Σε μια περίοδο όπου η διεθνής τάξη μοιάζει να δοκιμάζεται στα όριά της, με ταυτόχρονες εστίες έντασης από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έως την Ταϊβάν, η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου ανέδειξε το αίσθημα μιας παγκόσμιας ρευστότητας χωρίς προηγούμενο. Οι συζητήσεις περί «κατάρρευσης των αναχωμάτων» και «wrecking-ball politics» αποτυπώνουν μια εποχή όπου ο πολυμερής κόσμος υποχωρεί και οι διμερείς, συναλλακτικές σχέσεις επανέρχονται δυναμικά.
Ο Καθηγητής Διεθνούς Στρατηγικής και Ασφάλειας, Μάριος Ευθυμιόπουλος, μιλά στο Liberal.gr για τον κίνδυνο σύρραξης, για το μέλλον της διατλαντικής σχέσης και τον ρόλο των ΗΠΑ ως εγγυητή της ευρωπαϊκής ασφάλειας, αλλά και για τις εσωτερικές αντιφάσεις της ΕΕ.
Αναλύει τις εξελίξεις σε Ιράν και Ουκρανία, τις νέες περιφερειακές συμμαχίες που διαμορφώνονται, καθώς και τις στρατηγικές επιλογές που καλούνται να κάνουν η Ελλάδα και η Ευρώπη σε ένα σύστημα που μετασχηματίζεται ταχύτατα.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Κύριε Ευθυμιόπουλε, στην πρόσφατη Διάσκεψη του Μονάχου έγινε λόγος για την «κατάρρευση των αναχωμάτων» της διεθνούς ασφάλειας. Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να παραμένει ενεργός, τη Μέση Ανατολή σε ανάφλεξη και την ένταση στην Ταϊβάν να υποβόσκει, πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι δεν βρισκόμαστε απλώς σε έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, αλλά στα πρόθυρα ενός Τρίτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά την εκτίμησή σας, πόσο ορατός είναι πλέον ο κίνδυνος μιας άμεσης σύγκρουσης Μεγάλων Δυνάμεων;
Το αποτέλεσμα της Συνόδου του Μονάχου κατέδειξε ότι απαιτείται περισσότερος διάλογος, ότι υπάρχει πολυφωνία - κυρίως μεταξύ των Ευρωπαίων - και υπάρχει και προσπάθεια από πολλές πλευρές και για πολλούς λόγους, από κέρδος πολιτικού χρόνου μέχρι ζητήματα ουσίας, να προσπαθήσουν να κρατήσουν ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας.
Σας αναφέρω, ως παράδειγμα, την ομιλία του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος προσπάθησε, με έμμεσο τρόπο, να επαναφέρει τη συζήτηση περί «διατλαντισμού» ότι ανήκουμε στο ίδιο τόξο.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που κατέστη απολύτως σαφές κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ασφαλείας στο Μόναχο, είναι ότι κόσμος βράζει αυτή τη στιγμή. Κι αυτή είναι η πραγματικότητα και τα μέτωπα είναι πολλαπλά: Ταϊβάν, Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Υεμένη, Σουδάν και μέσα σε όλα αυτά και η αυστηρή προειδοποίηση του Ισραήλ, ότι εάν σε 60 μέρες δεν αφοπλιστεί η Χαμάς, τότε θα υπάρξει απάντηση των IDF σε ό,τι αφορά το ζήτημα της Γάζας. Αντιλαμβάνεστε, επομένως, ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά.
Παράλληλα, βλέπουμε χώρες, όπως η Ινδία, το Πακιστάν, η Ινδονησία, η Βραζιλία και η Αργεντινή, να επιδιώκουν ενεργότερο ρόλο.
Τρία είναι τα βασικά συμπεράσματα
- Θα ενταθεί ο παγκόσμιος διάλογος.
- Υπάρχει τάση διαμόρφωσης ενός πολυπολικού συστήματος.
- Η Ευρώπη παραμένει μοντέλο αναφοράς, ακόμη κι αν δεν υιοθετούνται πλήρως τα πρότυπά της.
Ωστόσο, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο Βορράς διαφέρει από τον Νότο. Η Γαλλία επιδιώκει στρατηγική αυτονομία. Η Γερμανία προσπαθεί να γεφυρώσει αποκλίσεις. Οι σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες εμφανίζονται πιο αποφασιστικές σε ζητήματα άμυνας.
Το Ιράν αποτελεί επίσης κομβικό ζήτημα. Δεν ανησυχούν μόνο για τις ενέργειές του, αλλά και για το ενδεχόμενο ευρύτερης αποσταθεροποίησης.
Σε κάθε περίπτωση, η διπλωματία παραμένει το βασικό εργαλείο. Και σίγουρα, το 2026 θα φέρει σημαντικές ανατροπές και ταχύτατες πολιτικές εξελίξεις.
Τώρα, ως προς το ερώτημά σας, δηλαδή εάν υπάρχει ενδεχόμενο εκδήλωσης ενός νέου Παγκοσμίου Πολέμου, θα έλεγα πως είναι επικίνδυνο να προβλέπει κανείς κάτι τέτοιο. Ένας μεγάλος πόλεμος θα προϋπέθετε την παντελή αποτυχία όλων των διαύλων διαλόγου.
Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να υπογραμμίσω κάτι σημαντικό: Ο διάλογος δεν είναι αδυναμία. Είναι εργαλείο και μάλιστα ένα εργαλείο ουσίας.
Ωστόσο, προϋποθέτει σαφή ατζέντα και συνέπεια. Δεν μπορεί να περιορίζεται σε πολιτική επικοινωνία. Η πρόθεση που υπάρχει, αυτή τη στιγμή, από πλευράς της Δύσης – και αυτό φάνηκε και από τα όσα είπε ο ίδιος ο Ρούμπιο κατά την ομιλία του - είναι να αφήσουμε να λειτουργήσει ο διάλογος.
Και σίγουρα, ο διάλογος συνιστά ένα σταθερό παράδειγμα προσπάθειας για άσκηση διπλωματίας επί του πεδίου, ιδιαίτερα σε μια στιγμή, κατά την οποία παρατηρείται υπέρμετρος εγωισμός στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στο Μόναχο προσπάθησε να καθησυχάσει τους Ευρωπαίους για τη στάση της Ουάσιγκτον. Πιστεύετε ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας ή έχουμε περάσει οριστικά σε μια εποχή, κατά την οποία η Ουάσιγκτον θα παρέχει ασφάλεια με όρους και προϋποθέσεις;
Ο βασικός πάροχος ασφάλειας για την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει το ΝΑΤΟ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι ο μεγάλος χρηματοδότης και ο κύριος πάροχος σημαντικών τεχνολογικών προτύπων που συμβάλλουν στη λειτουργία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν τη δική τους παρουσία στον Ευρωατλαντικό Διάλογο, κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο και επιθυμούν να διατηρήσουν, για πολλούς ιστορικούς αλλά και πολιτικούς λόγους.
Από την άλλη πλευρά, οι Ευρωπαίοι θέλουν να έχουν μια εναλλακτική αυτονομίας ή και ανεξαρτησίας, όχι εξαιτίας της εκλογής του Τραμπ, αλλά γιατί θεωρούν ότι ως Ευρώπη των 27 είμαστε πιο ώριμοι.
Οι δύο καταλύτες που οδήγησαν στο να ξεκινήσει η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονόμησης ήταν πρώτον, τα γεγονότα στην Ουκρανία και δεύτερον, η διαφοροποιημένη στάση των ΗΠΑ, η οποία έχει να τάσεις να αλλάζει, ανάλογα με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί τις ΗΠΑ από την Ευρώπη. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ λαμβάνουν πρωτοβουλίες, οι οποίες έχουν πολιτικό κόστος, είτε υπέρ είτε κατά. Στον αντίποδα, η ΕΕ δεν παίρνει πολιτικές πρωτοβουλίες, αλλά ενεργεί βάσει πολυφωνίας. Αρκεί να ανατρέξετε σε όλες τις προγενέστερες ομιλίες του προέδρου της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, είτε πριν από ένα μήνα είτε πριν από έξι μήνες κ.ο.κ. Θα παρατηρήσετε ότι δεν υπάρχει καμία σταθερότητα, γιατί υπάρχει ο λεγόμενος «πολιτικός φόβος» απέναντι σε οποιαδήποτε απόπειρα της Ευρώπης είτε να καινοτομήσει είτε να αλλάξει.
Επίσης, υπάρχουν φωνές εντός της ΕΕ που ασκούν μεγάλη κριτική στην πολιτική του Τραμπ, αλλά όχι επίσημα και ανοικτά όπως ενδεχομένως θα περίμενε κανείς. Η Ευρώπη μοιάζει να «χαϊδεύει» πολιτικές καταστάσεις, αλλά δεν μπαίνει μπροστά ως σύνολο. Αντιθέτως, αν δούμε μεμονωμένα παραδείγματα, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Στην Ιταλία, η Τζόρτζια Μελόνι εξελέγη με σκοπό να λάβει κάποιες σημαντικές πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες επανέφεραν τη χώρα της στο πολιτικό προσκήνιο.
Σε διαφορετική ιδεολογική θέση, είναι ο Σάντσεζ της Ισπανίας, ο οποίος έλαβε κι αυτός κάποιες πολιτικές πρωτοβουλίες κυρίως για τη χώρα του, για τη Μέση Ανατολή αλλά και για το Μεταναστευτικό, αλλά ταυτόχρονα μιλούσε στη Σύνοδο του Μονάχου περί «ηθικής τάξης», παρά το γεγονός ότι δέχθηκε σφοδρή κριτική σε σχέση με το αμυντικό δόγμα και τα εξοπλιστικά.

Σε αντιδιαστολή με αυτά, βρίσκονται οι σκανδιναβικές χώρες αλλά και οι χώρες της Βαλτικής, που θεωρούν εαυτές απολύτως έτοιμες και μάλιστα επαναλάμβαναν σε κάθε ευκαιρία, στο Μόναχο, ότι θέλουν να εξοπλίζονται και να συμμετέχουν με τους Αμερικανούς, ότι είναι «διατλαντιστές» και ότι ξεκάθαρα θέλουν να λαμβάνουν πρωτοβουλίες υπό όρους άμυνας και εξοπλισμών.
Ποιο είναι το αποτέλεσμα των παραπάνω; Το πρώτο είναι ότι ευρωπαϊκές χώρες που γειτνιάζουν ή βρίσκονται σε εμπόλεμες ζώνες, έχουν πολύ διαφορετική κατανόηση της πραγματικότητας επί του πεδίου σε αντίθεση με άλλες χώρες που δεν γειτνιάζουν με τέτοιου είδους καταστάσεις.
Το δεύτερο είναι ότι μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου υπάρχουν τρομερές διαφορές σε μία σειρά θεμάτων, με κυριότερο εκείνο της αντίληψης στο Μεταναστευτικό.
Υπάρχουν, λοιπόν, σημαντικά ζητήματα διαφοροποίησης, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν. Είμαι της άποψης ότι από τον επόμενο χρόνο θα δούμε απτές περιφερειακές συμμαχίες, που θα πρέπει να επιτύχουν το στόχο της συμπόρευσης. Εάν δεν υπάρξει ορθή συμπόρευση, τότε θα δούμε διαχωρισμούς που δεν ξέρω εάν θα είναι γεωγραφικοί, οικονομικοί ή γεωπολιτικοί εν τέλει.
Η φετινή Διάσκεψη του Μονάχου έκανε λόγο για μια διεθνή τάξη υπό κατεδάφιση (wrecking-ball politics). Πώς μεταφράζεται στρατηγικά για την Ελλάδα και την ΕΕ αυτή η μετάβαση από τους πολυμερείς θεσμούς στις διμερείς, συναλλακτικές συμφωνίες;
Για μένα είναι πολύ ξεκάθαρο ένα πράγμα: Κατά πρώτον, όποιος παίρνει πρωτοβουλία – το οποίο συνεπάγεται ίσως και πολιτικό κόστος – τότε θα τύχει καλύτερης αντιμετώπισης από τον παγκόσμιο παράγοντα σε συνάρτηση με την προσωπικότητα του εν λόγω ηγέτη. Το δεύτερο είναι ότι πιθανώς θα εμπλακεί σε καλύτερες και πιο επωφελείς συνεργασίες και συμμαχίες σε παγκόσμιο επίπεδο. Ως προς αυτό που σας αναφέρω, τρανό παράδειγμα είναι οι σκανδιναβικές χώρες και ο τρόπος που τις είδα να ενεργούν, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης στο Μόναχο: Ήταν σε απόλυτη συνεννόηση μεταξύ τους και μιλούσαν με όλα τα μέρη, είτε επρόκειτο για τις ΗΠΑ είτε για το Ιράν είτε για τις χώρες της Αφρικής.
Επομένως, σε κάποια πράγματα οφείλουμε να είμαστε πολύ ξεκάθαροι και να εξηγούμε στον κόσμο, στους πολίτες των χωρών μας πού ακριβώς βρισκόμαστε και πού ακριβώς πάμε. Είναι εξόχως σημαντικό να υπάρχει μία όσο το δυνατόν ξεκάθαρη εικόνα του τι γίνεται, αυτή τη στιγμή. Και, βεβαίως, το σημαντικότερο είναι ότι πρέπει να λάβουμε συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες. Όσοι έχουν το πολιτικό θάρρος να λαμβάνουν πρωτοβουλίες, θα είναι εκείνοι που θα δημιουργήσουν τις νέες συνθήκες, είτε θα φτιάξουν την επόμενη μέρα ενός πολυμερούς ισοζυγίου, το οποίο βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε φάση διαμόρφωσης.
Για παράδειγμα, είναι καλό – και είναι κάτι που το είχα επισημάνει και σε προηγούμενη συνέντευξή μου στο Liberal – ότι η Ελλάδα πρέπει να συμμετέχει στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα, όχι μόνο σε επίπεδο παρατηρητή, αλλά και σε επίπεδο χρήστη, από τη στιγμή που μπορούμε κι εμείς ως χώρα να συμμετέχουμε ενεργά σε σημαντικές πρωτοβουλίες.
Κεφάλαιο Ιράν: Υπήρξαν αναφορές για πιθανή κλιμάκωση των ΗΠΑ έναντι του Ιράν. Πόσο έτοιμη είναι η Ευρώπη να διαχειριστεί μια νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή που θα επηρεάσει άμεσα το ενεργειακό και το μεταναστευτικό;
Εγώ, μέσα στις συζητήσεις τις οποίες έκανα στη Διάσκεψη του Μονάχου, είχα μία συνάντηση με τον γιο του Σάχη, τον Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος ουσιαστικά θέλει να έχει το πολιτικό χρίσμα και από τις διεθνείς δυνάμεις, ώστε να πάρει το πρόσταγμα. Πρόκειται για μία εξέχουσα προσωπικότητα, πολύ εξευγενισμένη.
Η άποψή του ήταν ότι όντως έτσι είναι τα πράγματα, ότι για να γίνει μια αλλαγή πραγματική στο Ιράν, πρέπει ο ίδιος ο Παχλαβί να βρεθεί την στιγμή της αλλαγής εκεί και ότι τα πράγματα τρέφουν τώρα περισσότερο από ποτέ. Δηλαδή, και να μην έχει γίνει στρατιωτική επιχείρηση, είναι η πίεση τόσο πολύ μεγάλη που πιστεύουν ότι δεν θα αντέξει το καθεστώς των μουλάδων.
Και η πίεση αυτή, αν δεν έρθει, τότε θα αφεθεί σε διάφορες άλλες καταστάσεις που πιθανώς έχουν πάρει και κάποια ροή σε σχέση με κάποιες δολοφονίες, με κάποιους στόχους που έχει θέσει κυρίως το Ισραήλ απέναντι στο Ιράν. Αλλά το ζήτημα είναι ότι ο ίδιος ο Παχλαβί θέλει να ενώσει το λαό του. Και αυτό ίσως να είναι καλό.
Ίσως, να είναι μια ένδειξη ότι ενδεχομένως τα πράγματα να αλλάξουν χωρίς να χρειαστεί να γίνουν πραγματικά πολεμικές συρράξεις. Ο ίδιος αναζητά την προσοχή, οι Ευρωπαίοι τον ακούνε, όπως και οι Αμερικανοί.
Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Παχλαβί σχεδιάζει την επόμενη μέρα. Τον κατηγορούν ότι δεν έχει το πλεονέκτημα του ποσοστού του λαού και νομίζει ότι κάπως πήγε να τους απαντήσει με αυτή την πορεία που έκαναν οι Ιρανοί στο Μόναχο, έξω από το αστικό κέντρο υπέρ του Σάχη για να δείξουν ότι αρχίζει και υπάρχει μια μάζωξη. Αλλά η μεγάλη επιτυχία, την οποία του την ανέφερα και συμφώνησε, ήταν - και μάλλον δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι ακόμα - η χρήση της σημαίας με το έμβλημα του Λιονταριού, το οποίο παίζει όλο και περισσότερο στον διεθνή Τύπο, είναι ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία, αυτή τη στιγμή, υπόθαλψης του συγκεκριμένου καθεστώτος του Ιράν.
Και από ότι καταλαβαίνω θα υπάρχουν κάποιες χώρες οι οποίες πιθανώς να δεχτούν την καινούργια σημαία πριν ακόμα γίνει η αλλαγή του καθεστώτος. Άρα, λοιπόν, αυτά τα πράγματα είναι εν εξελίξει. Το Ιράν, το ξαναλέω, είναι μια χώρα η οποία έχει πολύ νεαρό πληθυσμό ηλικιακά και μπορούν να γίνουν πάρα πολλά πράγματα, όπως επίσης να ανοιχτεί η αγορά πάνω σε αυτούς. Όμως δεν θα είναι εύκολο. Αυτό το καταλαβαίνουν όλοι και βεβαίως δεν θέλουν να υπάρξει άλλη μία Ουκρανία.
Θέλουν, δηλαδή, να γίνει η μετάβαση όσο γίνεται πιο ανώδυνα σε ανθρώπινο δυναμικό, οικονομικά και η αλλαγή να γίνει επιτέλους, γιατί δεν μπορούν να συνεχίζουν να χρηματοδοτούν οι τρομοκρατικές ομάδες και ούτω καθεξής οι οποίοι τελούν ως δορυφόροι αυτή τη στιγμή του θεοκρατικού καθεστώτος.
Κεφάλαιο Ουκρανία: Παρά τη βράβευση του ουκρανικού λαού στο Μόναχο, η κόπωση της Δύσης είναι εμφανής. Διαβλέπετε μια τάση επιβολής ειρήνης με εδαφικές απώλειες για το Κίεβο μέσα στο 2026;
Επειδή, προσωπικά, βρέθηκα στο Μόναχο σε μία συγκεκριμένη διαπραγμάτευση κεκλεισμένων των θυρών, όπου βρισκόμασταν κυριολεκτικά δέκα άτομα ως καλεσμένοι κατόπιν πρωτοβουλίας της ουκρανικής πλευράς, αυτό που μπορώ να σας πω, είναι ότι πράγματι υπάρχει μια πολιτική κόπωση, όχι όμως η πίστη ότι μπορεί να λυθεί το ζήτημα.
Ωστόσο, στο σημείο αυτό, θα πρέπει να επισημανθούν δύο βασικοί πυλώνες διαφοροποίησης: Ο πρώτος αφορά στο ότι άπαντες ζητούν τη διεξαγωγή εκλογών στην Ουκρανία. Και αυτό είναι κάτι που το είχα επισημάνει και εγώ προσωπικά αλλά και πολλοί άλλοι επιστήμονες. Ωστόσο, ο Ζελένσκι, για να κερδίσει χρόνο υποστήριξε ότι «άμα είναι να κάνουμε εκλογές εμείς, τότε να κάνει και η Ρωσία». Αντιλαμβάνεστε ότι τέτοιες ενέργειες, όχι μόνο δεν φέρνουν αποτέλεσμα, αλλά εξαγριώνουν και τις διπλωματικές πλευρές, οι οποίες υποστηρίζουν την Ουκρανία.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά το ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος απ’ αυτό που πραγματικά νομίζουμε ότι υπάρχει. Η Ευρώπη, όχι απλά έχει βοηθήσει, θα έλεγα ότι έχει πιεστεί υπέρμετρα στο να συνδράμει οικονομικά και στρατιωτικά την Ουκρανία, η οποία προσπαθεί να πάρει πάση θυσία ημερομηνία ένταξης στην ΕΕ. Μόνο που, προσέξτε, τη στιγμή που θα λάβει κάτι τέτοιο, τότε πιθανώς θα βγουν και άλλες χώρες να ζητήσουν το ίδιο, όπως για παράδειγμα η Αλβανία του Έντι Ράμα. Άρα λοιπόν πρέπει να προσέχουμε τι θέλουμε να κάνουμε και πώς θέλουμε να το κάνουμε. Χρειάζεται πολύ μεγάλη σκέψη στον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος να δει την πραγματικότητα της Ουκρανίας.
* Ο Μάριος Παναγιώτης Ευθυμιόπουλος είναι επικεφαλής του Strategy International, Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Τμήμα Πολιτικής και Διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus, στο Κάουνας της Λιθουανίας.
