Η «λίστα Έπσταϊν» δεν είναι ένας μαγικός κατάλογος ενόχων. Είναι κάτι πολύ πιο ενοχλητικό και πολύ πιο χρήσιμο: η σπάνια στιγμή που η βιτρίνα ράγισε και φάνηκε πώς λειτουργεί η τάξη των ελίτ - της πρόσβασης, του χρήματος και του κύρους - όταν κλείνουν οι πόρτες. Όχι ως θεωρία. Ως πρακτική. Και γι’ αυτό το θέμα δεν είναι ποιος εμφανίζεται σε ένα έγγραφο. Το θέμα είναι ότι, για μια φορά, οι «εκλεκτοί» πιάστηκαν με τα χέρια βουτηγμένα στο μέλι, όχι επειδή το σύστημα ξαφνικά εξαγνίστηκε, αλλά επειδή δεν μπόρεσε να κουκουλώσει τα πάντα.
Χρειάζεται, βέβαια, αυτοσυγκράτηση. Ο όρος «λίστα» χρησιμοποιείται χαλαρά για ένα μείγμα από καταθέσεις, ημερολόγια, επαφές, αρχεία πτήσεων, δικαστικά έγγραφα. Η αναφορά ενός ονόματος δεν ισοδυναμεί με ενοχή. Μπορεί να σημαίνει κοινωνική συναναστροφή, απλή επικοινωνία, ή τέλος πάντων οτιδήποτε άλλο από συμμετοχή στις παράνομες και αηδιαστικές πράξεις που έλαβαν χώρα στο νησί του Έπσταϊν. Αν τα ισοπεδώσουμε όλα, δεν υπηρετούμε τη δικαιοσύνη. Την υπονομεύουμε. Και χαρίζουμε στους ισχυρούς το τέλειο άλλοθι: αν η αντίδρασή μας είναι «υστερία» ή «λαϊκό δικαστήριο», θα απαντήσουν με περισσότερη φίμωση, με μεγαλύτερο έλεγχο του δημόσιου λόγου, και κατά συνέπεια με περισσότερη εξουσία στα ίδια χέρια τα χέρια τους.
Η ουσία βρίσκεται αλλού. Αυτό που ξεγυμνώνεται δεν είναι απλώς η παρακμή των σπουδαίων και ισχυρών. Είναι η μηχανική της ισχύος. Ο Έπσταϊν δεν έμοιαζε καθόλου με έναν τυχαίο εγκληματία. Ήταν κάτι σαν κόμβος. Ένας άνθρωπος που μπορούσε να αγοράζει σιωπές, να μοιράζει προσβάσεις, να ανοίγει πόρτες και, ταυτόχρονα, να στήνει παγίδες. Σε τέτοια δίκτυα η αμαρτία δεν μπορεί να παραμείνει ιδιωτική ντροπή. Γίνεται μέρος του συστήματος. Η εκμετάλλευση γυναικών και πιθανώς ανηλίκων δεν χρειάζεται μόνο διαστροφή. Χρειάζεται ασπίδα προστασίας. Χρειάζεται κύρος που να διώχνει τις υποψίες. Χρειάζεται ανθρώπους που «δεν ήξεραν», αλλά ήξεραν αρκετά ώστε να μην ρωτήσουν ποτέ. Χρειάζεται θεσμούς που κοιτάζουν αλλού, μέχρι να γίνει αδύνατο να συνεχίσουν να αδιαφορούν.
Κι εδώ χωράει ο κανόνας του Άκτον, όχι σαν ρητό για μπλουζάκια, αλλά σαν περιγραφή ενός κοινωνικού νόμου: «Η εξουσία τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.» Η εξουσία δεν διαφθείρει μόνο. Κάνει τη διαφθορά βιώσιμη. Ο μέσος άνθρωπος πληρώνει για τα λάθη του. Ο ισχυρός τα μετατρέπει σε προνόμιο. Ο νάρκισσος βαφτίζεται «οραματιστής». Ο απατεώνας «επενδυτής». Το αρπακτικό «φιλάνθρωπος». Και γύρω τους σχηματίζεται μια σύγχρονη αυλή που μοιράζει τίτλους, φωτογραφίες, προσκλήσεις και φιλανθρωπικές ταμπέλες. Έτσι χτίζεται η ατιμωρησία: όχι με μία πράξη, αλλά με χίλιες μικρές συνενοχές.
Η μεγάλη εικόνα, λοιπόν, δεν είναι το κουτσομπολιό. Είναι πολιτική. Σε μια σπάνια περίπτωση, οι ελίτ πιάστηκαν εκτεθειμένες. Και αυτό που βλέπουμε είναι ότι πολλοί από τους αυτοανακηρυγμένους παιδαγωγούς της κοινωνίας αποδείχθηκαν ανάξιοι του τίτλου τους. Όχι επειδή είναι «σαν όλους τους άλλους». Αυτό είναι το εύκολο άλλοθι. Αλλά επειδή, έχοντας ισχύ, την χρησιμοποίησαν για να κάνουν το ελάττωμα εκμετάλλευση, τη διαστροφή επιχείρηση, τη σιωπή νόμισμα.
Εδώ βρίσκεται και το μόνο πολιτικά χρήσιμο συμπέρασμα. Η εποχή μας μπορεί να είναι γεμάτη από ριζοσπάστες, αλλά ο ριζοσπαστισμός τους είναι άστοχος. Μπουχτίσαμε από φωνές που τσακώνονται για λέξεις, σύμβολα και τελετουργίες υπακοής, ενώ η πραγματική εξουσία, η εξουσία της πρόσβασης και της ατιμωρησίας, περνάει από δίπλα τους και γελάει. Αν οι σημερινοί «ριζοσπάστες» φιλελεύθεροι θέλουν να μοιάσουν στους προκατόχους τους, δεν έχουν να μιμηθούν την ηθικολογία. Έχουν να μιμηθούν την εξέγερση απέναντι στους ευγενείς.
Οι πρόγονοι του φιλελευθερισμού αμφισβήτησαν την ιερότητα των τίτλων. Περιόρισαν την αυθαιρεσία. Έδεσαν την εξουσία με νόμους. Σήμερα οι ευγενείς δεν φορούν στέμματα. Φορούν ιδρύματα, πάνελ, λογότυπα, επιτροπές ειδικών και μια μόνιμη διάθεση να διδάσκουν τους πολλούς. Η απάντηση δεν είναι το λιντσάρισμα και η υστερία. Είναι η διάλυση του μύθου ότι «το αξίωμα αγιάζει τον κάτοχό του» όπως προειδοποιούσε ο Άκτον λίγο μετά την περίφημη ρήση του. Είναι λιγότερη συγκεντρωμένη ισχύς, περισσότερη διαφάνεια, περισσότερη λογοδοσία, και ένα κράτος δικαίου που δεν υποκλίνεται σε χρήμα και κύρος. Μόνο έτσι η «λίστα Έπσταϊν» θα μείνει στην ιστορία όχι ως αφορμή για κακεντρέχεια, αλλά ως υπενθύμιση ότι καμία ελίτ δεν δικαιούται ασυλία.
