Ο μύθος ότι οι άνθρωποι εργάζονται σκληρότερα στον καπιταλισμό

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019, 12:47
-A +A
Ο μύθος ότι οι άνθρωποι εργάζονται σκληρότερα στον καπιταλισμό

Του Barry Brownstein

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, οι άνθρωποι δεν εργάζονταν σκληρά, αλλά όχι για τους λόγους που νομίζουν οι ανιστόρητοι ή οι σοσιαλιστές. Δεν υπήρχαν τότε χαρούμενοι αγρότες που δούλευαν λίγες μόνο ώρες στα χωράφια και περνούσαν το υπόλοιπο της μέρας αναπαυόμενοι. Οι άνθρωποι λιμοκτονούσαν και δεν είχαν την ενέργεια ώστε να εργαστούν σκληρά. Η ζωή τους δεν ήταν καθόλου ειδυλλιακή - το να βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από ασιτία όντας οι ίδιοι υπερβολικά αδύναμοι ώστε να τα βοηθήσουν πρέπει να ήταν μια φρικώδης εμπειρία.

Η διατροφική παγίδα

Στο βιβλίο του με τίτλο The Great Escape (Η μεγάλη απόδραση), ο νομπελίστας οικονομικών Angus Deaton εξηγεί τη “διατροφική παγίδα” που έζησε κάποτε ο πληθυσμός της Βρετανίας:

“Ο πληθυσμός της Βρετανίας στον 18ο και τον πρώιμο 19ο αιώνα κατανάλωνε λιγότερες θερμίδες απ’ όσες χρειαζόταν ώστε τα παιδιά να αναπτυχθούν πλήρως και οι ενήλικες να διατηρήσουν τις υγιείς σωματικές τους λειτουργίες και να απασχολούνται σε παραγωγική και επικερδή χειρωνακτική εργασία. Οι άνθρωποι ήταν υπερβολικά αδύνατοι και πολύ κοντοί, ίσως πιο κοντοί από οποτεδήποτε άλλοτε, πριν ή μετά, στην ιστορία”.

Ο Ντήτον εξηγεί το πώς επηρέαζε το σώμα η διατροφική έλλειψη. Οι εργάτες πριν από αιώνες δεν ήταν γεροδεμένοι, καθώς ένα μη ανεπτυγμένο πλήρως σώμα προσέφερε τις περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης:

“Καθ’ όλη την ιστορία, οι άνθρωποι προσαρμόζονταν στην έλλειψη θερμίδων με το να μην αναπτύσσονται υπερβολικά. Η διακοπή της σωματικής ανάπτυξης δεν είναι μόνο μια συνέπεια της έλλειψης επαρκούς ποσότητας τροφίμων, ιδίως στην παιδική ηλικία, αλλά και τα μικρότερα σώματα απαιτούν λιγότερες θερμίδες για τη βασική τους συντήρηση και καθιστούν εφικτό το να εργάζεται κανείς με λιγότερη τροφή απ’ όση θα χρειαζόταν ένα πιο μεγαλόσωμο άτομο. Ένας εργάτης ύψος άνω του 1.80 που ζυγίζει 100 κιλά θα είχε στον 18ο αιώνα περίπου τις ίδιες πιθανότητες επιβίωσης με έναν άνθρωπο στο φεγγάρι χωρίς διαστημική στολή. Κατά μέσο όρο, απλώς δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα ώστε να συντηρηθεί ένας πληθυσμών ανθρώπων με τις σημερινές σωματικές διαστάσεις”.

Ο μέσος Άγγλος του 18ου αιώνα λάμβανε λιγότερες θερμίδες από τον μέσο άνθρωπο που ζει σήμερα στην υποσαχάρια Αφρική. Καθώς αυτοί οι φτωχοί Άγγλοι δεν μπορούσαν να τραφούν επαρκώς, δούλευαν λίγο. Ο Ντήτον γράφει:

“Οι μικρόσωμοι εργάτες του 18ου αιώνα ήταν ουσιαστικά εγκλωβισμένοι σε μια διατροφική παγίδα: δεν μπορούσαν να κερδίσουν αρκετά χρήματα γιατί ήταν τόσο σωματικώς αδύναμοι, και δεν μπορούσαν να τραφούν επαρκώς γιατί χωρίς εργασία δεν είχαν τα χρήματα ώστε να αγοράσουν τρόφιμα.

Ο Johan Norberg στο βιβλίο του Progress (Πρόοδος) αναφέρει τα ερευνητικά πορίσματα του ιστορικού της οικονομίας και νομπελίστα Robert Fogel:

“Πριν από διακόσια χρόνια, περίπου το 20% των κατοίκων της Αγγλίας και της Γαλλίας δεν μπορούσε να εργαστεί καθόλου. Στην καλύτερη περίπτωση είχαν αρκετή ενέργεια ώστε να περπατούν αργά για λίγες ώρες την ημέρα, γεγονός που καταδίκαζε τους περισσότερους απ’ αυτούς σε μια ζωή επαιτίας”.

Και μετά, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Ο Ντήτον εξηγεί:

“Με την έναρξη της γεωργικής επανάστασης, η παγίδα άρχισε να διαλύεται. Τα κατά κεφαλήν εισοδήματα άρχισαν να μεγαλώνουν και, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, υπήρξε η δυνατότητα της σταθερής βελτίωσης της διατροφής. Η καλύτερη διατροφή επέτρεψε στους ανθρώπους να αναπτυχθούν ώστε να είναι μεγαλύτεροι σωματικά και δυνατότεροι, εξέλιξη που με τη σειρά της επέτρεψε την αύξηση της παραγωγικότητας, δημιουργώντας μια θετική συνέργεια ανάμεσα στις βελτιώσεις στα εισοδήματα και σ’ αυτές στην υγεία, οι οποίες αλλητροφοδοτούνταν.

Η άγνοια της ιστορίας

Μέχρι το τέλος της εκπαιδευτικής μου σταδιοδρομίας, οι ανιστόρητοι προπτυχιακοί φοιτητές είχαν γίνει ανησυχητικά πολλοί. Δεν γνώριζαν την εφιαλτική φτώχεια που έπληττε τη συντριπτική πλειονότητα της ανθρωπότητας επί χιλιετίες. Δεν πίστευαν ότι το παρελθόν μπορούσε να είναι τόσο σκληρό όσο το περιγράφουν συγγραφείς όπως ο Matt Riddley στο βιβλίο του The Rational Optimist (Ο ορθολογικός αισιόδοξος). Ακόμη χειρότερα, όταν έρχονταν αντιμέτωποι με αναντήρητα δεδομένα, κάποιοι φοιτητές αρνούνταν να αμφισβητήσουν τις θέσεις τους.

Η Camille Paglia το εξηγεί αυτό ως εξής: “Καθώς όλα είναι σήμερα τόσο εύκολα, [οι φοιτητές] έχουν την αίσθηση ότι η ζωή πάντα ήταν έτσι”. Και συνεχίζει: “Καθώς ποτέ δεν εξετέθησαν στην ιστορία, δεν έχουν ιδέα ότι αυτές οι πρόσφατες κατακτήσεις είναι το αποτέλεσμα ενός πολύ συγκεκριμένου οικονομικού συστήματος”.

Ο καπιταλισμός, υπογραμμίζει “έχει παραγάγει αυτό το κέρας της αφθονίας που μας περιβάλλει. Οι νέοι όμως φαίνεται να πιστεύουν πως το κράτος πρέπει να διευθύνει τα πάντα”.

Κάποιοι, αγνοώντας τα δεδομένα της οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας, πιστεύουν ότι η σημερινή αφθονία υπήρχε πάντα. Είναι κατανοητοί γιατί κάποιοι μπορεί να αισθάνονται έλξη προς τον αγαπημένο τους δημοκρατικό σοσιαλιστή. Πιστεύοντας ότι θα διατηρήσουν αυτή την αφθονία, ονειρεύονται ότι θα αποκτήσουν ακόμη περισσότερα αν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση τους εκχωρήσει πλούτο που θα έχει κατασχέσει. Ίσως ακόμη ονειρεύονται τον κόσμο που υπόσχονται οι σοσιαλιστές - έναν κόσμο όπου θα δουλεύουν λιγότερο.

Μήπως το κράτος θα πρέπει να μειώσει τις ώρες που δουλεύουμε;

Το δημοκρατικό σοσιαλιστικό περιοδικό Jacobin υποστηρίζει ότι εργαζόμαστε υπερβολικά πολλές ώρες και προσάπτει στον καπιταλισμό αυτό το “πρόβλημα”. Οι αρθρογράφοι του διερωτώνται: “Πώς θα οργανώναμε διαφορετικά τον χρόνο αν απελευθερωνόμασταν από τις απαιτήσεις του καπιταλισμού;” Ο Matt Bruening σε άρθρο του στο Jacobin ζητά την υποχρεωτική μείωση των ωρών εργασίας των Αμερικανών:

“Υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της κάπως πιο ευρείας αναδιανομής της εργασίας στις ΗΠΑ. Ο καλύτερος τρόπος να το πετύχουμε αυτό είναι να μειώσουμε τις ώρες που χρειάζεται να εργάζονται οι σημερινοί απασχολούμενοι παρέχοντας περισσότερες ημέρες αργίας, διακοπών, πληρωμένης άδειας και άδειας ασθενείας, και να αυξήσουμε στη συνέχεια τη δυνατότητα των άλλων ανθρώπων να εργαστούν, προσφέροντας κοινωνική φροντίδα για τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και τους αναπήρους, εφαρμόζοντας πολιτικές ενεργούς αγοράς εργασίας”.

Η Ann Jones, γράφει στο Salon ότι “ο αμερικανικός καπιταλισμός μας έχει απογοητεύσει”, εν μέρει γιατί “δουλεύουμε υπερβολικά πολύ. Η Τζόουνς υπήρξε ανταποκρίτρια στο Αφγανιστάν. Επιστρέφοντας στην Αμερική, φαντάστηκε πως είδε ομοιότητες ανάμεσα στις δύο χώρες: “Αισθάνθηκα σαν να γυρίζω πίσω σ’ εκείνο τον άλλο κόσμο της βίας και της φτώχειας, όπου η αγωνία κυριαρχή και οι άνθρωποι βρίσκονται σε συνεχή αναταραχή”.

Η Τζόουνς αναζητά την σκανδιναβική ουτοπία όπως η ίδια την αντιλαμβάνεται, όπου οι άνθρωποι εργάζονται “για να παραγάγουν πράγματα προς χρήση του καθένα - όχι προς κέρδος κάποιων λίγων”. Αυτό που αρνείται να κατανοήσει η Τζόουνς είναι πως οι ίδιοι οι Σκανδιναβοί λένε πως η οικονομία τους είναι καπιταλιστική.

Ο καπιταλισμός έκανε την εργασία καλή

Αντίθετα προς τη μυθολογία, οι εργοστασιακές θέσεις εργασίας του 19ου αιώνα ήταν καλές δουλειές - οι σημερινές θέσεις εργασίας είναι ακόμη καλύτερες. Ο Arthur M. Diamond Jr. σε άρθρο του στο Reason μοιράζεται τη μαρτυρία ενός οκτάχρονου κοριτσιού στην Αγγλία που δούλευε 14 ώρες την ημέρα σε ένα αγρόκτημα: “Αισθάνθηκα σαν να ήμουν στον παράδεισο όταν με πήγαν στο Ληντς και με έβαλαν να δουλέψω σε ένα εργοστάσιο υφαντουργίας”.

Η μετακίνηση από το αγρόκτημα σε μια καλύτερη ζωή στο εργοστάσιο ίσχυε και για την Αμερική. Στο άρθρο μου στο FEE με τίτλο “Stephen Hawking's Final Warning: Why His Worries Were Unwarranted” (Η τελευταία προειδοποίηση του Στήβεν Χώκινγκ: Γιατί οι ανησυχίες του ήταν αβάσιμες), αφηγούμαι την ιστορία της Lucy Larcom, μιας Αμερικανής ποιήτριας του 19ου αιώνα η οποία, στην ηλικία των 11, εργάστηκε λόγω οικονομικής ανάγκης σε κλωστοϋφαντουργία στο Λόουελ της Μασαχουσέτης:

“Στο βιβλίο της Λούσυ, A New England Girlhood (Η παιδική ηλικία ενός κοριτσιού στη Νέα Αγγλία) γράφει για την εμπειρία της στο υφαντουργείο. Εκεί συνάντησε άλλους ποιητές, τραγουδιστές και συγγραφείς που, όπως κι εκείνη, διψούσαν για παιδεία και παρακολουθούσαν πρόθυμα τις διαλέξεις του Λυκείου της εποχής.

Δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη σημερινή Αμερική με ένα πολύ καλύτερο επίπεδο διαβίωσης, λιγότερους εργάτες στα υφαντουργεία και περισσότερους ανθρώπους να επιδιώκουν την πραγματοποίηση των ονείρων τους. Και όμως, γνώριζε καλά ότι ο κόσμος της ήδη άλλαζε. Πράγματα που φαίνονταν “θαυμαστά” στους γονείς της, ήταν κοινότοπα για εκείνη.

‘Η στάση μας - η στάση της εποχής μας’ έγραφε η Λάρκομ ‘ήταν αυτή των παιδιών που σκαρφαλώνουν στους φράχτες τους για να δουν ένα θέαμα που πλησιάζει για να φανταστούν τι πιο ακόμα θαυμαστό ακολουθεί στη συνέχεια’.

‘Τα πάντα ήταν μια προσδοκία’, προσθέτει η Λάρκομ. ‘Έρχονταν αλλαγές. Επρόκειτο να συμβούν πράγματα που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει’”.

Αν πιστεύετε ότι αυτές οι μαρτυρίες ήταν περιστασιακές, ο Ντάιμοντ αναφέρει ότι “Ο Τσαρλς Ντίκενς, διάσημος για την υποστήριξή του προς τους φτωχούς στα ευπώλητα μυθιστορήματά του στα μέσα του 18ου αιώνα, εξυμνούσε τις καθαρές και άνετες συνθήκες εργασίας των κοριτσιών που μέχρι πρότινος εργάζονταν σε αγροκτήματα και πλέον εργάζονταν στην κλωστοϋφαντουργία της Βοστώνης”.

Η δουλειά στο αγρόκτημα ήταν πιο εξοντωτική και πιο επικίνδυνοι. Παιδιά όπως η Λούσι Λάρκομ άρπαξαν την ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή.

Ο Ντάιμοντ παρατηρεί ότι ο επιχειρηματικής καπιταλισμός “έχει μια μακρά ιστορία δημιουργίας νέων, καλύτερων θέσεων εργασία, και παρακίνησης των παλιών θέσεων εργασίας στην κατεύθυνση της γεμάτης προκλήσεις και νόημα κορυφής της ιεραρχίας των αναγκών του Μάσλοου”. Ο Ντάιμοντ δίνει ένα εξαίρετο παράδειγμα από τον 19ο αιώνα:

“Ένα πρώιμο συγκεκριμένο παράδειγμα καινοτόμου δυναμισμού που βελτίωσε τις θέσεις εργασίας συνέβη όταν η κηροζίνη αντικατέστησε το σπαρματσέτο από φάλαινες για τον φωτισμό υψηλής ποιότητας. Η συλλογή του σπαρματσέτου απαιτούσε ημέρες απόξεσης λίπους από την εγκεφαλική κοιλότητα ενός πτώματος μιας τεράστιας φάλαινας σε αποσύνθεση. Η εργασία στις πετρελαιοπηγές δεν ήταν τέλεια, αλλά ήταν καλύτερη από την εργασία μέσα σε εγκεφαλικές κοιλότητες σε αποσύνθεση”.

Ομοίως, η κατασκευή και η επισκευή ψυγείων είναι καλύτερη και καλύτερα αμειβόμενη εργασία από την επικίνδυνη συλλογή πάγου σε ακραίες θερμοκρασίες.

Αν η πρόοδος συνεχιστεί, όσοι ζήσουν στο μέλλον μπορεί χρησιμοποιώντας ως κριτήριο τη δική τους εποχή να γράφουν για τις σημερινές “αξιοθρήνητες” συνθήκες και τα ωράρια εργασίας. Αυτή είναι η φύση της προόδου. Ο καπιταλισμός υπήρξε η μεγάλη μηχανή που παρήγαγε αφάνταστη ευημερία και βελτιώσεις στις εργασιακές συνθήκες.

--
Ο Barry Brownstein είναι ομότιμος καθηγητής οικονομικών και ηγεσίας στο Πανεπιστήμιο της Βαλτιμόρης. Είναι συγγραφέας του βιβλίου The Inner-Work of Leadership. Για να λαμβάνετε τα κείμενά του, εγγραφείτε στο Mindset Shifts.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 19 Οκτωβρίου 2019 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ “Μάρκος Δραγούμης”.

-A +A

Δημοφιλέστερα Άρθρα