Η ένταση ΗΠΑ - Ιράν επιστρέφει απειλητικά στο προσκήνιο, με διεθνή πρακτορεία να μιλούν για επιχειρησιακή ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και σενάρια πολυεβδομαδιαίας επιχείρησης, ενώ ο Λευκός Οίκος κρατά ανοιχτή τη διπλωματική οδό.
Ο καθηγητής Διεθνούς Στρατηγικής και Ασφάλειας, Μάριος Ευθυμιόπουλος, αναλύει, σε συνέντευξή του στο Liberal, το «δίπτυχο» μεταξύ κανονικής και στρατιωτικής διπλωματίας στο οποίο κινούνται οι ΗΠΑ, τα όρια μιας ενδεχόμενης αμερικανικής δράσης εναντίον του Ιράν, τον καταλυτικό ρόλο του Ισραήλ στη γεωπολιτική εξίσωση, αλλά και το ρίσκο που ενέχει μια πιθανή γενικευμένη σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή, ιδίως ως προς το ζήτημα της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Παράλληλα, εξηγεί τις πιθανές «φόρμουλες αποκλιμάκωσης» στο πεδίο των πυρηνικών, προβλέποντας, ωστόσο, ότι η διαπραγμάτευση Ουάσινγκτον - Τεχεράνης για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν εξακολουθεί να παραμένει εξαιρετικά δύσκολη.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Κύριε Ευθυμιόπουλε, βλέπουμε αναφορές ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν διαμορφώσει επιχειρησιακή ετοιμότητα για πλήγματα, αλλά ο Λευκός Οίκος κρατά ακόμη ανοιχτή τη διπλωματική οδό. Είναι μοχλός πίεσης για συμφωνία ή προθάλαμος κλιμάκωσης;
Ούτε το ένα, ούτε το άλλο και θα σας εξηγήσω το λόγο. Την Πέμπτη ήταν η πρώτη μέρα του Ραμαζανιού και αυτό έχει τη δική του σημασία για τον μουσουλμανικό κόσμο, ιδίως όταν αναφερόμαστε στο Ιράν. Συνήθως, την πρώτη μέρα του Ραμαζανιού οι όποιες διοικητικές και επιχειρησιακές πρωτοβουλίες είναι πάντοτε εξαιρετικά περιορισμένες, ιδίως από την πλευρά των μουσουλμανικών κρατών.
Παράλληλα, υπάρχει ένα σημαντικό συστατικό στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας και έχει να κάνει με τον θρησκευτικό σεβασμό. Επομένως, σε περιόδους θρησκευτικού σεβασμού είθισται – χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι είναι κάτι που ακολουθείται απαρέγκλιτα – να υπάρχει μια γενικότερη πολιτική ειρήνευσης και καταλλαγής, δηλαδή τα πράγματα να είναι ήρεμα. Κι αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να εξετάζουμε με αρκετή προσοχή, όταν αναλύουμε την εξίσωση σε ό,τι αφορά το Ιράν.
Ειδικότερα, στην περίπτωση του Ιράν, η πολιτική των αμερικανικών δυνάμεων κινείται στο δίπτυχο ανάμεσα στη διπλωματία και τη στρατιωτική διπλωματία. Και όταν αναφερόμαστε σε στρατιωτική διπλωματία, είναι ακριβώς η ίδια πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Τραμπ και στην περίπτωση της Κούβας. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν περικυκλώσει γεωγραφικά και γεωπολιτικά την ευρύτερη περιοχή του Ιράν, σε ένα επίπεδο που να καταδεικνύει ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να κάνουν επίθεση. Ουσιαστικά, όμως, αυτό συνιστά έναν μοχλό πίεσης μέχρις ότου να ολοκληρωθούν οι όποιες διπλωματικές διαπραγματεύσεις. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει ισχυρές δυνάμεις πέριξ του Ιράν, για να έχουν το πλεονέκτημα σχετικά με αυτού του είδους τις επιχειρήσεις.
Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν θα δεχτούν οι ΗΠΑ να κάνουν το πρώτο χτύπημα, αν δεν υπάρξει άλλη δύναμη που θα επιχειρήσει πρώτη κάτι τέτοιο. Δηλαδή, αυτό θα συμβεί, είτε εάν το Ιράν επιτεθεί πρώτο εναντίον της Αμερικής ή πρώτο εναντίον του Ισραήλ.
Αντιθέτως, εάν θα υπάρξει ένα χτύπημα από το Ισραήλ εναντίον του Ιράν και εν συνεχεία μια αντεπίθεση των Ιρανών εναντίον των Ισραηλινών, τότε αυτομάτως θα υπάρχει και ο λόγος της εμπλοκής των ΗΠΑ. Κι αυτό, γιατί ο τρόπος με τον οποίο συντάσσονται, αυτή τη στιγμή, οι δυτικές δυνάμεις, σε περίπτωση που υπάρξει οποιαδήποτε επίθεση, πιθανώς να τους γυρίσει μπούμερανγκ, ακριβώς λόγω του θρησκευτικού κομματιού.
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τόσο ισχυρός λόγος για μια τόσο έντονη επιχειρησιακή κινητικότητα και αυτομάτως ένα χτύπημα. Ωστόσο, εδώ, εύλογα κάποιος θα αναρωτηθεί «μα πώς το λέτε αυτό, από τη στιγμή που οι ΗΠΑ είχαν πλήξει και πρόσφατα στόχους εντός του Ιράν;». Σας υπενθυμίζω, λοιπόν, ότι τότε υπήρχε ο λόγος της αμερικανικής επίθεσης εναντίον του Ιράν, ακριβώς λόγω της συμμαχικής σχέσης ΗΠΑ – Ισραήλ. Δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε ότι υπήρξε συγκεκριμένο χτύπημα από το Ιράν εναντίον του Ισραήλ και βεβαίως ας μην ξεχνάμε το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είχαν μπει σε κρίσιμη φάση. Άρα, οι ΗΠΑ έπληξαν υποδομές, οι οποίες σχετίζονταν με το πυρηνικό κομμάτι του Ιράν.
Στην προκειμένη περίπτωση, πάμε για αλλαγή πολιτικής ηγεσίας στο Ιράν, το οποίο σημαίνει πολλαπλά ταυτόχρονα χτυπήματα.
Κατά την άποψή σας, το σενάριο που ήδη αναλύουν τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία και περιγράφεται ως πολυεβδομαδιαία επιχείρηση και η συγκέντρωση ναυτικής και αεροπορικής ισχύος στέλνει μήνυμα αποτροπής ή προετοιμάζει τη διεθνή κοινότητα για μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη;
Ο πόλεμος δεν είναι ποτέ εύκολα λόγια, ούτε συνιστά εύκολο θέμα ανάλυσης. Εδώ υπάρχει ζήτημα συγκεκριμένου χτυπήματος από πλευράς των ΗΠΑ. Προσωπικά, επιμένω ότι τις ΗΠΑ συμφέρει να προχωρήσουν στην πραγματοποίηση ενός συγκεκριμένου χτυπήματος εντός κι εκτός.
Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια πλευρά που να επιδιώκει, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, το ενδεχόμενο μιας ανοικτής και γενικευμένης πολεμικής σύρραξης. Εάν, όμως, υπάρξουν ανοικτές συρράξεις, τότε θα δούμε την εμπλοκή και άλλων δυνάμεων. Πιθανώς θα «μετρούσε» ως ανταπάντηση η κοινή ναυτική και στρατιωτική άσκηση που έκαναν οι Ιρανοί με τους Ρώσους, κλείνοντας για ορισμένες ώρες τα Στενά του Ορμούζ.
Σίγουρα, τα πράγματα δεν είναι καλά. Αλλά δεν είμαι της άποψης ότι θα υπάρξει ή ότι θα διατηρηθεί μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη και θα σας εξηγήσω το λόγο: Στην περίπτωση μιας μεγάλης σύρραξης και μιας πολεμικής κατάστασης εντός του Ιράν, τη στιγμή ειδικά που η χώρα έχει την ευκαιρία να αλλάξει το θεοκρατικό καθεστώς εκ των έσω, με περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα ο σάχης Ρεζά Παχλαβί, αυτό δεν θα ήταν καλό. Γιατί, ένας γενικευμένος πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, θα γυρίσει μπούμερανγκ για εκείνους που υποστηρίζουν την αλλαγή του καθεστώτος. Κι αυτό, γιατί εκείνοι τότε μπορεί να αλλάξουν στάση και να εγείρουν ζήτημα εθνικού συμφέροντος και προστασίας της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να δουν ως πράξη εισβολής μια τέτοια περίπτωση. Επομένως, εδώ απαιτείται μεγάλη προσοχή και πολύ σωστά μελετημένο επικοινωνιακό παιχνίδι.
Γι’ αυτό, λοιπόν, και επιμένω και είμαι της άποψης ότι εάν τελικά οι ΗΠΑ αποφασίσουν να χτυπήσουν, θα είναι σε συγκεκριμένες υποδομές, με σκοπό την πλήρη αποδόμηση της θρησκευτικής, στρατιωτικής και πολιτικής διοίκησης του Ιράν. Ειδικότερα, οι στόχοι θα αφορούν και σε οτιδήποτε διευκολύνει τη διέξοδο από τη χώρα από ξηρά, θάλασσα και αέρα.
Αυτά τα χτυπήματα θα είναι ταυτόχρονα και θα πραγματοποιηθούν σε πολύ συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Εάν, για κάποιο λόγο, κάνει το Ισραήλ επιθέσεις σε συγκεκριμένα σημεία, θα είναι για να προκαλέσει τους Ιρανούς. Εάν οι Ιρανοί κάνουν επίθεση εναντίον των Ισραηλινών, τότε θα έχει δοθεί, όπως είπα και πριν, το πράσινο φως, ώστε να υπάρξει ανταπάντηση από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών. Εάν, όμως, οι Ιρανοί κάνουν πρώτοι το χτύπημα εναντίον των Αμερικανών, τότε θα έχουμε μία όντως πιο εκτεταμένη επίθεση, όχι «χειρουργική», αλλά πιο ανοικτή. Και εκεί πέρα, πάλι, καταλήγουμε στο ίδιο αποτέλεσμα ότι υπάρχει περίπτωση να γυρίσει μπούμερανγκ αυτό για τη Δύση, και από τις πορείες των Ιρανών πολιτών κατά του καθεστώτος, να δούμε ξαφνικά συσπειρώσεις πολιτών, με γνώμονα την εθνική ασφάλεια της χώρας απέναντι στον όποιο «ξένο εισβολέα».
Κάτι που δεν λαμβάνουμε πολύ σοβαρά υπ’ όψιν είναι κάποια περίεργα περιστατικά που έχουν σημειωθεί τις τελευταίες ημέρες εντός του Ιράν, τα οποία μοιάζουν με ατυχήματα, αλλά δεν είναι. Κυρίως σε αποθήκες και σε συγκεκριμένα στρατιωτικά σημεία. Η άποψή μου, λοιπόν, είναι ότι η όλη ενορχήστρωση του ψυχολογικού πολέμου έχει αρχίσει.
Επίσης, θα πρέπει να δούμε με πολλή προσοχή τα όσα διαδραματίζονται, αυτή τη στιγμή στον Κυβερνοχώρο, καθώς πολλά από τα εργοστάσια ενέργειας του Ιράν συνδέονται μ’ αυτόν, άρα μπορούν να καταστούν στόχοι επιθετικών δράσεων.
Υπάρχει κι ένα τρίτο ζήτημα, που αφορά στα οπλικά συστήματα που θα χρησιμοποιήσουν οι ΗΠΑ σε περίπτωση μιας επίθεσης. Στην πρόσφατη επίθεση των Αμερικανών στη Βενεζουέλα είδαμε ότι χρησιμοποιήθηκαν διάφορα καινούργια όπλα, τα οποία έχουν να κάνουν με τη χρήση των μαγνητικών πεδίων και των συχνοτήτων. Το ερώτημα, λοιπόν, που εγείρεται, είναι εάν θα δούμε τη χρήση τέτοιων όπλων νέου τύπου, τα οποία είναι αποκλειστικά αμερικανικής προέλευσης.
Σε κάθε περίπτωση, εάν υπάρξει χτύπημα, θα είναι πολλαπλό, θα έχει μεγάλη ένταση αλλά θα διαρκέσει για μικρό χρονικό διάστημα.
Να πάμε και στο κεφάλαιο των πυρηνικών. Με τις έμμεσες επαφές και τις συζητήσεις γύρω από επιτήρηση και πρόσβαση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ποια θα μπορούσε να είναι μια ρεαλιστική «φόρμουλα αποκλιμάκωσης»; Και πόσο επηρεάζουν οι δημόσιες προειδοποιήσεις τρίτων χωρών, όπως η Ρωσία και η Κίνα, τη λήψη νηαπόφασης στην Ουάσιγκτον;
Απ’ ότι φαίνεται, οι Ιρανοί θέλουν να κάνουν χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Εν προκειμένω, όμως, η χρήση της πυρηνικής ενέργειας γίνεται με τεχνογνωσία ρωσικής ή κινεζικής προέλευσης. Άρα, αυτό είναι κάτι που σύμφωνα με τις ΗΠΑ πρέπει να αλλάξει και αυτό είναι το πρώτο.
Το δεύτερο είναι ότι, για να χρησιμοποιηθεί η πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς λόγους υπάρχει η αντίστοιχη Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων (NPT - Treaty on the Non-Proliferation of Nuclear Weapons), η οποία υπεγράφη το 1968 και τέθηκε σε ισχύ το 1970.
Στην παρούσα χρονική στιγμή, νομίζω ότι οι Ιρανοί επιδιώκουν να εξαγοράσουν συγκεκριμένο πολιτικό χρόνο, καθώς είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι υπάρχουν εντονότατες προτάσεις να προμηθευτούν δυτική τεχνογνωσία σε ό,τι αφορά τα πυρηνικά. Εάν, λοιπόν, αγοράσουν τεχνογνωσία δυτική, εκεί τα πράγματα αλλάζουν και εκεί θα πρέπει να συναφθεί μια νέα συμφωνία σε ό,τι αφορά τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Εκεί πέρα, λοιπόν, ο ρόλος του ΟΗΕ θα είναι καθοριστικός, αλλά σίγουρα θα βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας πραγματικότητας.
Εάν το Ιράν αποφασίσει ότι επιθυμεί τη χρήση της πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς, τότε θα πρέπει να πάει με τη Δύση και την τεχνογνωσία της. Αυτό, πιθανώς, να οδηγήσει σε μια κάποια αποκλιμάκωση, δηλαδή να ελαφρύνει την όλη διάρκεια και να παραμείνουμε σε ένα καθεστώς στρατιωτικής διπλωματίας και όχι στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αυτό συνεπάγεται, παράλληλα, ότι θα έχουμε μια εκτεταμένη διπλωματική διαπραγμάτευση, η οποία διατηρηθεί για μια περίοδο πολλών μηνών. Δεν είναι, δηλαδή, κάτι που μπορεί να γίνει από τη μία μέρα στην άλλη.
Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ κάτι, για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που σας αναφέρω: Όταν έγιναν οι πρώτες συζητήσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα – κι αυτό είναι κάτι που το είπε και η Χίλαρι Κλίντον κατά την παρουσίαση του βιβλίου της στο πλαίσιο της πρόσφατης Διάσκεψης του Μονάχου όπου συμμετείχα ως επικεφαλής του Strategy International – υπήρχαν μυστικές συνομιλίες, οι οποίες δεν έγιναν γνωστές παρά κάποια χρόνια αργότερα. Και αυτές, είχαν γίνει στο Ομάν.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι παρούσες συνομιλίες είναι δημόσιες και γίνονται, για να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα, άρα να υπάρξει συγκεκριμένη πίεση, ώστε να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα.
Συνεπώς, κατά την άποψή μου, δεν θα είναι μια εύκολη διαπραγμάτευση. Όσο, όμως, προχωρούν οι διαπραγματεύσεις και υπάρχουν «ανταλλάξιμα προϊόντα», τόσο περισσότερο θα προχωρά η όλη διαδικασία των συνομιλιών και δεν θα σταματάει. Για να σταματήσει η διαπραγμάτευση, σημαίνει ότι απέτυχαν και έπεσαν έξω όλες οι προσπάθειες, για παράδειγμα μια μονομερής αποχώρηση του Ιράν από τις συνομιλίες.
Ο μεγάλος μου προβληματισμός είναι, μετά το χτύπημα που έκανε το Ιράν προς το Ισραήλ, οι Ισραηλινοί δεν πρόκειται ποτέ και σε καμία περίπτωση να ξεχάσουν όλα αυτά. Και, ό,τι και να γίνει, κάποια ζημιά σε ό,τι αφορά τον ανθρώπινο παράγοντα, δηλαδή ενάντια σε μέλη της θρησκευτικής ή της πολιτικής ηγεσίας του Ιράν, οι Ισραηλινοί θα την επιδιώξουν ξανά στο μέλλον. Θυμηθείτε, απλά, τις δολοφονίες πολιτικών προσώπων εντός του Ιράν μετά τις συμφωνίες για κατάπαυση του πυρός, που ήρθαν στον απόηχο των πυραυλικών επιθέσεων της Τεχεράνης εναντίον του Ισραήλ.
Εν κατακλείδι, βρισκόμαστε ενώπιον μιας εξαιρετικά σύνθετης και διόλου εύκολης κατάστασης. Κι εδώ θα πρέπει να δούμε τι γίνεται και με τον ρόλο του ΟΗΕ, γιατί φαίνεται πως τον έχουν ξεχάσει στην παρούσα στιγμή.
* Ο Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι επικεφαλής του Strategy International, Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Τμήμα Πολιτικής και Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus, στο Κάουνας της Λιθουανίας.
