Στην Ελλάδα η συζήτηση για τα μετρητά εμφανίζεται σχεδόν πάντα με τον ίδιο τρόπο. Από τη μία βρίσκεται το κράτος, οι τράπεζες και οι τεχνοκράτες που ζητούν όλο και μεγαλύτερο περιορισμό του cash στο όνομα της φορολογικής συμμόρφωσης. Από την άλλη βρίσκεται μια πιο ενστικτώδης αντίδραση πολιτών που αισθάνονται ότι κάτι πολύ βασικό χάνεται, ακόμη κι αν δεν το διατυπώνουν πάντα καθαρά. Το επιχείρημα υπέρ του περιορισμού είναι γνωστό. Λιγότερα μετρητά σημαίνει περισσότερες ηλεκτρονικές συναλλαγές, άρα μεγαλύτερη ιχνηλασιμότητα, άρα δυσκολότερη φοροδιαφυγή. Ας το δεχθούμε. Μπορεί να είναι αλήθεια. Αλλά δεν αρκεί να είναι ένα μέτρο αποτελεσματικό για να είναι και φιλελεύθερο, δίκαιο ή ανεκτό.
Αυτό ακριβώς κατάλαβε η Ελβετία. Στο πρόσφατο δημοψήφισμα, η ελβετική συζήτηση δεν έγινε γύρω από κάποια ρομαντική νοσταλγία για τα κέρματα και τα χαρτονομίσματα. Έγινε γύρω από κάτι πολύ σοβαρότερο. Γύρω από το αν οι πολίτες μιας ελεύθερης χώρας πρέπει να διατηρούν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν μετρητά και γύρω από το αν το κράτος οφείλει να εγγυάται ότι το φυσικό χρήμα θα συνεχίσει να υπάρχει και να είναι διαθέσιμο. Η απάντηση ήταν ναι. Και ήταν μια απάντηση εξαιρετικά λογική. Διότι τα μετρητά δεν είναι τεχνολογικό κατάλοιπο. Είναι θεσμικό αντίβαρο.
Το βασικό λάθος στη συζήτηση είναι ότι οι περισσότεροι βλέπουν το χρήμα μόνο ως μέσο πληρωμής. Δεν είναι μόνο αυτό. Το χρήμα είναι και σχέση εξουσίας. Όταν κάθε συναλλαγή περνά υποχρεωτικά μέσα από τράπεζες, παρόχους πληρωμών, εφαρμογές, ελεγκτικούς μηχανισμούς και κρατικές πλατφόρμες, ο πολίτης παύει να συναλλάσσεται ελεύθερα. Συναλλάσσεται υπό όρους επιτήρησης. Κάθε αγορά αφήνει ίχνος. Κάθε μεταφορά καταγράφεται. Κάθε οικονομική κίνηση γίνεται μέρος ενός μόνιμου φακέλου. Αυτό δεν είναι απλώς βολικό για την εφορία. Είναι επικίνδυνα βολικό για κάθε εξουσία.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία. Ναι, η κατάργηση των μετρητών μπορεί να δυσκολέψει τον φοροφυγά. Μαζί με αυτό όμως δυσκολεύει και τον απλό, νόμιμο, φιλήσυχο πολίτη να διατηρήσει μια στοιχειώδη ζώνη ιδιωτικότητας. Και η ιδιωτικότητα δεν είναι πολυτέλεια για όσους έχουν κάτι ύποπτο να κρύψουν. Είναι προϋπόθεση ελευθερίας. Σε μια ελεύθερη κοινωνία ο πολίτης δεν χρειάζεται να δίνει λογαριασμό για κάθε απολύτως νόμιμη πράξη του. Δεν χρειάζεται το κράτος να γνωρίζει πού ξόδεψε κάθε ευρώ, πότε, με ποιον και για ποιο λόγο.
Οι απολογητές του πολέμου κατά των μετρητών μιλούν σαν να υπάρχει μόνο μία αξία, η κρατική αποτελεσματικότητα. Αυτό δεν είναι φιλελευθερισμός. Είναι διοικητικός δεσποτισμός με ψηφιακό πρόσωπο. Η φιλελεύθερη τάξη όμως στηρίζεται ακριβώς στο αντίθετο. Στην παραδοχή ότι υπάρχουν όρια που η εξουσία δεν πρέπει να ξεπερνά, ακόμη κι όταν έχει καλές προθέσεις και ακόμη κι όταν υπόσχεται καλύτερα αποτελέσματα.
Τα μετρητά είναι ένα τέτοιο όριο. Είναι ένας απλός, καθημερινός, χειροπιαστός τρόπος να θυμόμαστε ότι δεν ανήκουν όλα στο πεδίο του ελέγχου. Ότι δεν πρέπει κάθε ανθρώπινη πράξη να μετατρέπεται σε δεδομένο. Ότι η εμπιστοσύνη σε μια κοινωνία δεν χτίζεται με καθολική επιτήρηση.
Η Ελβετία μάς θύμισε κάτι που στην Ελλάδα ξεχνάμε εύκολα. Η ελευθερία δεν χάνεται μόνο με μεγάλες καταλύσεις. Χάνεται και με μικρές, λογικές, αποτελεσματικές παραχωρήσεις. Γι’ αυτό η υπεράσπιση των μετρητών δεν είναι συντηρητισμός. Είναι άμυνα της ελεύθερης κοινωνίας. Και αυτή η άμυνα αξίζει πολύ περισσότερο από λίγη ακόμη φορολογική ευκολία για το κράτος.
