Το λάθος ερώτημα για τη μετανάστευση

Το Cato Institute, με το οποίο έχω συνεργαστεί και με συνδέουν προσωπικοί ιδεολογικοί και ανθρώπινοι δεσμοί εδώ και πάνω από μία δεκαετία, έβγαλε μια μελέτη που οι προοδευτικοί πανηγύρισαν σαν να κέρδισαν το «τελικό επιχείρημα» για την παράνομη μετανάστευση. Και πράγματι, αν το ερώτημα είναι στενά λογιστικό, τα ευρήματα της είναι συντριπτικά υπέρ των μεταναστών στις ΗΠΑ. Για κάθε χρόνο από το 1994 έως το 2023, οι μετανάστες συνολικά έβαλαν περισσότερα στο δημόσιο ταμείο από όσα πήραν σε παροχές.

Το σωρευτικό αποτέλεσμα είναι ένα πλεόνασμα 14,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε τιμές 2024, μαζί με εξοικονομήσεις τόκων. Και μάλιστα οι μη πολίτες, μια κατηγορία που περιλαμβάνει και πολλούς που διαμένουν παράνομα στις ΗΠΑ, αντιστοιχούν σε 6,3 τρισεκατομμύρια από αυτό το σύνολο. Αν αφαιρέσεις τους μετανάστες, το δημόσιο χρέος εκτινάσσεται πάνω από το 200% του ΑΕΠ. Αυτά δεν είναι συνθήματα. Είναι η ίδια η αριθμητική που επικαλούνται τώρα όσοι συνήθως μισούν την αριθμητική.

Μόνο που εδώ κρύβεται το πρώτο ψέμα, το βολικό. Οι προοδευτικοί παριστάνουν ότι η κριτική στην παράνομη μετανάστευση ήταν πάντα «οι φόροι και τα επιδόματα». Δεν ήταν. Το βασικό επιχείρημα κατά της παρανομίας δεν είναι μόνο ότι κοστίζει. Είναι ότι υπονομεύει τον νόμο. Και όταν υπονομεύεις τον νόμο σε ένα πεδίο που αγγίζει σύνορα, ταυτότητα, ασφάλεια, σχολεία και κοινότητες, δεν κάνεις απλώς λάθος πολιτική. Κάνεις πολιτική χωρίς νομιμοποίηση. Από την άλλη, το πόσο ειρωνικό είναι να βλέπουμε την πλευρά που φωνάζει «οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς» να πανηγυρίζει γιατί ένα think tank βρήκε ότι στις ΗΠΑ το δημοσιονομικό αποτύπωμα των μεταναστών είναι θετικό θα το αφήσουμε για άλλη φορά...

Το δεύτερο ψέμα είναι η αναγωγή των αμερικανικών αποτελεσμάτων σε παγκόσμιο κανόνα. Στις ΗΠΑ οι μετανάστες είναι πιο πιθανό να εργάζονται, είναι συχνά σε παραγωγικές ηλικίες και έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε ορισμένες παροχές λόγω κανόνων επιλεξιμότητας. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί εμφανίζονται δημοσιονομικά θετικοί. Όμως αυτό το μείγμα θεσμών δεν υπάρχει παντού. Σε χώρες με πιο άκαμπτη αγορά εργασίας, βαρύτερη ρύθμιση, μεγαλύτερη παραοικονομία και πιο γενναιόδωρο κράτος πρόνοιας, το ισοζύγιο μπορεί να γείρει αλλού. Όχι από «ρατσισμό». Από κίνητρα. Όταν το νόμιμο μεροκάματο στραγγαλίζεται και το επίδομα γίνεται υποκατάστατο μισθού, το κράτος φτιάχνει από μόνο του το αποτέλεσμα που μετά δήθεν «διαψεύδει» ή «επιβεβαιώνει» με μελέτες.

Και τώρα το τρίτο, το πιο δυσάρεστο για τους δικούς μου, τους φιλελεύθερους (και τους ελευθεριακούς). Ακόμη κι αν η οικονομία, παντού και πάντα, έλεγε «φέρτε περισσότερους», παραμένουν τα κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα. Εδώ οι υπέρμαχοι της ελευθερίας συνήθως εξαφανίζονται. Έχουν απαντήσεις για τον ΦΠΑ, για τις άδειες ταξί, για τα κλειστά επαγγέλματα. Για την ένταξη, τη συνοχή, τη γκετοποίηση, την πίεση σε τοπικές υπηρεσίες, την άνοδο της πολιτικής οργής, τις αρνητικές συνέπειες της παράνομης μετανάστευσης, παριστάνουν ότι αυτά είναι απλώς «προκαταλήψεις». Δεν είναι. Είναι πολιτική πραγματικότητα. Και αν δεν την αγγίξεις, θα την αγγίξουν άλλοι με τρόπο αυταρχικό.

Το πιο ειρωνικό είναι ότι, στο μεταναστευτικό, πολλοί από τους λάτρεις της πολιτικής ελευθερίας διαλέγουν τον εύκολο δρόμο που μισούν σε κάθε άλλο πεδίο. Αντί για αποκεντρωμένη διακυβέρνηση, για θεσμούς που αντέχουν στη σύγκρουση συμφερόντων, για πρακτικές λύσεις που χτίζουν συναίνεση, καταφεύγουν σε ένα είδος «από τα πάνω» ηθικολογίας. Λίγο virtue signaling, λίγη επίκληση διεθνών κειμένων σαν να είναι υπερσύνταγμα, και μετά το γνωστό: όποιος διαφωνεί είναι «ρατσιστής», «ξενοφοβικός», «οπισθοδρομικός». Έτσι δεν κερδίζεις ελευθερία. Έτσι χάνεις τη νομιμοποίηση.

Και τη νομιμοποίηση δεν τη δίνει ο ΟΗΕ, ούτε τα think tanks, ούτε οι ηθικοί νταήδες των social media. Τη δίνει ο δήμος. Το σώμα των πολιτών που ζει με τις συνέπειες. Όταν του λες ότι δεν έχει δικαίωμα να ανησυχεί, το σπρώχνεις στους δημαγωγούς. Όταν του λες ότι «οι αριθμοί βγαίνουν», ενώ εκείνος βλέπει την καθημερινότητά του να αλλάζει χωρίς να τον ρώτησε κανείς, το αποτέλεσμα δεν θα είναι περισσότερη ανεκτικότητα. Θα είναι περισσότερη οργή, περισσότερος κυνισμός, περισσότερος κρατισμός.

Η μελέτη του Cato, αν διαβαστεί σωστά, δεν «κλείνει» τη συζήτηση. Την ανοίγει στο σωστό επίπεδο. Ναι, στις ΗΠΑ οι μετανάστες, ακόμη και οι παράνομοι, φαίνονται δημοσιονομικά θετικοί. Αλλά η πολιτική δεν είναι μόνο λογιστική. Αν ήταν, ο φιλελευθερισμός και ο καπιταλισμός θα είχαν επικρατήσει προ πολλού χωρίς αντίλογο. Επίσης, η ελευθερία δεν επιβάλλεται με σλόγκαν. Αν οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν το ζήτημα ως τεστ ηθικής ανωτερότητας, θα παραδώσουν εξολοκλήρου τη διαχείριση της μετανάστευσης σε όσους βλέπουν μόνο τείχη και απαγορεύσεις. Βέβαια, αυτή η λύση βολεύει αρκετούς από δαύτους που αρέσκονται στα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη και παθιάζονται με την προοπτική του να βρίσκονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας.