Ο Χαβιέρ Μιλέι έχει κάνει το Νταβός προσωπικό του πεδίο μάχης. Δεν πάει εκεί για να χαμογελάσει σε φωτογραφίες, ούτε για να ψιθυρίσει ευγενικά γενικότητες σε πάνελ. Πηγαίνει για να συγκρουστεί με τη θρησκεία του κρατισμού που κυριαρχεί στο πολιτικό mainstream της εποχής. Και, όπως φαίνεται, το κάνει με την άνεση ανθρώπου που δεν είναι απλώς πολιτικός, αλλά καταρτισμένος, μεθοδικός και, κυρίως, αποφασισμένος να εφαρμόσει αυτά που λέει.
Στη χθεσινή ομιλία του, μίλησε σαν άνθρωπος που γνωρίζει ότι η κρίση της Δύσης δεν ξεκινά από τα επιτόκια ή τις τιμές του πετρελαίου, αλλά από τις ιδέες. Περιέγραψε μια παρακμή που, κατά τη δική του ανάγνωση, έρχεται όταν ο πολιτισμός παραιτείται από τα θεμέλιά του και τα ανταλλάσσει με μια ηθικολογία επιδοτήσεων, ρυθμίσεων και συλλογικών δικαιωμάτων χωρίς υποχρεώσεις. Το ενδιαφέρον δεν είναι αν συμφωνεί κανείς με κάθε πολιτισμικό του πυροτέχνημα. Το ενδιαφέρον είναι ότι, σε μια αίθουσα όπου η γλώσσα συνήθως νανουρίζει, εκείνος επιμένει να μιλά με ορισμούς.
Και εδώ έρχεται το ελληνικό στοιχείο που αξίζει να σταθούμε. Ο Μιλέι δεν ντύθηκε απλώς με αγγλοσαξονική ρητορική. Επέστρεψε στα θεμέλια, μιλώντας για φιλοσοφία ελληνική, ρωμαϊκό δίκαιο και ιουδαιοχριστιανικές αξίες ως τον κώδικα που έκανε τη Δύση δημιουργική, παραγωγική, ελεύθερη και σπουδαία. Δεν το είπε για να κολακέψει. Το είπε για να θυμίσει ότι χωρίς μια ηθική της ατομικής ευθύνης, την παράμετρο του φυσικού δικαίου, και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, η οικονομία γίνεται λογιστική απάτη.
Ακόμη πιο καίριο ήταν το κλείσιμο του ματιού στον Ξενοφώντα. Σε μια εποχή όπου οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες μιλούν για «μοντέλα», εκείνος θυμίζει ότι ο πρώτος που έγραψε σοβαρά για αποδοτικότητα, διοίκηση, κίνητρα και ορθολογική οργάνωση του βίου ήταν ένας Αθηναίος στρατιώτης και συγγραφέας. Ο Ξενοφών δεν έγραψε «μακροοικονομία», έγραψε όμως κάτι πιο επικίνδυνο για κάθε κράτος: έγραψε για το πώς ευημερεί ο άνθρωπος όταν αφήνεται να πράξει, να μετρήσει, να ρισκάρει και να κερδίσει.
Αυτή η επιμονή στην ιστορία των ιδεών είναι που τον τοποθετεί καθαρά στην ένδοξη γραμμή πολιτικών ηγετών που ήταν παράλληλα και ιδεολογικοί σταυροφόροι, όπως η Θάτσερ και ο Ρήγκαν. Η παρομοίωση δεν γίνεται ως στυλιστική αναφορά, αλλά ως πολιτική μέθοδος. Πρώτα λες την αλήθεια για το κράτος, ότι δεν «δίνει», αλλά παίρνει. Μετά κόβεις το κράτος και τα πλοκάμια του. Μετά αντέχεις την υστερία. Και τέλος κερδίζεις χρόνο για να δουλέψει και να πλουτίσει η κοινωνία. Ο Μιλέι έχει, σε αντίθεση με πολλούς «φιλελεύθερους» της ηπείρου και της χώρας μας, την αρετή της συνέπειας: δεν χρησιμοποιεί την αγορά ως διακόσμηση, αλλά ως πυρήνα.
Γι’ αυτό και οι Έλληνες φιλελεύθεροι οφείλουν να τον μελετήσουν. Όχι επειδή η Αργεντινή είναι η Ελλάδα, δεν είναι. Αλλά επειδή το δικό μας πρόβλημα είναι πνευματικό πριν γίνει δημοσιονομικό. Εδώ ο φιλελευθερισμός συχνά ζητά συγγνώμη που υπάρχει. Κάνει ένα βήμα προς την ελευθερία και δύο προς τη σοσιαλδημοκρατία, για να μη θυμώσει το πάνελ. Μιλά για «μεταρρυθμίσεις», αλλά τρέμει τη λέξη «περιορισμός του κράτους». Θέλει ανταγωνισμό, αλλά με επιτροπές. Θέλει ανάπτυξη, αλλά με άδειες.
Ο Μιλέι έκλεισε τον κύκλο της ομιλίας του με μια φράση που έμοιαζε με βλάσφημη τελετουργία για τους επαγγελματίες του κυνισμού: «ο Μακιαβέλι είναι νεκρός, ας τον θάψουμε». Την είπε στην αρχή και την επανέλαβε στο τέλος, όχι για να αποκηρύξει τη σκληρότητα της πολιτικής, αλλά για να αποκηρύξει το άλλοθί της. Γιατί ο μακιαβελικός μύθος έχει γίνει το καταφύγιο όσων βαφτίζουν την αρπαγή “ρεαλισμό” και την αναποτελεσματικότητα «ευαισθησία».
Ο Μιλέι έκανε το αντίθετο: υποστήριξε ότι ο καπιταλισμός και οι αρετές μιας ελεύθερης κοινωνίας δεν συγκρούονται με την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα. Είναι η προϋπόθεσή τους. Και, ακόμη πιο αιχμηρά, είναι ηθικά ανώτεροι από κάθε σύστημα που χρειάζεται εξαναγκασμό για να «δουλέψει».
Η ελευθερία δεν είναι πολυτέλεια που την πληρώνεις με χάος. Είναι το μόνο πλαίσιο όπου η τάξη προκύπτει χωρίς βία, όπου ο πλούτος παράγεται χωρίς λεηλασία, όπου η κοινωνία συνεργάζεται χωρίς να την κρατάς από τον λαιμό. Αν αυτό σημαίνει ότι κάποιοι θα συνεχίσουν να επικαλούνται τον Μακιαβέλι για να δικαιολογούν το κράτος που μας φτωχαίνει, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς. Ο Μακιαβέλι είναι νεκρός, πράγματι. Το ερώτημα είναι ποιος στην Ελλάδα θα βρει το θάρρος να τον θάψει, αντί να του ανάβει κερί κάθε φορά που φοβάται το πολιτικό κόστος.
ΥΓ: Δείτε ολόκληρη την ομιλία του προέδρου της Αργεντινής στο Νταβός εδώ.
