Σ. Ριζάς: Η νέα εποχή της γεωπολιτικής -  Ενέργεια, τσιπ και δασμοί ως όπλα ισχύος
Shutterstock
Shutterstock

Σ. Ριζάς: Η νέα εποχή της γεωπολιτικής - Ενέργεια, τσιπ και δασμοί ως όπλα ισχύος

Σε μια περίοδο, κατά την οποία οι βεβαιότητες της μεταψυχροπολεμικής εποχής καταρρέουν, ο κόσμος μοιάζει να επιστρέφει σε μια πιο σκληρή γλώσσα ισχύος: συμμαχίες «κατά περίπτωση», γεωοικονομικές πιέσεις, τεχνολογία ως πεδίο ανταγωνισμού και συγκρούσεις που μετακινούνται από τα χαρακώματα στις αλυσίδες εφοδιασμού και τις αγορές.

Σε συνέντευξή του στο Liberal, ο Διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Έρευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, Σωτήρης Ριζάς, φωτίζει τα γεγονότα που επιτάχυναν αυτή τη μετάβαση, εξηγεί γιατί η Δύση δυσκολεύεται να υπερασπιστεί το μοντέλο της και σκιαγραφεί τα διλήμματα για την Ευρώπη και την Ελλάδα μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας.

Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο

Σε πρόσφατο άρθρο σας αναφερθήκατε στην «rules-based order» της μεταψυχροπολεμικής εποχής, για την οποία εκτιμάτε ότι ανήκει στο παρελθόν. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε ποια είναι τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό;

Ένας παράγων είναι η μη λελογισμένη και συχνά μονομερής χρήση της αμερικανικής ισχύος. Η rules-based order δεν ήταν ασυμβίβαστη με τη χρήση της αμερικανικής ισχύος υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα ήταν νομιμοποιημένη, θα απέβλεπε στην προώθηση αμερικανικών αλλά και ευρύτερων συμφερόντων και θα εξασφάλιζε την αποδοχή ή έστω την ανοχή ευρύτερης μερίδας της διεθνούς κοινότητας.

Ο δεύτερος πόλεμος του Ιράκ, το 2003, έθεσε υπό αμφισβήτηση τα κίνητρα της Αμερικής και την έφερε σε αντίθεση με πολύ μεγάλο και σημαντικό μέρος της διεθνούς κοινότητας. Η αντίθεση και η δυσπιστία προς την Αμερική εδραιώθηκαν όταν διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχαν στο Ιράκ όπλα μαζικής καταστροφής όπως είχε ισχυριστεί η διοίκηση του Τζορτζ Μπους του νεώτερου προκειμένου να δικαιολογήσει τον πόλεμο.

Οι σύμμαχοι εφεξής δεν ήταν διατεθειμένοι να ευθυγραμμίζονται με την Ουάσιγκτον όπως έδειξε η αντίθεση της Γερμανίας και της Γαλλίας στην ένταξη της Ουκρανίας στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι τον Μάιο του 2008 ή η απροθυμία της βρετανικής Βουλής των Κοινοτήτων αλλά και του ίδιου του Αμερικανικού Κογκρέσου το 2013 να συναινέσουν σε ανάληψη επιχειρήσεων εναντίον της Συρίας παρά το γεγονός ότι το καθεστώς του Άσαντ αποδεδειγμένα έχει χρησιμοποιήσει χημικά όπλα στον εμφύλιο πόλεμο.

Τα επόμενα χρόνια έγινε αισθητή μια δομική αλλαγή, η βαθμιαία μετατόπιση οικονομικού βάρους από τον Δυτικό κόσμο στην Ασία, ιδίως στην Κίνα, η οποία εξελίχθηκε σε μείζονα βιομηχανική δύναμη ενώ οι δυτικές δυνάμεις περνούσαν μια φάση αποβιομηχάνισης και μετάπτωσης σε οικονομίες υπηρεσιών με έμφαση στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Παράλληλα η Ρωσία, μετά την άνοδο του Πούτιν στην προεδρία το 2000, έδειχνε σταδιακά όλο και πιο απρόθυμη να αποδεχθεί τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στην Ευρώπη, ιδίως τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και τράπηκε σε μια σύνθετη πολιτική ανασύστασης της ρωσικής ζώνης επιρροής στο χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και ταυτόχρονα επιδίωξης ενός πολυπολικού κόσμου.

Ανάλογα φαινόμενα σημειώθηκαν και σε περιφερειακό επίπεδο με την ανάδυση νέων ισχυρών παικτών όπως η Τουρκία, το Ιράν, το οποίο ακολούθησε μια επίμονη στρατηγική αντιπαράθεσης με τη Αμερική και το Ισραήλ αποκτώντας περιεφερειακά ερείσματα στη Μέση Ανατολή, η Βραζιλία ενώ οι μοναρχίες του Περσικού Κόλπου απέκτησαν ή εδραίωσαν μια καθόλου αμελητέα οικονομική επιρροή.

Τέλος, η οικονομική κρίση του 2008, η αποβιομηχάνιση και η διευρυνόμενη ανισότητα  και, τελικά, το πρόσφατο κύμα πληθωρισμού, διέβρωσαν σταδιακά την πίστη μεγάλων μερίδων των δυτικών κοινωνιών στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Όλα αυτά δημιουργούν ένα ασταθές, απρόβλεπτο διεθνές σύστημα όπου τα συμφέροντα είναι ποικίλα και μετασχηματιζόμενα και η rules-based order δείχνει σε πολλούς αδιάφορη η περιοριστική ενώ τα αυταρχικά συστήματα της Κίνας, της Ρωσίας, της Τουρκίας υπόσχονται αποτελεσματικότητα, τάξη και επιτρέπουν μια ψυχολογική ταύτιση με το έθνος ως σημείο αναφοράς έναντι της Παγκοσμιοποίησης η οποία φαινόταν ότι αποσταθεροποιούσε την οικονομική και κοινωνική ζωή.

Ποιες είναι οι νέες ζώνες σύγκρουσης συμφερόντων και ποια είναι η μορφή που μπορούν να λάβουν αυτές οι συγκρούσεις;

Οι ζώνες σύγκρουσης συμφερόντων αφορούν πόρους αλλά όχι μόνο. Συνδέονται επίσης με την επιδίωξη ασφάλειας, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν την αντιλαμβάνονται όλοι με τον ίδιο τρόπο, και το γόητρο. Η διοίκηση Τραμπ έθεσε υπό έλεγχο τη Βενεζουέλα για να ελέγξει το πετρέλαιο της χώρας και επιδιώκει να θέσει υπό έλεγχο τη Γροιλανδία για λόγους στρατηγικούς αλλά και οικονομικούς.

Η Ρωσία επιτέθηκε στην Ουκρανία για να ανασυστήσει τη ρωσική ζώνη επιρροής στην πρώην Σοβιετική Ένωση αλλά και στην Ανατολική Ευρώπη και γίνει και πάλι αντιληπτή ως μεγάλη παγκόσμια δύναμη. Λόγοι γοήτρου και ιστορικής κληρονομιάς ωθούν την Κίνα προς την επιδίωξη της επανένωσης της Ταϊβάν με την ηπειρωτική χώρα.

Το Ισραήλ και, εν τέλει, οι Ηνωμένες Πολιτείες, έπληξαν το Ιράν για να τερματίσουν οριστικά το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, δηλαδή για λόγους ασφαλείας.

Η Αμερική του προέδρου Μπάιντεν επέβαλε στη Ρωσία εκτεταμένες κυρώσεις για να την εξαναγκάσει σε αλλαγή πολιτικής έναντι της Ουκρανίας ενώ η διοίκηση Τραμπ επέβαλε δασμούς σε συμμάχους και μη για να μεταβάλει υπέρ της το εμπορικό ισοζύγιο. Απειλεί επίσης με δασμούς για να μεταβάλει την εξωτερική πολιτική κρατών όπως η Ινδία. Πρόκειται για ένα σύνθετο και μάλλον χαοτικό διεθνές σύστημα το οποίο δε διαθέτει σημεία αναφοράς και μοτίβα.

Με δεδομένο ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο ανάδυσης νέων περιφερειακών δυνάμεων, που δεν είναι σίγουρο ότι επιθυμούν να προσδεθούν σε ισχυρότερα άρματα, πως περιπλέκονται και διαμορφώνονται οι νέοι συσχετισμοί;

Η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική. Ειδικά πάντως για την περιοχή μας είναι αξιοσημείωτο ότι η Άγκυρα φαίνεται να επιλέγει μια πολιτική προσέγγισης προς την Αμερική ενώ δεν μένει επίσης καθόλου αδιάφορη προς τις διεργασίες για τη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ασφαλείας.

Οι επιλογές της Άγκυρας δεν δείχνουν πολιτική ίσων αποστάσεων μεταξύ δυτικών και μη δυτικών δυνάμεων. Εύλογα προκαλούν οι διεργασίες αυτές ανησυχίες στην Αθήνα καθώς το διεθνές σύστημα χαρακτηρίζεται πλέον από όλο και μικρότερη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.

Η εμπλοκή της Τουρκίας όμως με τις ευρωπαϊκές ιδίως διεργασίες ενδεχομένως να μην είναι μόνο αρνητική καθώς μπορεί να δημιουργήσει μοχλούς άσκησης επιρροής στην ελληνική πλευρά. Αυτό μένει να αποδειχθεί αλλά, γενικότερα, δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι δεν μπορεί να υπάρξουν και θετικές προοπτικές υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι αυτές δεν αναζητούνται τυχοδιωκτικά.

Πόσο ευάλωτες είναι οι φιλελεύθερες δημοκρατικές χώρες της Δύσης απέναντι στον διεθνή πολιτικό αυταρχισμό που ισχυροποιείται και ο οποίος προβάλλεται ως λύση προς τους ευρωπαίους πολίτες που πιέζονται από την οικονομική και κοινωνική ανισότητα, όπως φάνηκε και στις ομιλίες στο Φόρουμ του Νταβός;

Προφανώς, και οι ευρωπαϊκές χώρες είναι ευάλωτες. Ήδη μια χώρα, η Ιταλία, κυβερνάται από συνασπισμό της λαϊκιστικής δεξιάς η οποία τείνει να αποτελέσει ένα είδος πολιτικής κανονικότητας για τη χώρα.

Η Γαλλία, η Βρετανία και η Γερμανία αντιμετωπίζουν την πρόκληση της άκρας ή λαϊκιστικής δεξιάς στο μέσο οικονομικής και γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Αυτή η πολιτική αβεβαιότητα παρεμποδίζει ηγέτες όπως ο Μακρόν, ο Μερτς ή και ο Στάρμερ να επιχειρήσουν πραγματικά μεγάλα βήματα για την ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας. Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι κατ’ ανάγκη πρόβλημα ηγετών.

Οι υπάρχοντες ηγέτες δε στερούνται ικανοτήτων ή ευφυΐας, το αντίθετο. Το πρόβλημα είναι η ανισότητα, η διάβρωση των εισοδημάτων λόγω του πληθωρισμού, η ρήξη εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και η σύμφυτη δυσπιστία έναντι της δημοκρατίας που είναι απότοκη και μιας σταδιακής παρακμής των φιλελεύθερων αξιών προς όφελος αυταρχικών πολιτικών αντιλήψεων. Υποτιμήθηκε εξ άλλου μαι ευρύτατη ανασφάλεια του μέσου ανθρώπου για τα θέματα εγκληματικότητας και δημόσιας τάξης.

Ο Τραμπ, άλλωστε, συνιστά, προς στιγμήν, ένα παράδειγμα πολιτικής επιτυχίας: Η οξύτατη ρητορική στο εσωτερικό και το εξωτερικό, η επιθετική τακτική, δείχνουν να αποδίδουν πολιτικά. Από την άλλη πλευρά, η φιλελεύθερη κεντροδεξιά και η σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά δείχνουν αμηχανία να προβάλουν πολιτικές ή πάσχουν από έλλειψη αξιοπιστίας. Δεν είναι αναγκαίο όμως ότι η κατάσταση αυτή θα είναι μόνιμη.

Προβλήματα οικονομικής ή εξωτερικής πολιτικής μπορεί να ανακόψουν αυτό το ρεύμα της λαϊκιστικής δεξιάς, πολλά πράγματα στην πολιτική είναι θέμα χρόνου αν και υπάρχει το ρίσκο εν τω μεταξύ της διάβρωσης των ελεύθερων δημοκρατικών θεσμών. Ενδεχομένως οι ενδιάμεσες εκλογές στην Αμερική το Νοέμβριο του 2026 να έχουν ευρύτερη σημασία για το πολιτικό momentum και στην Ευρώπη. 

Με δεδομένη την υποχώρηση της «rules-based order», ποια θεωρείτε ότι είναι τα βασικά «εργαλεία», με τα οποία οι μεγάλες δυνάμεις θα επιχειρούν πλέον να επιβάλλουν επιρροή (ενέργεια, εφοδιαστικές αλυσίδες, τεχνολογία AI, τσιπ, κυρώσεις, πληροφοριακές επιχειρήσεις, εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών) και πώς αλλάζει αυτό την έννοια της αποτροπής στην Ευρώπη;

Αναφέρετε ορθά πολλά πιθανά μέσα, μοχλούς επιβολής ή εν πάση περιπτώσει επιρροής. Ο καθένας θα χρησιμοποιεί το στοιχείο που του δίνει πλεονέκτημα. Η Ρωσία επιχείρησε το 2021-22, λίγο πριν την επίθεση εναντίον της Ουκρανίας, να χρησιμοποιήσει την ενέργεια ως μοχλό εκβιασμού των Ευρωπαίων. Από μακρού χρησιμοποιούσε μορφές επικοινωνιακού πολέμου μέσω κοινωνικών δικτύων.

Η Αμερική διέθετε το όπλο του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος και μέσου συναλλαγών καθώς και το γεγονός ότι μαζί με τη Βρετανία συνιστούσαν τους βασικούς παράγοντες του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η Κίνα διέθετε το πλεονέκτημα ότι είναι πλέον, όπως ήταν η Βρετανία την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, το «εργαστήρι του κόσμου», παράγει βιομηχανικά είδη φτηνά και αναγκαία στον Δυτικό κόσμο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπισε ορισμένα από τα προβλήματα της Παγκοσμιοποίησης χάρη στο γεγονός ότι είχε μια Ενιαία Αγορά και ένα κοινό νόμισμα, απείχε πολύ όμως από το είναι αυτάρκης ενώ η αποχώρηση της Βρετανίας τη στέρησε από τη συμμετοχή σε ένα σημαντικό μέρος των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ροών.

Η  Ευρώπη συνειδητοποιεί επίσης την αδυναμία της στην άμυνα. Συνεπώς, πρέπει να ενισχύσει την κλασική αποτροπή, να ενισχύσει τις στρατιωτική της ικανότητα και με τρόπο που θα της επιτρέψει να ενισχύσει και τη βιομηχανία της. Παράλληλα πρέπει να αναζητήσει αγορές, όπως ήδη κάνει με την Ινδία και τη Λατινική Αμερική και, τέλος, να διαχειριστεί με επιτυχημένο τρόπο το μεταναστευτικό της πρόβλημα. Ακόμα και αν τα κράτη το αποφάσιζαν, η διακοπή της εισροής μεταναστών είναι αδύνατη για λόγους πραγματικούς.

Η οικονομία έχει ανάγκη εργατικό δυναμικό. Από την άλλη πλευρά πρέπει να παύσει να τροφοδοτείται η δημαγωγία της άκρας δεξιάς. Πρέπει να υπάρξει και προστασία του ευρωπαϊκού εδάφους και πολιτικές συμφωνίες ιδίως με χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής που θα επιτρέψουν τη διαχείριση των ροών. Συνεπώς, πράγματι η έννοια της αποτροπής και της ασφάλειας είναι σύνθετη. Το πρόβλημα είναι όμως η έλλειψη πολιτικής κατεύθυνσης και συνοχής.

Σε αυτό το νέο, πιο ρευστό περιβάλλον, ποια στρατηγική «χώρου» έχει ρεαλιστικά η Ελλάδα: ποια είναι τα όρια και οι ευκαιρίες μιας πολιτικής πολυδιάστατων συμμαχιών στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, και ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι λανθασμένου υπολογισμού (miscalculation) όταν οι συγκρούσεις παίρνουν υβριδική μορφή;

Ως μικρό κράτος η Ελλάδα αναζητούσε την πρόσδεση σε μια μεγάλη δύναμη η οποία θα αναλάμβανε να εγγυηθεί την ασφάλειά της. Αυτό σήμαινε ασύμμετρες σχέσεις ισχύος, έλλειψη επιλογών και μεγάλα ρίσκα σε περίπτωση γενικευμένων συγκρούσεων όπως συνέβη με τους δύο Παγκοσμίου Πολέμους, στον Πρώτο η Ελλάδα διχάστηκε μεταξύ αντιφατικών εξωτερικών πιέσεων και στον Δεύτερο επεδίωξε να παραμείνει ουδέτερη, αλλά δεν το κατόρθωσε λόγω της επίθεσης της Ιταλίας.

Και η ύπαρξη επιλογών δεν θα ήταν όμως κατ’ ανάγκη μια θετική παράμετρος για ένα μικρό κράτος που κινείται μεταξύ μεγάλων δυνάμεων σε ασταθή περιοχή. Ας λάβουμε υπ’ όψη ότι στην περιοχή μας εξελίσσονται δύο μακροχρόνιοι και καταστρεπτικοί πόλεμοι.

Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια καθώς συνιστά για την Ελλάδα οργανική συμμετοχή σε ένα ευρύ σύνολο.

Η πολιτική ασφαλείας της ΕΕ παραμένει όμως ζητούμενο και έως ότου υπάρξει είναι αναγκαία η πραγματιστική προσαρμογή στο νέο χαοτικό ομολογουμένως περιβάλλον. Αυτή η προσαρμογή περιλαμβάνει τη διατήρηση της ελληνογαλλικής συνεργασίας, τη διατήρηση δεσμών με την Αμερική, στη βάση μάλιστα των νέων ενδιαφερόντων της αμερικανικής στρατηγικής με έμφαση τον ενεργειακό τομέα, και τις περιφερειακές συνεργασίες με έμφαση στη συνεργασία με το Ισραήλ. Απομένει το πρόβλημα με την Τουρκία.

Η Ελλάδα έχει ακολουθήσει κατ’ ανάγκη μια πολιτική ενίσχυσης της αποτροπής της η οποία είναι απολύτως θεμιτή. Προφανώς, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια στρατιωτική επιλογή επίλυσης των διαφορών. Αυτό θα ήταν πράγματι ο λανθασμένος υπολογισμός που αναφέρατε.


* Ο Σωτήρης Ριζάς είναι Διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Έρευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.