Οι δημοσκοπήσεις και του μήνα που πέρασε έδειξαν ότι κανένα κόμμα της αριστεράς δεν μπορεί να καρπωθεί την κυβερνητική τριβή. Οι λόγοι που εξηγούν αυτό το φαινόμενο μπορεί να είναι πολλοί. Υπάρχει όμως ένας θεμελιώδης πάνω στον οποίο εδράζονται αρκετοί από τους υπόλοιπους: η αριστερά δεν μπορεί πια να πείσει κανέναν, πέρα από τους ήδη πεισμένους, ότι είναι ικανή να κυβερνήσει.
Ψάχνοντας βαθύτερα τα αίτια αυτής της ανικανότητας, αξίζει να θυμηθούμε ένα πείραμα από τη δεκαετία του ’80 που έγινε γνωστό ως «η ουλή του Νταρτμουθ». Οι ερευνητές ζωγράφιζαν μια αισθητικά άσχημη ουλή στο πρόσωπο των συμμετεχόντων πριν από μια συνέντευξη. Λίγο πριν μπουν, την αφαιρούσαν κρυφά προφασιζόμενοι ένα τελικό ρετουσάρισμα. Οι συμμετέχοντες ήταν βέβαιοι ότι η ουλή παρέμενε και αργότερα περιέγραφαν πώς οι άλλοι τους κοιτούσαν «περίεργα», πώς ένιωθαν την απόρριψη και την προκατάληψη. Είδαν διάκριση εκεί όπου δεν υπήρχε τίποτα. Η προσδοκία γέννησε την εμπειρία.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει με την ελληνική αριστερά. Συνεχίζει να μιλά σαν διωκόμενη μειονότητα ενώ έχει γίνει ένα από τα θεμέλια του συστήματος. Μετά το 1974 μπήκε στα πανεπιστήμια, στα συνδικάτα, στα ΜΜΕ, στη δημόσια διοίκηση. Άσκησε εξουσία, κυβέρνησε, μοίρασε χρήμα και προνόμια. Η ιστορική ουλή του Εμφυλίου και της δικτατορίας υπήρξε πραγματική. Σήμερα όμως χρησιμοποιείται ως ιδεολογικό μακιγιάζ. Κάθε κριτική είναι «αντικομμουνισμός». Κάθε μεταρρύθμιση είναι «νεοφιλελευθερισμός». Κάθε διαφωνία κρύβει «συμφέροντα».
Το μόνιμο αφήγημα θυματοποίησης έχει μετατραπεί σε προνόμιο. Απαλλάσσει την Aριστερά από την ευθύνη των πράξεών της. Όταν κυβερνά και αποτυγχάνει, πάντα φταίει το «σύστημα». Όταν επί δεκαετίες συγκυβερνά με τον κρατισμό, πάντα φταίνε «οι αγορές», «οι δανειστές», «η δεξιά». Η ουλή λειτουργεί σαν ασπίδα. Προστατεύει από την αυτοκριτική, όχι όμως από την πραγματικότητα.
Το βλέπουμε καθαρά στα πανεπιστήμια. Αριστερές παρατάξεις καταλαμβάνουν κτίρια, τραμπουκίζουν ομιλητές, εμποδίζουν μαθήματα. Κι όμως μιλούν διαρκώς ως οι «διωκόμενοι της γνώσης». Το βλέπουμε στα ΜΜΕ, όπου εκπρόσωποι της Aριστεράς εμφανίζονται καθημερινά στα πάνελ, την ίδια στιγμή που καταγγέλλουν «σκοτάδι ενημέρωσης». Το βλέπουμε στους δρόμους, όπου συνδικαλιστές του Δημοσίου μιλούν στο όνομα των «αδύναμων», ενώ στην πράξη υπερασπίζονται προνόμια κλειστών ομάδων.
Η ουλή που βλέπει η Aριστερά δεν είναι κοινωνική. Είναι ιδεολογική. Δεν αντέχει την ιδέα ότι μπορεί να υπάρχει ειλικρινής διαφωνία απέναντι στον κρατισμό, στους φόρους, στη συντεχνιακή λογική. Όποιος ζητά μικρότερο κράτος είναι «εχθρός του λαού». Όποιος μιλά για αξιολόγηση είναι «εχθρός των εργαζομένων». Όποιος υπερασπίζεται την ατομική ευθύνη είναι «φωνή της ελίτ». Όταν έχεις πειστεί ότι είσαι μόνιμο θύμα, δεν χρειάζεται να ακούς. Αρκεί να καταγγέλλεις.
Κι έτσι επιστρέφουμε στις δημοσκοπήσεις. Ο λόγος που η Aριστερά δεν καρπώνεται τη φθορά της κυβέρνησης είναι ακριβώς αυτός. Ενώ εκείνη είναι βέβαιη πως κουβαλά την ουλή, ο υπόλοιπος κόσμος δεν τη βλέπει. Βλέπει τη γκρίνια, τη μιζέρια και την έλλειψη αυτοπεποίθησης που χαρακτηρίζει όποιον υιοθετεί ως κυρίαρχο αφήγημα της ύπαρξής του τη θυματοποίηση. Η Aριστερά θεωρεί ότι προσφέρει αντίσταση και αξιοπρέπεια. Ο μέσος πολίτης βλέπει έναν χώρο κολλημένο στο παρελθόν, που αρνείται να αναλάβει ευθύνη και να μιλήσει για το μέλλον. Όσο η ουλή παραμένει στο μυαλό της, θα παραμένει και στο περιθώριο της εξουσίας.
