field_kentriki_fotografia
Είναι ο «καπιταλισμός» φαινόμενο της νεωτερικότητας;

Του Stephen Davies

Είναι ο καπιταλισμός φαινόμενο της νεωτερικότητας; Η ερώτηση αυτή προκαλεί βλέμματα περιέργειας και δυσπιστίας από ανθρώπους κάθε πεποίθησης. Δεν είναι σίγουρο ότι θα απαντήσουν θετικά; Για πολλούς, η έλευση του καπιταλισμού είναι το γεγονός που σηματοδοτεί καλώς ή κακώς την έλευση της νεωτερικότητας, συνεπώς τα δύο φαινόμενα είναι κατά κάποιο τρόπο ταυτόσημα, ή τουλάχιστον πολύ στενά συνδεδεμένα.

Ένας άλλος τρόπος να εξετάσουμε το ζήτημα είναι ότι για περισσότερα από διακόσια χρόνια το μεγάλο ζήτημα ήταν αν μπορεί να υπάρχει μια μορφή νεωτερικότητας που να μην είναι ταυτόχρονα καπιταλιστική, με πολλούς στοχαστές να υποστηρίζουν ότι τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι δεν μπορεί να υπάρχει ένα τέτοιο παράδοξο πράγμα.

Η πραγματικότητα όμως είναι πιο πολύπλοκη και το να σκεφτούμε αυτή την πραγματικότητα μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα την ιστορική μας καλή τύχη και το πόσο εύθραυστη μπορεί αυτή να αποδειχθεί.

Ο όρος “καπιταλισμός” είναι ξεκάθαρα νεωτερικός και δεν μπορεί να βρεθεί είτε ως όρος είτε ως περιγραφή ή ανάλυση πριν την νεωτερικότητα. Αν ρωτήσετε τους περισσότερους ανθρώπους, θα σας πουν ότι ο Μαρξ είναι ο πατέρας αυτού του όρου ή τουλάχιστον εκείνος που τον κατέστησε γνωστό, αλλά αυτό δεν ισχύει. Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο στα αγγλικά ήταν ο William Makepeace Thackeray στη κωμική του νουβέλα The Newcomes (1854). Ο ίδιος ο Μαρξ χρησιμοποίησε αυτή τη λέξη λίγες μόνο φορές προς το τέλος της ζωής του στην αλληλογραφία του. Μιλούσε συχνά για κεφάλαιο και καπιταλιστές, αλλά σπανίως για καπιταλισμό.

Εκ των υστέρων αυτό δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει καθώς η κατάληξη της λέξης υποδηλώνει μια ιδεολογία, μια κουλτούρα, ή μια κατάσταση συνείδησης, και όχι ένα υλικό οικονομικό σύστημα και τις σχέσεις που αυτό συνεπάγεται. Από πού λοιπόν προήλθε ο όρος και πώς έφτασε να έχει τη σημερινή του σημασία;

Αυτός που κατέστησε δημοφιλή αυτή την έννοια και της έδωσε τη σημερινή της σημασία δεν ήταν ο Μαρξ, αλλά ο Werner Sombart, ένας σπουδαίος ιστορικός της οικονομίας και ταυτόχρονα ένας παθιασμένος εχθρός της ελευθερίας. Ξεκίνησε τη ζωή του ως ριζοσπάστης σοσιαλιστής και κατέληξε πεπεισμένος ναζί - όπως επισημαίνει ο Μίζες, η μόνη σταθερά στη ζωή του ήταν η αποστροφή του προς την ελευθερία. Ο Σόμπαρτ πήρε τη νέα αυτή λέξη και της έδωσε περιεχόμενο σε μια σειρά από έργα του με σημαντικότερο το Der Moderne Kapitalismus.

Για τον Σόμπαρτ, ο Καπιταλισμός ήταν ταυτόχρονα μια κουλτούρα ή ένα σύνολο πεποιθήσεων και ένα σύστημα οικονομικών σχέσεων, αλλά πίστευε πως η κουλτούρα και οι ιδέες παράγονται από τις οικονομικές σχέσεις και τις διαμορφώνουν με τη σειρά τους. Πίστευε ότι ο καπιταλισμός υπήρξε για μια μακρά περίοδο με διάφορες μορφές, τουλάχιστον από τον 12ο αιώνα, αλλά κατά τη διάρκεια αυτή είχε εξελιχθεί και αλλάξει. Έτσι, γι’ αυτόν, ο καπιταλισμός δεν ήταν ιδιαίτερα νεωτερικός ή πρόσφατος, μολονότι η μορφή του είχε αλλάξει στον σύγχρονο κόσμο.

Αυτό που συνέβη στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ότι η παρουσίαση και η ανάλυση του καπιταλισμού από τον Σόμπαρτ ενσωματώθηκε στη μαρξιστική σκέψη (χωρίς αναγνώριση, για προφανείς λόγους). Για τον Μαρξ, η ιστορία γινόταν κατανοητή ως μια σειρά από στάδια, με καθένα από τα οποία να χαρακτηρίζεται από έναν συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής στον οποίο ο βασικός παραγωγικός πόρος ήταν ιδιοκτησία μιας συγκεκριμένης τάξης και ελεγχόταν από αυτή - στον αρχαίο κόσμο των σκλάβων (δουλοκτήτες), στη συνέχεια της γης (γαιοκτήμονες), και σήμερα κεφάλαιο (κεφαλαιοκράτες / καπιταλιστές).

Η παρουσίαση του καπιταλισμού από τον Σόμπαρτ, που συνδύαζε την οικονομική, την πολιτιστική και την ψυχολογική ανάλυση, έφτασε να είναι μια περιγραφή της μορφή που πήρε στον σύγχρονο κόσμο όπου το κεφάλαιο ήταν ο βασικός πόρος. Η μακρύτερη προϊστορία του θεωρήθηκε εντέλει μια περιγραφή της ανάδυσης του καπιταλισμού ή της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Αυτός ο συνδυασμός των ιδεών έφτασε να έχει τεράστια επιρροή στη μετέπειτα ιστοριογραφία.

Ακόμη, οδήγησε σε ολοένα και περισσότερα προβλήματα καθώς οι εμπειρικοί ιστορικοί έκαναν τη δουλειά τους. Το πρόβλημα ήταν ότι οι ιστορικοί συνεχώς ανακάλυπταν παραδείγματα πρακτικών και ατόμων που ταίριαζαν στα μοντέλα του καπιταλισμού και των κεφαλαιοκρατών, αλλά ήταν πολύ δύσκολο να ταιριάξουν στην όποια σταδιακή εξήγηση της ιστορίας, όπως αυτή του μαρξισμού. Ήταν ήδη δύσκολο όταν οι άνθρωποι αυτοί ανακάλυψαν παραδείγματα καπιταλισμού στον 13ο αιώνα - αυτό θα μπορούσε απλώς να καλυφθεί επεκτείνοντας την ιδέα της μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό ώστε η μετάβαση αυτή να διαρκεί περισσότερο από καθέναν από αυτούς τους τρόπους παραγωγής. Πολύ πιο δύσκολη πρόκληση αντιπροσώπευε η ανακάλυψη τέτοιων παραδειγμάτων στην αρχαία Μεσόγειο ή τη Μέση Ανατολή, ή σε μέρη του κόσμου όπως η Κίνα και η Ινδία, τα οποία σύμφωνα με τον Μαρξ δεν είχαν υποστεί τη μετάβαση γιατί είχαν εισέλθει στο σκοτεινό μονοπάτι του “ασιατικού τρόπου παραγωγής”.

Πέρα από πρόκληση για τους μαρξιστές, τα ευρήματα αυτά αποτελούσαν πρόβλημα και για τους περισσότερους υποστηρικτές του καπιταλισμού. Από τουλάχιστον τη δεκαετία του 1920, η κύρια απάντηση στους σοσιαλιστές κάθε είδους και ιδίως τους μαρξιστές ήταν η επισήμανση του απίστευτου πλούτου του σύγχρονου κόσμου και το επιχείρημα ότι αυτός ήταν το αποτέλεσμα καπιταλιστικών μορφών οικονομικής οργάνωσης. Καθώς η οικονομική ανάπτυξη αυτού του είδους ήταν ξεκάθαρα ένα χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου και όχι προγενέστερων περιόδων, αυτή η προσέγγιση συνέδεε επίσης τον καπιταλισμό ως οικονομικό σύστημα με τη νεωτερικότητα και του έδινε μια συγκεκριμένη χρονολογική θέση, καθώς και μια γεωγραφική θέση (τουλάχιστον στην αρχή). Αν ο καπιταλισμός και οι καπιταλιστές υπήρχαν πολύ πριν την νεωτερικότητα, τότε αυτή η σύνδεση θα γινόταν πολύ δυσκολότερη. Δυστυχώς τόσο για τους υποστηρικτές όσο και για τους επικριτές του σύγχρονου καπιταλισμού, τα εμπειρικά ευρήματα συνέχισαν να συσσωρεύονται.

Μια απάντηση, που έχω ο ίδιος χρησιμοποιήσει, είναι να διακρίνουμε ανάμεσα στην ευρύτερη κατηγορία των οικονομιών της αγοράς και στην στενότερη και πιο συγκεκριμένη κατηγορία του καπιταλισμού. Μ’ αυτή τη λογική, οι οικονομίες της αγοράς (όπου το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής πωλείται στις αγοράς και συνεπώς η παραγωγή και η κατανομή διαμορφώνονται και διέπονται από τις συναλλαγές στην αγορά) είναι διαδεδομένος τόσο γεωγραφικά, όσο και χρονολογικά. Ο καπιταλισμός έτσι γίνεται κατανοητός ως ένα συγκεκριμένο είδος οικονομίας της αγοράς που εντοπίζεται μόνο σε συγκεκριμένες περιόδους και μέρη, με άλλα λόγια στον σύγχρονο κόσμο.

Αυτός ο ελιγμός διατηρεί την οικονομία της αγοράς με ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής ως τον βασικό μοχλό του πλούτου και του μετασχηματισμού του σύγχρονου κόσμου με την πρόσθεση κάποιων επιπλέον στοιχείων (όπως η εταιρία, οι αγορές κεφαλαίου και οι πραγματικές αγορές εργασίας). Μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί για την επιδιόρθωση του μαρξισμού, μολονότι υπάρχει το πρόβλημα ότι ο περιορισμός του καπιταλιστικού συστήματος στα τελευταία τριακόσια χρόνια όντως καθιστά την ιδέα της φεουδαρχικής οικονομίας σοβαρά ασυνάρτητη - κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι μελετητές του Μεσαίωνα τα τελευταία χρόνια έχουν εγκαταλείψει αυτή την κατηγορία.

Όπως όμως συνειδητοποίησα πρόσφατα, αυτό δεν επιλύει στην πραγματικότητα το πρόβλημα του χρονολογίου. Ακόμη και αν ορίσει κανείς τον “καπιταλισμό” πιο περιοριστικά, παραμένει η πρόκληση της εξήγησης πραγμάτων που βάσει της αρχής “μοιάζει με πάπια, κλπ” πρέπει να θεωρηθούν ως καπιταλισμός αλλά δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση νεωτερικά. Αρκετοί έχουν υποστηρίξει ότι θα πρέπει απλώς να εγκαταλείψουμε τις έννοιες του καπιταλισμού, του σοσιαλισμού και της φεουδαρχίας και μαζί τους την ιδέα του τρόπου παραγωγής.

Αυτή ήταν η θέση του γνωστού μαρξιστή στοχαστή Andre Gunder Frank, ενώ από τη θέση του κλασικού φιλελευθερισμού η Deirdre McCloskey υποστήριξε επίσης ότι ο όρος δεν βοηθά και θα πρέπει να εστιάσουμε περισσότερο στην καινοτομία (δεδομένου ότι αυτή μεταμόρφωσε τον κόσμο) και στις προϋποθέσεις της ύπαρξής της. Η άποψή της όντως δείχνει μια διέξοδο, αν τη συνδυάσουμε το έργο άλλων επιστημόνων και κυρίως του Γάλλου ιστορικού Fernand Braudel.

Αν η καινοτομία ήταν ο παράγοντας που μετασχημάτησε τον κόσμο στη νεωτερική εποχή, και αν η μορφή αυτή της καινοτομίας από ελεύθερους και χωρίς περιορισμούς ανθρώπους στην οικονομική σφαίρα παίρνει τις συγκεκριμένες μορφές που ονομάζουμε καπιταλισμό, τότε τι μπορούμε να πούμε για τις προγενέστερες περιόδους; Δεδομένου ότι η βασική φύση των ανθρώπων δεν αλλάζει σε διαφορετικές εποχές και μέρη, οι παραλλαγές της καινοτομίας εξηγούνται από την επίδραση παραγόντων όπως οι θεσμοί και η κουλτούρα, καθώς των σχέσεων που συνάπτονται εθελουσίως ή βασίζονται στη διαφορά ισχύος.

Η συναλλαγή στην αγορά είναι επίσης μια ιστορική σταθερά των ανθρώπινων κοινωνιών, μολονότι ο βαθμός που η οικονομική δραστηριότητα βασίζεται στην αγορά ποικίλει. Ο Μπροντέλ υποστηρίζει στο έργο του Υλικός Πολιτισμός και Καπιταλισμός, ότι το σύνολο της οικονομικής ζωής σε όλες τις ιστορικές περιόδους μπορεί να διακριθεί σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι η δραστηριότητα που δεν περιλαμβάνει χρήματα ή συλλαγή στην αγορά, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος συμβαίνει στο σπίτι ή πέριξ αυτού. (Ιστορικά, αυτό είναι το μεγαλύτερο μέρος).

Το δεύτερο είναι η συναλλαγή και το εμπόριο στην αγορά, που χαρακτηρίζεται από καινοτομία και ανταγωνισμό, αλλά περιορίζεται από κοινωνικές νόρμες και ρητή εξουσία. Το τρίτο είναι αυτό που ονομάζει “καπιταλισμό”: το εμπόριο, η συναλλαγή και η παραγωγή μεγάλης κλίμακας ή μεγάλης απόστασης που περιλαμβάνει τη συστηματική χρήση πίστωσης και αγορών κεφαλαίου. Αυτό αναδύεται από τον κόσμο της συναλλαγής στην αγορά και της καινοτομίας, αλλά διαφέρει από αυτά, λόγω της αλληλεπίδρασης της συναλλαγής και της ισχύος ή της πολιτικής: οι καπιταλιστές για τον Μπροντέλ είναι συνήθως μονοπωλιστές ή προνομιούχοι - κάνουν παραγωγικά πράγματα αλλά ταυτόχρονα είναι προσοδοθήρες (συχνά είναι φοροσυλλέκτες).

Αν συνδυάσει κανείς την εικόνα του Μπροντέλ με αυτή της ΜακΚλόσκι και τις προσθέσει στο έργο των εμπειρικών ιστορικών της οικονομίας, προκύπτει η ακόλουθη εικόνα: Διαμέσου της ιστορίας, υπάρχουν περίοδοι ανοιχτότητας και δυναμισμού. Κατά τις περιόδους αυτές, η καινοτομία φαίνεται πιο έντονη και διαδεδομένη. Αυτό οδηγεί σε οικονομική ανάπτυξη και έχει ως αποτέλεσμα κάποιοι άνθρωποι να γίνουν πολύ πλούσιοι. Οι πολιτικές ελίτ μπορεί να προσπαθήσουν να το σταματήσουν αυτό ή να λεηλατήσουν τους επιτυχημένους. Αυτό που όμως συμβαίνει συχνότερα είναι πως οι οικονομικά επιτυχημένοι και οι πανούργες ελίτ κάνουν έναν συμβιβασμό.

Ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας είναι η εμπέδωση της θέσης όσων ήδη έχουν πλουτίσει και η προστασία τους από επίδοξους ανταγωνιστές (οι οποίοι προσπαθούν να αναπαραγάγουν αυτά που έκαναν οι ήδη πλούσιοι στα νεώτερά τους χρόνια). Ένα άλλο είναι η εμφάνιση αυτού που μπορούμε να ονομάσουμε “πολιτικοποιημένη αγορά” όπου η ευνοιοκρατία και οι πολιτικές επαφές έχουν κομβική σημασία για την επιτυχία. Λόγω της κεντρικής θέσης της πίστωσης, αυτό συχνά παίρνει τη μορφή μιας κερδοσκοπικής χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα, από την αγορά των συμβάσεων για τον εφοδιασμό των στρατών και τη συλλογή εσόδων κατά τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και την πρώιμη Αυτοκρατορία, μέχρι τους σιδηροδρόμους στον 19ο αιώνα, και διάφορες άλλες περιπτώσεις σήμερα. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει τεράστια κέρδη τόσο για επιχειρηματίες όσο και για πολιτικούς, αλλά ιστορικά πάντα έχει κακή κατάληξη, νωρίτερα ή αργότερα. Όλο αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του δυναμισμού και της καινοτομίας και επιφέρει μια αντίδραση - και για αυτό οι περίοδοι της καινοτομίας δεν διαρκούν για πάντα.

Ο καπιταλισμός με την έννοια ενός δυναμικού συστήματος καινοτομίας που αναδύεται από την ιδιωτική ιδιοκτησία και τις συναλλακτικές σχέσεις και περιλαμβάνει τη χρήση της πίστωσης, των αγορών κεφαλαίου και εμπορικών οργανισμών μεγάλης κλίμακας, είναι ένα φαινόμενο που επανέρχεται σταδιακά στην ανθρώπινη ιστορία. Για να συμβεί, θα πρέπει να αποδυναμωθούν οι δυνάμεις που συνήθως περιορίζουν τον ευρύ πειραματισμό. Ο καπιταλισμός οδηγεί στην επιτάχυνση της καινοτομίας, στην ανάπτυξη και την αύξηση του πλούτου.

Από τη στιγμή όμως που εμπεδωθεί, προσελκύει τα αρπακτικά και οδηγεί όσους έχουν πετύχει να επιδιώξουν να μετατρέψουν την επιτυχία τους στον ανεμοστρόβιλο της ανταγωνιστικής καινοτομίας σε κάτι πιο μόνιμο συμβιβαζόμενοι με τα αρπακτικά. Αυτό με τη σειρά του παράγει αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα “παρεοκρατικό καπιταλισμό”, το οποίο παραμένει κάτι το πολύ δυναμικό αλλά ολοένα και περισσότερο εκτρέπει την παραγωγική δραστηριότητα σε μια σειρά από προσοδοθηρικές απάτες ή κερδοσκοπικές φούσκες. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια “κρίση του καπιταλισμού”. Μπορούμε εύλογα να μιλήσουμε για μια τέτοια κρίση στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του 3ου αιώνα, στην Κίνα του 13ου αιώνα, και παγκοσμίως κατά τη δεκαετία του 1930. Το αποτέλεσμα αυτών των κρίσεων συνήθως είναι κακό, και σίγουρα δεν ανταποκρίνεται στις υψηλές ελπίδες των επαναστατών που μπορεί να προσπαθήσουν να τις εκμεταλλευτούν.

Ο σύγχρονος κόσμος χαρακτηρίζεται από ένα διαφορετικό μοτίβο. Τα φαινόμενα που περιέγραψα μας ακολουθούν ακόμη σε μεγάλο βαθμό, αλλά το επίπεδο του ανταγωνισμού και της καινοτομίας στην οικονομική ζωή από τα μέσα του 18ου αιώνα υπήρξε τόσο υψηλό που οι προσπάθειες των ελίτ και των ήδη επιτυχημένων δεν κατάφεραν να τα περιορίσουν ή να τα σταματήσουν. Η πολύ μεγαλύτερη διεύρυνση της οικονομικής ενσωμάτωσης δυσκολεύει τους ηγέτες που ελέγχουν μόνο ένα μέρος της επιφάνειας του πλανήτη (και μόνο ένα μέρος μιας ολοένα και περισσότερο ενιαίας οικονομίας) να κάνουν όσα καταστροφικά περιγράψαμε παραπάνω - και όταν το πετυχαίνουν, αυτό έχει περισσότερο τοπικές, παρά συστημικές συνέπειες. Η συμπεριφορά των οικονομικών και πολιτικών ελίτ έχει επίσης επηρεαστεί από ιδέες και ιδεολογία, καθώς οι φιλελεύθεροι έχουν πείσει πολλούς από αυτούς ότι δεν πρέπει να ακολουθήσουν την πεπατημένη οδό που οδηγεί σε πραγματικά άσχημα αποτελέσματα. Για όλους αυτούς τους λόγους, μολονότι έχουμε δει κρίσεις όπως αυτές που περιέγραψα παραπάνω, αυτές δεν ανέκοψαν τη διαδικασία και δεν οδήγησαν σε κατάρρευση του συστήματος όπως στο παρελθόν.

Ο καπιταλισμός σύμφωνα με αυτή τη αφήγηση δεν είναι στην πραγματικότητα ένα φαινόμενο της νεωτερικότητας, στο βαθμό που κάτι το οποίο μπορούμε να περιγράψουμε με αυτό τον όρο υπήρξε επανειλημμένα στην ιστορία. Συνήθως το τέλος του ήταν κακό, λόγω του τρόπου με τον οποίο ο ιδιωτικός πλούτος και ο φόβος της απώλειάς του διαπλέχθηκε με την αρπακτική εξουσία, αλλά στον σύγχρονο κόσμο το έχουμε αποφύγει αυτό. Το έχουμε αποφύγει βεβαίως μόνο προς το παρόν, και γι’ αυτό οφείλουμε διαρκώς να βρισκόμαστε σε επιφυλακή ώστε αυτή η διαδικασία να συνεχιστεί.

--

O Steve Davies είναι διακεκριμένο στέλεχος του American Institute for Economic Research και επικεφαλής των εκπαιδευτικών προγραμμάτων του Institute of Economic Affairs.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 20 Ιουλίου 2020 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του American Institute for Economic Research και τη συνεργασία του ΚΕΦίΜ - Μάρκος Δραγούμης.