Η 25η Μαρτίου δεν είναι μόνο ημέρα μνήμης. Είναι ημέρα λογαριασμού. Μας υποχρεώνει να απαντήσουμε στο ερώτημα που συστηματικά αποφεύγουμε: τι κάναμε με την ελευθερία που μας παρέδωσαν οι ιδρυτές του ελληνικού κράτους; Την τιμήσαμε ή τη μετατρέψαμε σε τελετουργία, σε παρελάσεις, σε λόγια εύκολα και σε πατριωτισμό ακίνδυνο;
Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας δεν ήταν ένα ρομαντικό ξέσπασμα ενθουσιασμού. Ήταν φιλόδοξο πολιτικό σχέδιο. Οι πατέρες του Έθνους και οι ήρωες του ’21 δεν επαναστάτησαν μόνο για να φύγει ένας ξένος δυνάστης. Ήθελαν να ανατρέψουν την αυθαιρεσία και να εγκαθιδρύσουν την αρχή του νόμου. Ήθελαν οι Έλληνες να κυβερνώνται από νόμους και όχι από ανθρώπους. Αυτή είναι η ουσία της ελευθερίας. Όχι η αλλαγή σημαίας. Όχι η εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. Αλλά η υπαγωγή όλων, και πρώτα εκείνων που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας, σε κανόνες γενικούς, σταθερούς και δίκαιους.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πιο μεγάλη εκκρεμότητα του νεότερου ελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε την Επανάσταση ως εθνική ανάσταση, αλλά λησμονούμε την πιο αυστηρή της απαίτηση. Οι επαναστάτες ζητούσαν νομοκρατία. Αυτό που σήμερα λέμε κράτος δικαίου, αλλά που στην ελληνική πολιτική γλώσσα αποδίδεται ακριβέστερα ως η κυριαρχία του νόμου. Νομαρχία κατά τον Ανώνυμο Έλληνα. Η αρχή ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου και κανείς δεν δικαιούται να κυβερνά αυθαίρετα, όπως έκαναν οι βασιλείς, οι αυτοκράτορες, και τώρα κάνουν οι δικτάτορες.
Αυτό που είδαν οι επαναστάτες στη Δύση δεν ήταν απλώς στρατιωτική ή οικονομική ισχύς. Δεν ζήλεψαν τα μπαρόκ κτίρια, τους αναγεννησιακούς πίνακες, ή τα περίτεχνα ρούχα των κυριών στις αυλές των βασιλέων. Εμπνεύστηκαν από τη σταδιακή αντικατάσταση της τυραννίας από θεσμούς. Τη μετάβαση από την αυθαιρεσία στην ασφάλεια, από την αρπαγή στην ιδιοκτησία, από την υποταγή στην αξιοπρέπεια. Κατάλαβαν ότι η ελευθερία δεν είναι σύνθημα. Είναι θεσμική διαρρύθμιση. Θέλει δικαιοσύνη ανεξάρτητη, διοίκηση περιορισμένη, περιουσία προστατευμένη, εξουσία ελεγχόμενη.
Η μέρα μετά την 25η Μαρτίου είναι, λοιπόν, πιο σημαντική από την ίδια την επέτειο. Κατά τη διάρκεια της παρέλασης σχεδόν όλοι συμφωνούν. Στην καθημερινότητα αρχίζει η υποκρισία. Διότι μια χώρα που ανέχεται την πολυνομία, τη βραδύτητα της Δικαιοσύνης, την ατιμωρησία των ισχυρών, τη διοικητική ταπείνωση του πολίτη και την εχθρότητα απέναντι στην παραγωγή, δεν έχει εκπληρώσει το αίτημα του 1821. Το έχει απλώς κορνιζάρει.
Η Ελλάδα παραμένει δέσμια μιας αντιφιλελεύθερης συνήθειας. Εμπιστεύεται πρόσωπα αντί για κανόνες. Αναζητεί σωτήρες αντί για θεσμούς. Συγχωρεί την αυθαιρεσία όταν ασκείται από τους δικούς της. Έτσι όμως δεν χτίζεται ελεύθερη πολιτεία, απλά αναπαράγεται ο δεσποτισμός με κοινοβουλευτικό ένδυμα.
Το αληθινά πατριωτικό αίτημα σήμερα δεν είναι περισσότερο κράτος. Είναι λιγότερη αυθαιρεσία. Είναι κράτος προβλέψιμο, περιορισμένο και δεσμευμένο από τον νόμο. Κράτος που δεν αντιμετωπίζει τον πολίτη ως υπήκοο, τον επιχειρηματία ως ύποπτο και την ιδιοκτησία ως ηθικά ενοχλητική εξαίρεση. Χωρίς νομοκρατία, η δημοκρατία εκφυλίζεται σε πλειοψηφικό τσαμπουκά και η οικονομία σε σύστημα προνομίων.
Αν θέλουμε να τιμήσουμε πραγματικά την 25η Μαρτίου, οφείλουμε να συνεχίσουμε το ανολοκλήρωτο έργο της. Λιγότεροι και σαφέστεροι νόμοι σε καθεστώς πλήρους ισονομίας. Ταχύτερη Δικαιοσύνη. Διοίκηση που υπηρετεί και δεν εξουσιάζει. Θεσμοί που περιορίζουν τους κυβερνώντες. Αυτή είναι η ώριμη μορφή της εθνικής ανεξαρτησίας.
Η μέρα μετά την 25η Μαρτίου είναι η στιγμή της αλήθειας. Εκεί θα φανεί αν θέλουμε απλώς να θυμόμαστε την ελευθερία ή αν έχουμε το θάρρος να ζήσουμε επιτέλους σύμφωνα με αυτήν.
