Σε μια μικρή ελληνική πόλη, ένας δήμαρχος κάνει κάτι επαναστατικό για τα ελληνικά δεδομένα. Αποφασίζει να χτίσει νηπιαγωγείο. Όχι άγαλμα, όχι πλατεία–μαυσωλείο, όχι φεστιβάλ πολιτισμού με φίλους καλλιτέχνες. Νηπιαγωγείο. Με άδειες, με μελέτες, με εξασφαλισμένη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Δηλαδή με όλα αυτά που υποτίθεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά από μια χώρα μέλος που θέλει να λέγεται σοβαρή.
Ο δήμαρχος και η ομάδα του κάνουν τα «σωστά». Βρίσκουν οικόπεδο, εκπονούν μελέτες, παίρνουν όλες τις εγκρίσεις. Σχεδιάζουν την είσοδο του νηπιαγωγείου από το πίσω μέρος του οικοπέδου, για να μην βγαίνουν τα παιδιά κατευθείαν σε κεντρικό δρόμο με κίνηση. Οι ειδικοί συμφωνούν. Οι υπηρεσίες εγκρίνουν. Το κράτος –για μια σπάνια στιγμή– λειτουργεί όπως θα όφειλε.
Μέχρι που εμφανίζεται ο πραγματικός κυρίαρχος της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο γείτονας.
Ο συγκεκριμένος μένει δίπλα στο οικόπεδο. Πολιτικά ανήκει στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ζητά από τον δήμαρχο να αλλάξει τη μελέτη και να γίνει η είσοδος από τον κεντρικό δρόμο. Όχι, επειδή τον ενδιαφέρουν τα παιδιά. Επειδή τον ενδιαφέρει η θέα και ο ήλιος στο σπίτι του. Ένα ισόγειο νηπιαγωγείο «κόβει» λίγο από το προσωπικό του οπτικό πεδίο.
Ο δήμαρχος, μετά από συστάσεις μηχανικών και υπηρεσιών, αρνείται. Προστατεύει την ασφάλεια των παιδιών και την ορθολογική χωροθέτηση του κτηρίου. Δηλαδή κάνει αυτό για το οποίο τον εξέλεξαν. Και από εκείνη τη στιγμή, ο ίδιος και ολόκληρη η πόλη τιμωρούνται.
Ο πολίτης δεν μένει στην επιστολή διαμαρτυρίας. Έχει γνωριμίες. Έχει πρόσβαση σε ανώτατο δικαστικό. Προσφεύγει στη δικαιοσύνη, ενδεχομένως με την ενθάρρυνση του κονέ και με το επιχείρημα ότι το νηπιαγωγείο του κρύβει τον ήλιο και τη θέα. Και το σύστημα κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: του δίνει όπλο. Εκδίδεται διαταγή διακοπής των εργασιών μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση.
Τα έργα σταματούν. Τα μηχανήματα φεύγουν. Τα θεμέλια μένουν.
Περνά ένας χρόνος. Μετά δεύτερος. Μετά τρίτος. Στο μεταξύ, τα παιδιά της πόλης συνεχίζουν να στοιβάζονται σε ακατάλληλες αίθουσες. Οι γονείς συνεχίζουν να ψάχνουν θέσεις. Ο δήμος πληρώνει ενοίκια για πρόχειρες λύσεις. Οι φορολογούμενοι της Ευρώπης βλέπουν άλλο ένα «έργο» να μένει στα χαρτιά.
Κάποια στιγμή, το δικαστήριο δικαιώνει τον δήμαρχο. Η μελέτη ήταν νόμιμη τελικά. Οι άδειες ήταν νόμιμες, οι υπηρεσίες έκαναν σωστά τη δουλειά τους και ο γείτονας είχε (φυσικά) άδικο. Το σύστημα, επί της ουσίας, παραδέχεται ότι τρία χρόνια παράλυσης έγιναν χωρίς λόγο όμως ο γείτονας δεν χρειάστηκε να αποζημιώσει κανέναν για όλη αυτή την ταλαιπωρία και την καθυστέρηση.
Μόνο που τότε είναι αργά.
Γιατί τα ευρωπαϊκά κονδύλια έχουν χαθεί. Οι προθεσμίες πέρασαν, τα προγράμματα έκλεισαν, και τα χρήματα διοχετεύθηκαν αλλού. Ο δήμος δεν έχει τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει μόνος του το έργο. Η διοικητική κόπωση, η πολιτική φθορά, η γραφειοκρατική αδράνεια σηματοδοτούν ότι το πολυπόθητο νηπιαγωγείο δεν πρόκειται να χτιστεί.
Το ίδιο οικόπεδο αναζητεί νέα χρήση. Κάποια στιγμή, η πιο «πρακτική» λύση επικρατεί. Στρώνεται άσφαλτος. Στήνεται ένα πάρκινγκ. Τα αυτοκίνητα παρκάρουν, ο γείτονας λογικά ήταν πανευτυχής που του έχτισε ο δήμος χώρο στάθμευσης δίπλα από το σπίτι του, και η πόλη κάνει ότι κάτι κέρδισε. Κάτω όμως από το οδόστρωμα υπάρχουν ακόμη τα θεμέλια του νηπιαγωγείου. Σαν αόρατο μνημείο μιας χαμένης ευκαιρίας. Σαν μια κυνική ελληνική παραλλαγή του συνθήματος του Μάη του '68: κάτω από την άσφαλτο, όχι η παραλία, αλλά η παιδεία που δεν χτίστηκε ποτέ.
Σας είπα αυτή την ιστορία διότι μέσα της συμπυκνώνονται πολλά από τα δομικά προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας. Το δικαίωμα ενός πολίτη να παρεμβαίνει, με προσβάσεις και νομικά τεχνάσματα, υπερισχύει του δικαιώματος μιας ολόκληρης κοινότητας σε βασικές υπηρεσίες.
Η δικαιοσύνη μετατρέπεται από θεσμικό αντίβαρο σε εργαλείο καθυστέρησης και ακύρωσης. Το δημόσιο συμφέρον γίνεται κενό σύνθημα, ενώ στην πράξη επιβραβεύεται ο πιο δικτυωμένος εγωισμός. Η χώρα συμπεριφέρεται σαν να έχει την πολυτέλεια να χάνει ευρωπαϊκούς πόρους και κρίσιμες υποδομές και να τους αντικαθιστά με πρόχειρες λύσεις όπως ένα πάρκινγκ. Και όλα αυτά συμβαίνουν με απόλυτα «νόμιμο» τρόπο. Με σφραγίδες, αποφάσεις και διαδικασίες που στην πράξη νομιμοποιούν την ομηρία των πολλών από τους λίγους.
Αυτή είναι η πρώτη ιστορία μιας νέας σειράς κειμένων με τίτλο «Καθημερινή ελληνική παράνοια». Κατά διαστήματα θα αφηγούμαστε φαινομενικά φανταστικές ιστορίες που βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά, με αλλαγμένα πρόσωπα και λεπτομέρειες, αλλά με απολύτως αληθινό θεσμικό υπόβαθρο. Στόχος δεν είναι η καταγγελία ονομάτων ούτε η κουτσομπολίστικη αποκάλυψη, αλλά η απογύμνωση ενός συστήματος που τιμωρεί την κοινή λογική και επιβραβεύει την αυθαιρεσία. Αν σε κάποια από αυτές τις ιστορίες αναγνωρίσετε δικές σας εμπειρίες, τότε θα ξέρετε ότι η παράνοια δεν είναι λογοτεχνικό εύρημα. Είναι απλώς η χώρα όπως τη ζούμε κάθε μέρα.
