Αν ρωτήσεις δέκα Έλληνες αν πρέπει να ξοδέψουμε περισσότερα για την παιδεία, θα σου πουν δέκα «ναι». Το ερώτημα ακούγεται ηθικό. Σχεδόν απαγορεύεται να απαντήσεις αλλιώς. Μόνο που η παιδεία δεν βελτιώνεται με χρήματα αν το σύστημα είναι σαθρό. Βελτιώνεται με κίνητρα, λογοδοσία και επιλογή. Κι εδώ έρχεται μια φρέσκια αμερικανική μελέτη του ακαδημαϊκού Χρήστου Μακρίδη, δημοσιευμένη από το Reason Foundation στις 8 Ιανουαρίου 2026, να χαλάσει την άνετη συναίνεση.
Ο Μακρίδης δεν λέει ότι τα χρήματα δεν παίζουν ρόλο. Λέει ότι το σύστημα έχει τρόπο να καταπίνει χρήματα χωρίς να φτάνουν στην ουσία. Και η ουσία είναι ένας δάσκαλος μπροστά σε μαθητές, με σαφή στόχο, με λογοδοσία, με χώρο να δουλέψει, και με γονείς που μπορούν να απαιτήσουν αποτέλεσμα.
Τι παρατηρεί η μελέτη, σε απλά ελληνικά;
Πρώτον, όταν οι μαθητές μειώνονται, θα αναμέναμε οι ανάγκες σε προσωπικό να μειώνονται ή τουλάχιστον να μένουν σταθερές. Στις ΗΠΑ, σε πολλές περιοχές συνέβη το αντίθετο. Παρότι οι εγγραφές έπεφταν, το προσωπικό ανά μαθητή ανέβαινε αισθητά. Δηλαδή περισσότεροι υπάλληλοι για λιγότερα παιδιά.
Δεύτερον, αυτή η αύξηση δεν πήγε κυρίως στην τάξη. Πήγε εκτός τάξης. Η μελέτη δείχνει ότι με τα χρόνια το μη διδακτικό προσωπικό μεγάλωσε περισσότερο, μέχρι που έγινε η πλειοψηφία του συνολικού προσωπικού. Αυτό έχει τεράστια πολιτική σημασία. Γιατί ένα σύστημα που διογκώνει το «εκτός τάξης» προσωπικό μπορεί να παρουσιάζει την εικόνα επένδυσης στην παιδεία, ενώ στην πράξη επενδύει στη γραφειοκρατία.
Τρίτον, τα χρήματα δεν κατευθύνθηκαν εκεί όπου ο πολίτης νομίζει ότι κατευθύνονται. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών δεν αυξήθηκαν αντίστοιχα με τις δαπάνες ανά μαθητή, αλλά οι παροχές και το συνολικό κόστος προσωπικού ανεβαίνουν πολύ. Με απλά λόγια, το σύστημα γίνεται ακριβότερο, χωρίς καλύτερα αμειβόμενους δασκάλους και χωρίς ο μαθητής να παίρνει κατ’ ανάγκην καλύτερη εκπαίδευση.
Το σημαντικότερο εύρημα της μελέτης είναι ότι συνδέει αυτό το μοτίβο με τη δύναμη των εκπαιδευτικών συνδικάτων. Όχι με το αν οι δάσκαλοι είναι καλοί ή κακοί, αλλά με το πώς λειτουργεί ένας μηχανισμός όταν οι αποφάσεις για το προσωπικό και τους πόρους καθορίζονται περισσότερο από εσωτερικές ισορροπίες και λιγότερο από την πίεση του αποτελέσματος. Εκεί όπου τα σωματεία έχουν μεγαλύτερη θεσμική ισχύ, φαίνεται μεγαλύτερη τάση για «στελέχωση» της γραφειοκρατίας ακόμη κι όταν οι μαθητές λιγοστεύουν.
Αυτό είναι το νόημα της μελέτης. Δεν είναι ένας τεχνικός καβγάς για ποσοστά. Είναι μια προειδοποίηση: μπορείς να ξοδέψεις περισσότερα και να πάρεις λιγότερα, αν το χρήμα ακολουθεί το σύστημα και όχι τον μαθητή.
Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα;
Σημαίνει ότι το ελληνικό αίτημα «δώστε λεφτά στην παιδεία» πρέπει να αποκτήσει πειθαρχία. Αν ρίξεις χρήμα σε ένα μονοπώλιο χωρίς καθαρή μέτρηση αποτελέσματος, θα αγοράσεις κυρίως ησυχία. Θα αγοράσεις προσλήψεις που δεν μπαίνουν στην τάξη. Θα αγοράσεις δομές που αυτοσυντηρούνται. Και στο τέλος θα αναρωτιέσαι γιατί το παιδί σου συνεχίζει να χρειάζεται φροντιστήριο.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από μια ακόμη κραυγή υπέρ της χρηματοδότησης. Έχει ανάγκη από κανόνες που αναγκάζουν τη χρηματοδότηση να πιάνει τόπο. Δηλαδή διαφάνεια ανά σχολείο, αυτονομία στη σχολική μονάδα, αξιολόγηση με συνέπειες, και κυρίως επιλογές για τους γονείς ώστε το σχολείο να φοβάται την αδιαφορία, όχι να την οργανώνει.
Και εδώ είναι το πιο ενοχλητικό συμπέρασμα. Η δημόσια παιδεία δεν κινδυνεύει από την ελευθερία. Κινδυνεύει από την απουσία της. Γιατί χωρίς ελευθερία επιλογής, χωρίς ανταγωνισμό, χωρίς λογοδοσία, κάθε επιπλέον ευρώ γίνεται πριμ ακινησίας. Αυτή είναι η αμερικανική προειδοποίηση. Και αυτή είναι η ελληνική ευκαιρία, αν έχουμε το θάρρος να την ακούσουμε.
