματος οικογένειας και τέκνων. Αυτό σήμαινε μια νέα επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις πεποιθήσεις του Μεταρρυθμιστικού Κόμματος για μια υγιή δημοσιονομική πολιτική.

Δεύτερον, την 1η Ιουνίου 2022 συμφώνησαν σε έναν μη συναινετικό εκπαιδευτικό νόμο με το ΕΚRΕ. Η Κάλλας ανέλαβε δράση και δύο μέρες αργότερα οι υπουργοί του Κόμματος του Κέντρου καθαιρέθηκαν. Το ποτήρι είχε ξεχειλίσει.

Συνέχιση με πρόοδο ή πρόοδος στη συνέχιση;

Και έτσι τα πράγματα έχουν κάνει τον κύκλο τους. Το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, οι Συντηρητικοί και οι Σοσιαλδημοκράτες –η «ομάδα της παράδοσης» – συνέταξαν τη συμφωνία συνασπισμού τους στις 8 Ιουλίου, και στις 14 Ιουνίου η Κάλλας παραιτήθηκε, για να επανεκλεγεί από τον νέο συνασπισμό στη Βουλή τέσσερις ημέρες αργότερα. Σίγουρα θα είναι πιο εύκολο τώρα για την κυβέρνηση να προωθήσει τη θέση της για τον πόλεμο της Ουκρανίας και μάλιστα σε χώρες που φαίνονται λιγότερο αφοσιωμένες (όπως η Γερμανία).

Σε κάθε περίπτωση, η υποστήριξη προς την Ουκρανία βρίσκεται στον πυρήνα της συμφωνίας του κυβερνητικού συνασπισμού. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλα πεδία, όπως η αύξηση του αφορολόγητου (για να βοηθηθούν τα άτομα με χαμηλότερους μισθούς σε περιόδους πληθωρισμού), ο βιώσιμος μετασχηματισμός στον ενεργειακό τομέα μέσω καινοτόμων τεχνολογικών προσεγγίσεων, μια πολιτική για την πανδημία που λαμβάνει υπόψη τα πολιτικά δικαιώματα, μια σαφή δέσμευση υπέρ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και η περαιτέρω επέκταση των συνδέσεων στο Διαδίκτυο.

Η Εσθονία συνεχίζει να αναπτύσσεται σε όλες εκείνες τις πτυχές που χρήζουν βελτίωσης. Αυτό και μόνο την καθιστά πρότυπο φιλελεύθερης χώρας στην Ευρώπη.

--

O Detmar Doering είναι ο διευθυντής του Ιδρύματος Friedrich Naumann για τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης και της Βαλτικής.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 4 Αυγούστου 2022 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του 4Liberty.eu και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.