Η Σώτη Τριανταφύλλου, με το βιβλίο Φασισμός, Ιστορία μιας ιδεολογίας (εκδ. Εκδόσεις Πατάκης, 368 σελ.), παραδίδει ένα έργο πολιτικής αυτογνωσίας που υπερβαίνει τα όρια μιας απλής ιστορικής καταγραφής. Πρόκειται για μια συστηματική χαρτογράφηση του φασισμού ως ιδεολογικού μορφώματος, ως ψυχολογικής διάθεσης, ως κοινωνικού πειρασμού. Η συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα με καθαρότητα σκέψης και μεθοδικότητα, εξετάζοντας τις ρίζες, τις μεταμορφώσεις και την επιβίωση μιας ιδεολογίας που σημάδεψε τον 20ό αιώνα και εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον 21ο.
Από τις απαρχές του ιταλικού φασισμού έως τις μεταγενέστερες εκδοχές του αυταρχικού εθνικισμού, το βιβλίο αναλύει τη σύνθετη φύση του φαινομένου. Ο φασισμός παρουσιάζεται ως κράμα εθνικισμού, λαϊκισμού, μιλιταριστικής αισθητικής, μύθου της παρακμής και λατρείας της βίας. Η Τριανταφύλλου επιμένει στη δυναμική των ιδεών: ο φασισμός γεννιέται μέσα σε κοινωνίες που βιώνουν κρίση ταυτότητας, πολιτική αστάθεια, φόβο για το μέλλον. Η ιδεολογία αυτή αντλεί δύναμη από την αίσθηση ταπείνωσης και από την υπόσχεση μιας συλλογικής αναγέννησης. Ο μύθος της εθνικής ανόρθωσης λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός, προσφέροντας απλοϊκές απαντήσεις σε σύνθετα ερωτήματα.
Η ανάλυση εκτείνεται πέρα από τη στενή ιστορική περίοδο του Μεσοπολέμου. Η συγγραφέας διερευνά τον τρόπο με τον οποίο φασιστικά μοτίβα επιβιώνουν σε ποικίλα πολιτικά περιβάλλοντα. Ο αυταρχισμός, η περιφρόνηση προς τον φιλελευθερισμό, η ρητορική της «λαϊκής βούλησης» ως υπέρτατου κριτηρίου, η εχθρότητα προς τον πλουραλισμό, συνθέτουν ένα σύνολο στάσεων που επανεμφανίζονται με νέα προσωπεία. Η Τριανταφύλλου αναδεικνύει την ευκολία με την οποία οι κοινωνίες υιοθετούν αφηγήματα περί καθαρότητας, τάξης και εθνικής ενότητας, ιδίως σε περιόδους ανασφάλειας.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αποδόμηση της σύγχυσης γύρω από τον όρο «φασισμός». Στον δημόσιο λόγο, ο όρος συχνά μετατρέπεται σε γενικό αφορισμό, σε ετικέτα που επιστρατεύεται για να στιγματίσει κάθε μορφή πολιτικής διαφωνίας. Το βιβλίο επαναφέρει την εννοιολογική του ακρίβεια. Ο φασισμός διαθέτει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: ολοκληρωτική αντίληψη του κράτους, περιφρόνηση προς τις ατομικές ελευθερίες, οργανική σύλληψη του έθνους, εξύψωση της βίας ως δημιουργικής δύναμης. Αυτή η σαφήνεια επιτρέπει στον αναγνώστη να διακρίνει την ιστορική ιδεολογία από τη ρητορική κατάχρηση.
Το ύφος της μελέτης συνδυάζει επιστημονική τεκμηρίωση και αφηγηματική ροή. Η επιχειρηματολογία δομείται με συνέπεια, ενώ τα ιστορικά παραδείγματα εντάσσονται οργανικά στο θεωρητικό πλαίσιο. Η συγγραφέας επιδεικνύει ευρύτητα αναφορών και συνδυάζει πολιτική θεωρία, κοινωνιολογία και ιστορία των ιδεών. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο προσβάσιμο και ταυτόχρονα απαιτητικό.
Κεντρικό άξονα αποτελεί η διερεύνηση της σχέσης φασισμού και μοντερνικότητας. Ο φασισμός παρουσιάζεται ως τέκνο της νεωτερικότητας, ως αντίδραση στην κρίση του φιλελεύθερου κράτους και στην αποσύνθεση των παραδοσιακών βεβαιοτήτων. Η ιδεολογία αυτή αντλεί από τον ρομαντικό μύθο, από τον αντιδιαφωτισμό, από την επιθυμία για ενότητα και πειθαρχία. Παράλληλα, αξιοποιεί σύγχρονες τεχνικές προπαγάνδας και μαζικής κινητοποίησης. Η διττή αυτή φύση εξηγεί την ελκυστικότητά του σε κοινωνίες που αναζητούν σταθερότητα μέσα στην αναταραχή.
Το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα σε ένα περιβάλλον όπου ο λαϊκισμός και ο εθνοκεντρικός λόγος κερδίζουν έδαφος. Η Τριανταφύλλου επισημαίνει τον κίνδυνο της σταδιακής διολίσθησης προς αυταρχικές πρακτικές, όταν ο δημόσιος διάλογος εμποτίζεται από μανιχαϊκές αντιλήψεις και όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε ηθική εξόντωση του αντιπάλου. Ο φασισμός, ως πειρασμός, εμφανίζεται σε στιγμές όπου η δημοκρατία κουράζει και η πολυφωνία προκαλεί δυσφορία.
Στο βάθος του βιβλίου διακρίνεται μια υπεράσπιση του φιλελεύθερου δημοκρατικού πλαισίου. Η συγγραφέας υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία προϋποθέτει θεσμούς, σεβασμό στις μειονότητες, ανοχή στην αμφισημία. Ο φασισμός, αντίθετα, τρέφεται από τις βεβαιότητες και από τη λατρεία της ισχύος. Η αντιπαράθεση αυτή διατρέχει ολόκληρο το έργο, λειτουργώντας ως νήμα που ενώνει την ιστορική ανάλυση με τη σύγχρονη προβληματική.
Η αξία του βιβλίου έγκειται στην ικανότητά του να αποφεύγει τον διδακτισμό και την καταγγελτική υπερβολή. Η Τριανταφύλλου επιλέγει τη νηφάλια αποτίμηση, τη σαφήνεια των όρων, την αναλυτική ακρίβεια. Η στάση αυτή προσδίδει κύρος στο επιχείρημα και επιτρέπει στον αναγνώστη να διαμορφώσει προσωπική κρίση. Η ανάγνωση λειτουργεί ως άσκηση πολιτικής παιδείας.
Σε μια εποχή όπου η ιστορική μνήμη συρρικνώνεται και οι ιδεολογικές ταμπέλες κυκλοφορούν με ευκολία, το Φασισμός, Ιστορία μιας ιδεολογίας προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Η μελέτη της Τριανταφύλλου φωτίζει την ιδεολογία αυτή όχι ως μακρινό παρελθόν, αλλά ως διαρκή παρουσία που ελλοχεύει σε περιόδους κρίσης. Το βιβλίο διαβάζεται ως υπενθύμιση της ευθύνης που συνοδεύει τη δημοκρατική ελευθερία και ως πρόσκληση σε διαρκή εγρήγορση.
* Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας.
