Ανακατάληψη ατζέντας και πολιτικό MMA του Τραμπ

Η ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους, το περίφημο State of the Union, είναι το πιο αμερικανικό είδος πολιτικής τελετουργίας. Δεν είναι απλώς μια ετήσια ενημέρωση από τον πρόεδρο προς τις άλλες δύο εξουσίες. Είναι τελετή εξουσίας. Ο πρόεδρος στέκεται μπροστά σε ένα Κογκρέσο που τον χειροκροτεί, τον κρίνει, τον μισεί ή τον ανέχεται, και ταυτόχρονα μιλά σε ολόκληρη τη χώρα σαν να πρόκειται για δικαστήριο και έθνος μαζί. Ιστορικά, οι πρόεδροι το χρησιμοποίησαν ως πλατφόρμα για τρία πράγματα: να δείξουν ότι «κυβερνούν», να βάλουν την ατζέντα της χρονιάς και να κατασκευάσουν ένα αφήγημα ενότητας, έστω για λίγα λεπτά, έστω θεατρικά. Είναι το μέρος όπου ο ρεαλισμός συναντά την παράσταση και η πολιτική συναντά το τελετουργικό.

Γι’ αυτό και υπάρχει ένα άγραφο έθιμο που κρατά την αίθουσα όρθια, ακόμη κι όταν τα κόμματα σιχαίνονται το ένα το άλλο. Στις «κοινής λογικής» και πατριωτικές φράσεις χειροκροτούν και οι δύο πλευρές. Όχι, γιατί ξαφνικά συμφωνούν σε πολιτικές, αλλά γιατί η σκηνή απαιτεί μια ελάχιστη εθνική γλώσσα. Χειροκροτούν τους στρατιώτες. Τις σημαίες. Τα θύματα. Την ιδέα ότι οι πολίτες έχουν προτεραιότητα. Την προφανή καταδίκη του εγκλήματος. Τη δήλωση ότι η χώρα πρέπει να μείνει ενωμένη. Είναι μια μικρή, υποκριτική ειρήνη, αλλά λειτουργεί. Δείχνει στο κοινό ότι, κάτω από τη σύγκρουση, υπάρχει ακόμη ένα δάπεδο κοινών αξιών που δεν σπάει.

Αυτό ακριβώς το δάπεδο στόχευσε ο Τραμπ. Δεν πήγε να αποκαταστήσει την τελετή. Πήγε να την εκμεταλλευτεί. Ήξερε πως αν οι Δημοκρατικοί χειροκροτήσουν, τον νομιμοποιούν. Και ήξερε πως αν δεν χειροκροτήσουν στα αυτονόητα, θα φανούν παράλογοι, ψυχροί και αποκομμένοι από τον μέσο Αμερικανό. Έτσι έστησε την ομιλία σαν σειρά από παγίδες, όχι σαν πρόγραμμα. Έριχνε φράσεις που, υπό κανονικές συνθήκες, θα σήκωναν όλη την αίθουσα όρθια. Και περίμενε. Όχι για να ακούσει απάντηση, αλλά για να καταγράψει σιωπή. Ένα State of the Union, δηλαδή, όχι ως κάλεσμα ενότητας, αλλά ως μηχανή παραγωγής αντιπάλων που αυτογελοιοποιούνται σε ζωντανή μετάδοση.

Το κόλπο ήταν απλό, σχεδόν παιδικό. Έριξε μια φράση που δεν επιδέχεται εύκολα αντίλογο σε επίπεδο αρχής και τους κάλεσε να σταθούν. «Το πρώτο καθήκον της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να προστατεύει τους Αμερικανούς πολίτες, όχι τους παράνομους μετανάστες». Οι Ρεπουμπλικανοί σηκώθηκαν σαν χορωδία. Οι Δημοκρατικοί έμειναν καθιστοί. Όχι επειδή διαφωνούν ότι το κράτος οφείλει πρώτα να προστατεύει τους πολίτες του. Έμειναν καθιστοί επειδή φοβούνται την οργή του δικού τους ακροατηρίου, των ακτιβιστών, των ΜΚΟ, των χρηματοδοτών, των δημοσιογράφων που τους μετρούν την αρετή με χειρονομίες. Ο Τραμπ το έκανε εικόνα. Τους έκανε βίντεο. Και αυτή είναι σήμερα η πολιτική ουσία.

Η παγίδα δεν ήταν μόνο στο μεταναστευτικό. Ήταν η γενική δοκιμή ενός έργου όπου ο αντίπαλος αρνείται να χειροκροτήσει ακόμη και τα αυτονόητα, για να μη χαρίσει ούτε ένα δευτερόλεπτο νομιμοποίησης. Έτσι, οι Δημοκρατικοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν μια ακόμη φράση που έριξε επίτηδες ο Τραμπ σαν γάντι: «Μηδέν παράνομοι μετανάστες έχουν εισέλθει στις ΗΠΑ, αλλά θα επιτρέπουμε πάντα στους ανθρώπους να έρχονται νόμιμα». Δεν χρειάζεται να πιστέψεις τον αριθμό για να καταλάβεις το παιχνίδι. Ο Τραμπ τους ζητούσε να χειροκροτήσουν την ιδέα της νομιμότητας. Και εκείνοι προτίμησαν τη σιωπή, επειδή η βάση τους έχει μάθει να μισεί τη λέξη “νόμος” όταν αυτή μπαίνει ως προϋπόθεση. Στην Ελλάδα το λέμε καθαρά: ο νόμος τους χαλάει τη δουλειά. 

Μετά πέρασε στο μελόδραμα, το κλασικό αμερικανικό όπλο. Έφερε μια τραγωδία, ένα θύμα, ένα πρόσωπο στην εξέδρα. Μίλησε για την Ιρίνα Ζαρούτσκα και υποσχέθηκε δικαιοσύνη στη μητέρα της, περιγράφοντας τον τρόμο «στα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής της». Εκεί το Κογκρέσο δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με νομοσχέδιο. Χρειάζεται απλώς να κάνει το στοιχειώδες ανθρώπινο: να αναγνωρίσει τη θλίψη. Και πάλι, οι Δημοκρατικοί έμειναν παγωμένοι, επειδή ο Τραμπ είχε δέσει την ιστορία με την πολιτική του για το έγκλημα, την αποφυλάκιση, την επιβολή του νόμου. Δεν ήθελαν να χειροκροτήσουν ούτε τη μάνα, μήπως κατά λάθος χειροκροτήσουν την έννοια της ευθύνης που προέκυψε από ένα έγκλημα που διέπραξε αφροαμερικανός ενδεχομένως και με ρατσιστικά κίνητρα.

Ύστερα πέταξε και την υπερβολή για τη Μινεσότα και το σομαλικό στοιχείο, με έναν αστρονομικό αριθμό για «λεηλασία» δισεκατομμυρίων από τους φορολογούμενους. Εκεί ο Τραμπ ξαναέπαιξε το ίδιο έργο με άλλο σκηνικό. Δεν τους ζητούσε να επικροτήσουν μια εθνοτική στοχοποίηση. Τους προκαλούσε να υπερασπιστούν τους φορολογούμενους απέναντι σε απάτες και κακοδιαχείριση. Και επειδή εκείνοι φοβούνται να μιλήσουν για απάτη όταν το θέμα ακουμπά μειονότητες, προτίμησαν πάλι τη σιωπή, αφήνοντας τον Τραμπ να μονοπωλεί την αγανάκτηση του πολίτη που πληρώνει. Αυτό είναι το πραγματικό δώρο που του έδωσαν. Το μονοπώλιο του κοινού νου.

Το κλείσιμο ήταν σχεδόν κωμικό. Μίλησε για φορολογικές μειώσεις «για όλους» και τους κοίταξε σαν δάσκαλος που περιμένει να σηκώσουν το χέρι. Οι Δημοκρατικοί, όμως, έχουν χτίσει όλη τους την ταυτότητα πάνω στην επέκταση του κράτους και την αύξηση της φορολογίας.

Περισσότερα προγράμματα, περισσότερες επιδοτήσεις, περισσότερες «λύσεις» από την Ουάσιγκτον. Πώς να χειροκροτήσουν κάτι που μοιάζει, έστω και θεατρικά, με περιορισμό του θηρίου;

Ενόψει των πολύ δύσκολων εκλογών του Νοεμβρίου, ο Τραμπ έδωσε στο κόμμα του δύο τεράστια δώρα με την ομιλία του. Πρώτον, τους έβαλε ξανά στην επίθεση. Τους χάρισε κάτι που οι Ρεπουμπλικανοί είχαν σχεδόν ξεχάσει από τότε που ο Τραμπ ξεκίνησε τη θητεία του: πρωτοβουλία κινήσεων.

Δεν τους άφησε να σέρνονται πίσω από την ατζέντα των Δημοκρατικών, των δικαστηρίων, των κοινωνικών αναταραχών λόγω μεταναστευτική πολιτικής και των τηλεοπτικών πάνελ. Έστησε σκηνές όπου η σιωπή του αντιπάλου έμοιαζε με ομολογία, και κάθε καρέ έγινε προεκλογικό υλικό.

Τώρα δεν χρειάζεται να απολογούνται. Θα δείχνουν και θα λένε: αυτοί δεν χειροκρότησαν την προστασία των πολιτών, δεν χειροκρότησαν τη νομιμότητα, δεν χειροκρότησαν ούτε τη στοιχειώδη δικαιοσύνη για ένα θύμα. Η άμυνα πέρασε στους άλλους. Κι αυτό, σε μια κούρσα που κρίνεται στο συναίσθημα της ανασφάλειας και στην αίσθηση παρακμής, είναι μεγάλη υπόθεση πριν ανοίξουν οι κάλπες.

Δεύτερον, τους έδωσε πλατφόρμα να ανταγωνιστούν εκεί που πραγματικά κερδίζονται οι εκλογές. Όχι στα συνθήματα της ηθικής ανωτερότητας, αλλά στα “θέματα του ψωμιού”. Ασφάλεια, σύνορα, έγκλημα, φόροι. Δηλαδή το κράτος και τα όριά του. Εκεί οι Δημοκρατικοί έχουν πρόβλημα, γιατί η ιδεολογία τους απαιτεί πάντα περισσότερη ανοχή στην παραβατικότητα, περισσότερη δαπάνη, περισσότερες εξαιρέσεις, περισσότερη ατιμωρησία ντυμένη ως συμπόνια.

Ο Τραμπ, με μια ομιλία, έστησε το γήπεδο ώστε οι Ρεπουμπλικανοί να παίξουν στο δικό τους τερέν ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου: στον φορολογούμενο που πνίγεται, στον πολίτη που φοβάται, στον εργαζόμενο που βλέπει να ανταμείβεται η παραβίαση και να τιμωρείται η συμμόρφωση. Αυτό είναι το πραγματικό αποτύπωμα της βραδιάς. Δεν ήταν μια παράσταση. Ήταν πολιτικό MMA, που κατέληξε σε μια εντυπωσιακή ανακατάληψη ατζέντας.