Λ. Σαράντη (ΣΒΕ): Οι 4 βασικοί άξονες για την ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας

Λ. Σαράντη (ΣΒΕ): Οι 4 βασικοί άξονες για την ενίσχυση της ελληνικής βιομηχανίας

Καθώς η παγκόσμια οικονομία θα αντιμετωπίσει ένα σύνθετο και πολυδαίδαλο σκηνικό προκλήσεων και εντάσεων για το 2026, κανένας κλάδος σε καμία χώρα δεν μπορεί να «κρυφτεί» από τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες και τις εξελίξεις που προκαλούν οι τεχνολογικές αλλαγές. 

Η ελληνική βιομηχανία -ένας κρίσιμος κλάδος για την το πραγωγικό μοντέλο της χώρας μας και την πορεία της οικονομίας- μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πυλώνα ανάπτυξης και εξωστρέφειας. Σε αυτό το πλαίσιο, το Liberal απευθύνθηκε στην Λουκία Σαράντη, πρόεδρο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος και τον ευρύτερο ρόλο που μπορεί να παίξει στην τόνωση της ανάπτυξης.

Η κ. Σαράντη σημειώνει πως τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν γίνει θετικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση για ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, προσθέτοντας πως χρειάζονται περισσότερα.

Η ίδια καταγράφει 4 μέτρα στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας, δίνοντας έμφαση στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στη μείωση της γραφεικοκρατίας και στο  σταθερό φορολογικό και θεσμικό περιβάλλον.

Ακόμα, σημειώνει την «αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα» της ελληνικής βιομηχανίας, εν μέσω των εμπορικών δασμών και τονίζει τον καθοριστικό ρόλο που έχει για τον κλάδο το Ταμείο Ανάκαμψης.

Παράλληλα, η κ. Σαράντη στέκεται στις ευκαιρίες που μπορούν να έχουν οι ελληνικές βιομηχανίες από τα αμυντικά πακέτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Βέλμαχο

Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος της ελληνικής βιομηχανίας για το 2026;

Η ελληνική βιομηχανία εισέρχεται στο 2026 σε ένα περιβάλλον αυξημένων διεθνών αβεβαιοτήτων, σύνθετων γεωπολιτικών εξελίξεων, έντονων αλλαγών στις αγορές ενέργειας και πρώτων υλών, αλλά και επιταχυνόμενων τεχνολογικών και περιβαλλοντικών μεταβάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της  ελληνικής βιομηχανίας δεν αποτελεί απλώς κλαδικό στόχο, αλλά στρατηγική επιλογή εθνικής σημασίας.

Με συνεισφορά 21,8 δισ. ευρώ, δηλαδή 9,5% στο ΑΕΠ το 2024, η ελληνική βιομηχανία παραμένει από τους λίγους τομείς στη χώρα μας με διαχρονική ικανότητα ανάκαμψης και ανάπτυξης. Τα τελευταία πέντε χρόνια ο καθαρός κύκλος εργασιών της μεταποίησης αυξήθηκε κατά 48%, παρά τις συνεχείς εξωγενείς κρίσεις, αποδεικνύοντας τη δυναμική του κλάδου που στηρίζει με συνέπεια την ανάπτυξη σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

Για να συνεχίσει όμως να στηρίζει την ανάπτυξη του τόπου μας, η βιομηχανία χρειάζεται υποστήριξη που θα τη θωρακίσει απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Πρώτη και κυριότερη είναι το υπέρογκο ενεργειακό κόστος, ένα πρόβλημα για το οποίο ως ΣΒΕ τοποθετούμαστε πολύ συχνά με συγκεκριμένες προτάσεις. Εξίσου σημαντική είναι η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα στην περιφέρεια λόγω του έντονου δημογραφικού προβλήματος. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί μια ακόμα εξελισσόμενη πρόκληση. Η αποτελεσματική ενσωμάτωσή του σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον απαιτεί στοχευμένο σχεδιασμό αλλά και κατάλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία. Τέλος, ο εκσυγχρονισμός των υποδομών στη χώρα μας και ιδίως στην περιφέρεια, παραμένει καθοριστικός. Είναι αδύνατο να υπάρξει ανταγωνιστική βιομηχανία χωρίς σύγχρονες υποδομές - κυρίως χωρίς σύγχρονα, λειτουργικά λιμάνια και εμπορευματικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σοβαρά βήματα, αλλά χρειάζεται να συνεχιστεί η προσπάθεια.

Είναι σημαντικό να τα τονίσουμε όλα αυτά, γιατί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας δεν είναι απλώς μια αφηρημένη έννοια. Αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για επενδύσεις, θέσεις εργασίας, καλύτερους μισθούς, συνολική ευημερία της οικονομίας μας και τελικά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο, κοινωνική ισορροπία και πρόοδο.

Πόσο μπορεί να επηρεαστεί ο κλάδος από το περιβάλλον των δασμών; Πόσο «εκτεθειμένη» είναι η ελληνική οικονομία στον εμπορικό πόλεμο; 

Είναι γεγονός ότι το διεθνές εμπορικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται σήμερα από έντονη αβεβαιότητα και ρευστότητα, κυρίως λόγω της επανεμφάνισης πολιτικών δασμών και προστατευτισμού, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι εξελίξεις αυτές, φυσικά και επηρεάζουν άμεσα τις βιομηχανικές επιχειρήσεις, διαταράσσοντας τις εφοδιαστικές αλυσίδες και αυξάνοντας το κόστος παραγωγής, κάτι το οποίο επηρεάζει σημαντικά τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγικές δυνατότητες.

Βέβαια, όσον αφορά την ελληνική βιομηχανία, η άμεση έκθεσή της σε δασμούς είναι ευτυχώς συγκριτικά περιορισμένη. Όμως, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρές έμμεσες επιπτώσεις λόγω της επιβράδυνσης του διεθνούς εμπορίου και της αυξημένης αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές. Σε αυτό το πλαίσιο, οι βιομηχανίες αναγκάζονται να διαφοροποιήσουν τις αγορές τους, να επανασχεδιάσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να προσαρμόσουν τις στρατηγικές παραγωγής τους.

Ωστόσο, παρά τις δυσκολίες, η ελληνική βιομηχανία εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ, η μεταποίηση διατηρεί θετική δυναμική, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των προσδοκιών για την παραγωγή, επιβεβαιώνοντας την ικανότητα του κλάδου να ανταποκρίνεται στις διεθνείς προκλήσεις.

Πώς αξιολογείτε τις πολιτικές της ελληνικής κυβέρνησης για τη στήριξη της βιομηχανίας; Ποια είναι τα περαιτέρω μέτρα που θα μπορούσαν να ληφθούν από την πολιτεία;

Παρ' όλες τις προκλήσεις των τελευταίων ετών, η Ελλάδα κατόρθωσε να πετύχει ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που σήμερα χρειάζεται η χώρα είναι ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο, που θα βασίζεται στην παραγωγικότητα, την τεχνολογία και την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων. Σε αυτήν την προσπάθεια η βιομηχανία διαδραματίζει κομβικό ρόλο, αποτελώντας σταθερό πυλώνα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά χρειάζονται περισσότερα. Στον ΣΒΕ - τον μοναδικό κοινωνικό εταίρο με έδρα εκτός Αθηνών και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη – πιστεύουμε ότι απαιτείται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την ανάπτυξη, με σταθερό φορολογικό και θεσμικό περιβάλλον, μείωση της γραφειοκρατίας, ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και βελτιωμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για επενδύσεις στην καινοτομία, την ψηφιοποίηση, την πράσινη μετάβαση και την εξωστρέφεια.

Πόσο μεγάλο «βραχνά» αποτελεί το ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία; Ποια μέτρα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα σε εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο που να έχουν θετικό πρόσημο για τις επιχειρήσεις;

Οι ελληνικές βιομηχανίες επιβαρύνονται σταθερά με τιμές ενέργειας πολύ υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που μειώνει τα περιθώρια κέρδους και περιορίζει τον στρατηγικό σχεδιασμό για επενδύσεις, σε έναν κλάδο μάλιστα με διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις σε τεχνολογία και ενέργεια. Η εξίσωση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, αν συνυπολογίσουμε και την επιβεβλημένη Πράσινη Μετάβαση (Green Deal) που  συνεπάγεται επιπρόσθετο κόστος για τις επιχειρήσεις.

Ως ΣΒΕ έχουμε επανειλημμένα τονίσει ότι μόνο με σταθερό και προσιτό ενεργειακό κόστος, μπορεί να υπάρξει στρατηγική αναβάθμιση της μεταποίησης, δεδομένου ότι συνδέεται ευθέως με την ανταγωνιστικότητά της.  Χρειάζονται στρατηγικές κινήσεις που θα επιτρέψουν στη βιομηχανία μας να εξασφαλίσει την ενεργειακή της ανεξαρτησία και παράλληλα να κερδίσει το μεγάλο στοίχημα της ανταγωνιστικότητας. Σε εθνικό επίπεδο, η Πολιτεία οφείλει να ακολουθήσει το παράδειγμα άλλων χωρών και αξιοποιώντας το νέο πλαίσιο της Καθαρής Βιομηχανικής Συμφωνίας (Net Zero Industry Act), να υιοθετήσει μέτρα που θα μειώσουν το κόστος και θα διευκολύνουν την πράσινη προσαρμογή των βιομηχανιών. Πάγιο αίτημα του ΣΒΕ είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού στήριξης της βιομηχανίας για όσο διαρκεί η ενεργειακή κρίση, μια πρακτική που ακολουθούν και άλλες ανταγωνιστικές προς εμάς χώρες. Παράλληλα, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο χρειάζεται κοινή προσέγγιση αναφορικά με τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας, με στόχο να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση σε ανταγωνιστικές τιμές.

Τι ρόλο έπαιξε το Ταμείο Ανάκαμψης για τις επιχειρήσεις του κλάδου σας; Θα υπάρξει πρόβλημα όταν εξαντληθούν οι εν λόγω πόροι;

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας υπήρξε καθοριστικό για τον κλάδο. Η σημασία του δεν εντοπίζεται μόνο στο μέγεθος των πόρων που κινητοποίησε, αλλά στη σύνδεση που επέφερε μεταξύ της χρηματοδότησης και των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων. Το Ταμείο λειτούργησε ως επιταχυντής καθώς ενεργοποίησε επενδύσεις μεγάλης κλίμακας, προώθησε τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την ενεργειακή μετάβαση, βελτίωσε την πρόσβαση στη χρηματοδότηση και εξασφάλισε ταχύτερες και πιο προβλέψιμες διαδικασίες. Παράλληλα, ανέδειξε ότι η ύπαρξη σαφών κανόνων, συντονισμού και κοινού στρατηγικού προσανατολισμού, οδηγούν σε ουσιαστικό και μετρήσιμο αναπτυξιακό αποτύπωμα.

Σήμερα, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η απορρόφηση των πόρων, αλλά η συνέχεια και η σταθερότητα. Η βιομηχανία χρειάζεται ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον, εθνική στρατηγική και στοχευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία, ευθυγραμμισμένα με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η μετάβαση από έκτακτα μέτρα σε ένα σταθερό πλαίσιο στήριξης είναι κρίσιμη για την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων.

Πώς μπορούν οι ελληνικές βιομηχανίες να ωφεληθούν από τα αμυντικά πακέτα της ΕΕ, όπως το ReArm Europe;

Η Ευρώπη διανύει μια περίοδο έντονης γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής αστάθειας, γεγονός που έχει αναδείξει την αμυντική βιομηχανία σε νέα προτεραιότητα του κοινοτικού σχεδιασμού. Τα αμυντικά πακέτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως το ReArm Europe, διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο ευκαιριών, όχι μόνο για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά και για τη συνολική αναβάθμιση της βιομηχανικής βάσης.

Οι ελληνικές βιομηχανίες μπορούν να ωφεληθούν μέσα από τη συμμετοχή τους στις ευρωπαϊκές αλυσίδες αξίας, αναπτύσσοντας προϊόντα και τεχνολογίες διττής χρήσης, με εφαρμογές τόσο στον αμυντικό όσο και στον πολιτικό τομέα, όπως τα προηγμένα υλικά, η κυβερνοασφάλεια και τα συστήματα επικοινωνιών. Επιπλέον, τα αμυντικά πακέτα μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την τεχνολογική αναβάθμιση επιχειρήσεων, ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις στην έρευνα και την μεταφορά τεχνολογίας, δημιουργώντας θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.