Η Βρετανία στις ημέρες Στάρμερ: Η εσωτερική αμφισβήτηση, η «ευρωπαϊκή επιλογή» και η Ρωσία
Shutterstock
Shutterstock
Αφ. Λαγγίδης

Η Βρετανία στις ημέρες Στάρμερ: Η εσωτερική αμφισβήτηση, η «ευρωπαϊκή επιλογή» και η Ρωσία

Την πραγματικότητα και τις προκλήσεις της Βρετανίας του 2026, τόσο στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο -όπου ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ αμφισβητείται όλο και πιο έντονα και οι Εργατικοί δεν διαθέτουν πυξίδα- όσο και στο διεθνές περιβάλλον, σκιαγραφεί ο Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αφεντούλης Λαγγίδης σε συέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη.

Η βρετανική οικονομία, η κοινωνική συνοχή, αλλά και η συνολική εικόνα και φυσιογνωμία όχι μόνο των Εργατικών, αλλά και των Τόρις, είναι το διακύβευμα σήμερα, επισημαίνει ο κ. Λαγγίδης. Αναμένει ότι η αντίθεση στο πρόσωπο του Κιρ Στάρμερ μόνο θα κλιμακώνεται· εξηγεί το φαινόμενο της ανόδου Φάρατζ και διακρίνει, όσον αφορά τον συντηρητικό χώρο, πως ο Θατσερισμός, στη μία ή την άλλη απόχρωσή του, θα αναδειχθεί στην πλέον ελκυστική επικοινωνιακή πρόταση. Στο βάθος, οι ισορροπίες στο μείγμα που απέδιδε τη «βρετανική ταυτότητα» και οι οποίες έχουν δραματικά αλλάξει.

Πού οδεύει και από τι συναρτάται η επιχειρούμενη επαναπροσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση· πού κυμαίνεται σήμερα η «ειδική σχέση» Βρετανίας-Ηνωμένων Πολιτειών και ποιοι παράγοντες καθορίζουν τη στάση του Λονδίνου όσον αφορά το κεφάλαιο του πολέμου στην Ουκρανία, είναι ζητήματα στα οποία απαντά ο κ. Αφεντούλης Λαγγίδης.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Λαγγίδη, με ποιους οιωνούς μπαίνει η Βρετανία στο 2026; Θα «αντέξει» ο Κιρ Στάρμερ στην πρωθυπουργία; Ποια είναι σήμερα η πραγματική ικανότητα των Εργατικών τόσο να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η βρετανική οικονομία, όσο και να διασφαλίσουν την κοινωνική συνοχή;

Είναι περίπου συνυφασμένο, με την ανθρώπινη φύση, στο κλείσιμο μιας περιόδου, ενός έτους να προκύπτουν παρεμφερή ερωτήματα, ιδίως όταν αυτά ενισχύονται από ένα γενικευμένο στην κοινή γνώμη πρόωρο ή καθυστερημένο αίσθημα «Τέλους Εποχής-Κλείσιμο ενός Κύκλου». το γνωστό στη γαλλική ως «Fin de Siecle». 

Αν και στο τέλος του 2025 δεν έχουμε φυσικά το «κλείσιμο του Αιώνα», πολλοί Βρετανοί στην πολιτική τους συμπεριφορά -και μάλλον όχι μόνον- παρουσιάζουν ανάλογα μοτίβα, στην σχέση τους με την χώρα στην οποία γεννήθηκαν και ζουν, και της οποίας τις πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παραστάσεις είναι κοινωνοί.

Θα πρέπει να επισημανθεί ήδη από το ξεκίνημα παρομοίων συζητήσεων, ότι στην Ιστορία της Βρετανίας, με όποιες ονομασίες αυτή είναι γνωστή -Αγγλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Μεγάλη Βρετανία ή άλλως πως- δεν έλειψαν και δεν λείπουν παρόμοιες αναζητήσεις και ανησυχίες, στην τελική τους έκφραση πάντοτε συνδυασμένες με την πολιτειακή και πολιτική οργάνωση.

Και όσον αφορά συγκεκριμένα την πολιτική οργάνωση, έτσι όπως αυτή απεικονίζεται στην τρέχουσα κυβερνητική συγκρότηση, ο επικεφαλής, ο πρωθυπουργός της χώρας τίθεται καθημερινά υπό πολιτική -κι όχι μόνον- αμφισβήτηση. 

Οι Εργατικοί και οι υποστηρικτές τους στους διαμορφωτές κοινής γνώμης, εμφανίζονται εξαιρετικά προβληματισμένοι από την απόδοση του Κιρ Στάρμερ. Υπενθυμίζεται ότι η έλευσή τους τελευταία στην ηγεσία της παράταξης και φυσικά στην πρωθυπουργία ερμηνεύθηκε ως ένα νέο ξεκίνημα μετά από μια τραγικά προβληματική για τους Εργατικούς περίοδο, αυτή του Τζέρεμι Κόρμπιν. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι η μια εκ των δυο στυλοβατών στα μέσα ενημέρωσης, εφημερίδα της Εργατικής παράταξης , ο Independent (ο άλλος στυλοβάτης, αντιπροσωπεύεται από τον Guardian) κυκλοφόρησε μέσα στα Χριστούγεννα με τίτλο εξωφύλλου το εξής: «Δημοσκόπηση Σοκ: το ένα τρίτο των Εργατικών ψηφοφόρων, δηλώνει ότι ο Στάρμερ πρέπει να παραιτηθεί». 

Επειδή βεβαίως στην πολιτική, μετακινήσεις στην πολιτική υποστήριξη, δεν είναι ασυνήθιστες, η στάση αυτής της εφημερίδας-τοτέμ των Εργατικών, δεν προδικάζει μια αναπόδραστη πορεία αντίθεσης, (με σχεδόν δεδομένο ότι μάλλον οριακά ο Στάρμερ θα βελτιώσει τις επιδόσεις του), στην παραμονή του στην πρωθυπουργία.

Δεν σας κρύβω, ότι «χαριτολογώντας» εξέφραζα την αμφιβολία μου αν ο συγκεκριμένος πολιτικός, όπως λέγεται στην αργκό, θα «έκοβε την Πρωτοχρονιάτικη πίτα». Ίσως το διαβόητο «βρετανικό φλέγμα» απέτρεψε μια παρόμοια αλλαγή στην περίοδο των εορτών, αλλά θεωρώ πως ήδη από τις πρώτες ημέρες του 2026, ο Στάρμερ θα βλέπει την αντίθεση στο πρόσωπο του να κλιμακώνεται. 

Ορθότατα αναφερθήκατε στην βρετανική οικονομία και στην κοινωνική συνοχή, ως τους παράγοντες που θα επηρεάσουν καθοριστικά την πολιτική διαδρομή του Κιρ Στάρμερ. Θα προσέθετα όμως, πως το διακύβευμα δεν είναι μόνο η τύχη του συγκεκριμένου ατόμου, αλλά η συνολική εικόνα και φυσιογνωμία των Εργατικών. 

Ταυτόχρονα, ακόμη κι αν ο Κιρ Στάρμερ σε μια ανατροπή-θαύμα, βελτιώσει με δραματικό -και ραγδαίο- τρόπο την οικονομία, δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα επιτύχει και στην κοινωνική συνοχή πολύ απλά, γιατί αυτή η τελευταία έχει διαταραχθεί σοβαρότατα ως αποτέλεσμα των πολιτικών της παράταξης ήδη από την εποχή του Τόνι Μπλερ. 

Η κυβέρνηση αποκλείει την επιστροφή στην ΕΕ, αλλά επιδιώκει στενότερη συνεργασία σε κρίσιμους τομείς, με τον Στάρμερ να έχει αναγνωρίσει πως το Brexit ζημίωσε τη βρετανική οικονομία. Μπορεί να μιλήσει κανείς για «soft realignment» χωρίς επάνοδο στην ΕΕ; Πώς επηρεάζει αυτή η προσέγγιση το αφήγημα της «Global Britain» και, τελικά, υπάρχει σήμερα πολιτικός χώρος στη Βρετανία για ουσιαστική αναθεώρηση του Brexit ή μόνο για τη διαχείρισή του;

Απαντώντας, πρέπει να τονιστούν δυο ξεχωριστά ζητήματα. Πρώτον, ότι ενώ η «επαναπροσέγγιση» με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ίσως η πλέον ρεαλιστική μελλοντική οικονομική προοπτική για την «επανάκαμψη» Στάρμερ, δεν είναι καθόλου δεδομένο πως θα «προλάβει» να διορθώσει τα κακώς κείμενα. 

Τούτο διότι, η ίδια η Ένωση, δεν διάγει την καλύτερη περίοδό της και στα οικονομικά μεγέθη, όπως επίσης, εντός του 2026, δεν είναι η μοναδική πρόταση-επιλογή, ιδίως αφ’ ής στιγμής θα αντιμετωπίσει όχι τόσο εσωτερικές και εξωτερικές αντιδράσεις. Για τις εξωτερικές αντιδράσεις, ο νοών νοείτω.

Το δεύτερο ζήτημα είναι αν θεωρείται πραγματικά σίγουρο ότι ο Στάρμερ θα επιλέξει χωρίς περαιτέρω αμφιταλαντεύσεις την «ευρωπαϊκή επιλογή». Ο όρος «Σταρμερισμός» (Starmerism) δεν εμφανίσθηκε στο πολιτικό debate τυχαία, αλλά είναι η απεικόνιση στην πράξη των κυριολεκτικά «οβιδιακών μεταμορφώσεων» του ανδρός. 

Και ούτως ή άλλως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο διακαής πόθος της Ένωσης σήμερα, είναι η επιστροφή του «απωλολότος αμνού» δηλαδή της Βρετανίας.

Όσον αφορά το «Global Britain» επιτρέψτε μου να δηλώσω ευθέως, ότι το περιεχόμενο του σλόγκαν, έχει τόσο ουσιαστικό περιεχόμενο όσο το «Cool Britania» του αλήστου πολιτικής μνήμης Τόνι Μπλερ. Πέραν του γεγονότος, ότι είναι αμετροεπές ίσως, να γίνεται συζήτηση για κάτι που δεν είναι καθόλου δεδομένο, ιδίως εντός ενός έτους, ήτοι του 2026.

Βλέπουμε τον Νάιτζελ Φάρατζ στην κορυφή των δημοσκοπήσεων και να εμφανίζεται ισχυρότερος από τους Συντηρητικούς σε ορισμένα ακροατήρια. Σηματοδοτεί αυτό το τέλος των Τόρις ως κυρίαρχου κόμματος της δεξιάς και τη μετάβαση προς έναν πιο ανοιχτά εθνικιστικό και λαϊκιστικό πόλο εξουσίας; Τι πιθανότητες θα δίνατε σε μία μελλοντική συνεργασία μεταξύ του ακροδεξιού Reform UK και των Συντηρητικών;

Επιτρέψτε μου να πω, ότι η κυριαρχία Φάρατζ, στις δημοσκοπήσεις, δεν είναι δηλωτική της κυριαρχίας μιας συγκεκριμένης πολιτική πρότασης, αλλά η εντυπωσιακή κατακρήμνιση ενός πάλαι ποτέ κραταιού πολιτικού σχηματισμού, αυτού που ανέδειξε την Μάργκαρετ Θάτσερ, -συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με τις κοσμοθεωρίες της. 

Μια κυριολεκτικά φαιδρή αλληλουχία «ηγετών» στην οποία ξεχωρίζουν οι Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ (κτλ) έχει οδηγήσει το κόμμα-εκφραστή του συντηρητικού χώρου στην εκλογή …Κέμι Μπέϊντενοκ, που Κύριος Οίδε, τι πιστεύει και εκφράζει. 

Κατ’ απόλυτη αναλογία, ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο «Mr. No» -ας μου επιτραπεί η έκφραση- της Βρετανίας σήμερα, εμφανίζεται ως μια συγκροτημένη και αξιόπιστη πολιτική πρόταση. Αν κάποιος προσπαθήσει να εντρυφήσει στον οργανωτικό μηχανισμό του κόμματος, θα αντιμετωπίσει σοβαρότατα προβλήματα στην διακρίβωση των στρωμάτων, των ταξικών διαστρωματώσεων και φυσικά συμφερόντων που εκφράζονται δια μέσου Φάρατζ. 

Το πλέον διακριτό όμως, κοινό χαρακτηριστικό, είναι ο φόβος πολλών για μια κοινωνική συγκρότηση που έχει δραματικά αλλάξει, με την καθοριστική συμβολή προσώπων και ρευμάτων, εντός του «ευρύτερου» χώρου των Εργατικών.

Η εκτίμηση μου είναι πως ο Θατσερισμός, στη μια ή την άλλη απόχρωσή του θα αναδειχθεί στην πλέον ελκυστική επικοινωνιακά πρόταση των πολιτικών του συντηρητικού χώρου, ασχέτως του εάν ο Θατσερισμός της δεκαετίας του '80 και του μισού της δεκαετίας του '90, ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του σήμερα.

Πέρα από το μέτωπο της οικονομίας, βλέπουμε να αναδεικνύονται έντονα ζητήματα εθνικής ταυτότητας, πολιτισμικής συνοχής και «πατριωτισμού». Σε ποιο βαθμό αυτή η ατζέντα ενισχύει τη ριζοσπαστική δεξιά και δυσκολεύει τόσο τους Τόρις όσο και τους Εργατικούς να αρθρώσουν ένα πειστικό, ενωτικό αφήγημα; 

Ίσως, η πιο δελεαστική ως πρόκληση προς απάντηση ερώτηση. 

Η Βρετανία, ιστορικά μιλώντας, υπερέβη πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις, στη βάση μιας συγκεκριμένης και επί αιώνες περίπου αναλλοίωτης κοινωνικής δομής και συγκρότησης. Και ένα χαρακτηριστικό που στοιχειοθετεί μια συγκεκριμένη κοινωνική κατάσταση, ιδίως του διακριτού -στο βαθμό που αυτό γίνεται- εθνολογικού και πολιτισμικού, είναι οι ισορροπίες, αριθμητικές φυσικά, σε αυτό το μείγμα που απέδιδε την «βρετανική ταυτότητα». 

Είναι μάλλον περιττό να τονισθεί πόσο έχουν αλλάξει αυτές οι λεπτές ίσως ισορροπίες, φυσικά ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ιδίως ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών από τη δεκαετία του 1960 ίσως, αλλά μετ’ επιτάσεως εντός της δεκαετίας 1990. 

Το αθροιστικό αποτέλεσμα είναι ότι ολόκληρες κοινότητες έχουν υποκατασταθεί από αλλότριες και ίσως μη συμβιβάσιμες κατά τα ειωθότα κοινωνικές συμβάσεις. 

Η δική μου εκτίμηση είναι, πως έχει δημιουργηθεί μια νέα πραγματικότητα, στη Βρετανία του 2026, και αυτή είναι μη ανατρέψιμη. Και μακάρι να «πέσω έξω» σε αυτό. 

Ο Κιρ Στάρμερ κυριολεκτικά αδυνατεί να απαντήσει σε αυτές τις προκλήσεις και δια τούτο, ίσως αφήσει το «στίγμα» του στην πολιτική Ιστορία της Βρετανίας. 

Πόσο καθοριστικός παραμένει ο ρόλος της Βρετανίας στην παγκόσμια σκηνή, ιδιαίτερα με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και το ΝΑΤΟ; Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Βρετανία είναι πιο «γεράκι» από την ΕΕ στην εξωτερική πολιτική; Επίσης, έχει ενισχυθεί ή απομυθοποιηθεί επί προεδρίας Τραμπ η λεγόμενη «ειδική σχέση» Βρετανίας-ΗΠΑ;

Γενικά ομιλώντας, ο ρόλος μιας χώρας, είναι ευθεία συνάρτηση της εσωτερικής της κατάστασης. Τα επιμέρους ερωτήματα είναι όλα εξαιρετικά και μεστά σε περιεχόμενο. 

Επιστέψτε μου όμως να επιχειρήσω να απαντήσω, ξεκινώντας από το τελευταίο, το οποίο θεωρώ και πιο εύκολο να απαντηθεί. Μιλώντας με αναλογίες -έως παραβολές- για εμένα προσωπικά, το ζήτημα της «ειδικής σχέσης» μεταξύ των δυο πόλων της «Λίμνης» (του Ατλαντικού, του Pond στην αγγλική), απεικονίστηκε με μεγάλη ακρίβεια στην σχετικά πρόσφατη επίσκεψη Τραμπ στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο όρος «ειδική σχέση» δεν απουσίασε πλήρως, αλλά η αμφισημία και σημειολογία ταυτόχρονα της έννοιας, δεν έχει και πολλή σχέση ήδη από την εποχή του «διδύμου» Μπους-Μπλερ.

Στους «καιρούς Στάρμερ» αυτή -αποδεδεδειγμένα- δεν θα υπονομευθεί από τους Βρετανούς, κάτι που με θρησκευτική ευλάβεια τηρείται στις δηλώσεις του Βρετανού πρωθυπουργού, σε ζητήματα όπως αυτά της Γάζας ή της Ουκρανίας. 

Οι Βρετανοί μπορεί να -και είναι- αντίθετοι στις επιλογές Τραμπ αλλά στο επίσημο επίπεδο, αποφεύγουν επιμελώς το ενδεχόμενο να εκμανεί περαιτέρω ο Αμερικανός πρόεδρος. 

Κάτι που έχει ολοσχερώς -μάλλον επιμελώς- ξεχασθεί, είναι τα αποτελέσματα της αμερικανικής «οργής» έναντι της βρετανο-γαλλικής «επέμβασης» το 1956 στο Πόλεμο του Σουέζ. 

Όσον αφορά το Ουκρανικό, δυο κρίσιμες επισημάνσεις: 

α) η βρετανική «ακτιβιστική-σκληρή» στάση έναντι της Ρωσίας, έχει σαφώς προσδιορισμένα όρια. Αυτά είναι άμεση συνάρτηση των πραγματικών οικονομικών και φυσικά στρατιωτικών πλέον, δυνατοτήτων της χώρας. 

Απλά μιλώντας, ο «Βρετανικός Λέων» βρυχάται, αλλά επιλέγει τη συνδρομή τρίτων για να προτείνει και να επιβάλλει ειρήνη με «φιλο-ουκρανικούς όρους».

β) η βρετανική στάση, ήδη από την εποχή του «Μεγάλου Παιχνιδιού» (Great Game) στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι περίπου μια «Φυσική Σταθερά»-Constant, με ενδημικά χαρακτηριστικά ίσως, αλλά σε αδρές γραμμές περίπου απαράλλακτη.

Εν κατακλείδι, στις ημέρες Στάρμερ, δεν εκτιμώ ότι θα ενσκήψει μια σκληρότερη βρετανική πολιτική, πολύ απλά γιατί ο πρωθυπουργός της χώρας, στοιχειωδώς δεν διαθέτει αυτή την «πολυτέλεια».