Το μόνο σίγουρο σήμερα, όχι μόνο για τις αγορές αλλά και γενικότερα για την παγκόσμια οικονομία, τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τη διεθνή πολιτική σκηνή είναι ότι δεν… θα βαρεθούμε. Όλα αλλάζουν, όλα ανατρέπονται και συνεχώς συμβαίνει κάτι καινούριο, ανοίγει μία νέα εστία αβεβαιότητας και αναδύεται κάποιο νέο πεδίο αντιπαράθεσης.
Με τον S&P 500 να παραμένει σε τροχιά ρεκόρ, απέχοντας μόλις 1% από τα ιστορικά υψηλά του Ιανουαρίου, αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό που ζητούν οι αγορές αυτό είναι η σταθερότητα. Διότι έτσι οι επενδυτές και οι αναλυτές μπορούν να κάνουν τους απαιτούμενους υπολογισμούς, να προβλέπουν έως ένα βαθμό την τάση και να συνεχίζεται μία κάποια χρηματιστηριακή «ομαλότητα».
Ε, λοιπόν, στην παρούσα φάση βιώνουμε ακριβώς το αντίθετο της σταθερότητας και της ομαλότητας. Για του λόγου το αληθές, τις τελευταίες ημέρες προέκυψαν δύο νέοι πονοκέφαλοι για τους επενδυτές ή αν θέλετε δύο νέοι «άγνωστοι Χ».
Ο ένας είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει στην ουσία τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ. Το Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει την εξουσία να αξιοποιήσει ένα νόμο του 1977, τον International Emergency Economic Powers Act (IEEPA), ως δικαιολογία για την επιβολή δασμών σε μία σειρά παγκόσμιων εμπορικών εταίρων.
Ο Τραμπ απάντησε στο Δικαστήριο επιβάλλοντας παγκόσμιο δασμό 10% που αφορά στις εισαγωγές από όλες τις χώρες. Επικαλέστηκε μάλιστα για πρώτη φορά το άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον Πρόεδρο να επιβάλει δασμούς έως και 15% για 150 ημέρες, χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου.
Ο δεύτερος «άγνωστος Χ» αφορά στον κίνδυνο σύγκρουσης Ιράν-ΗΠΑ, με ξένα δημοσιεύματα να κάνουν λόγο για προχωρημένα σχέδια των ΗΠΑ και τον Τραμπ να δηλώνει ότι εξετάζει περιορισμένο χτύπημα στο Ιράν. Ας ξεκινήσουμε από την ετυμηγορία-βόμβα του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, μία εξέλιξη που φέρνει ανατροπές στην οικονομική πολιτική του Τραμπ, της οποίας σήμα κατατεθέν ήταν οι δασμοί.
Να πούμε αρχικά ότι δεν πλήττονται οι δασμοί που έχουν επιβληθεί σε συγκεκριμένους κλάδους. Από κει και πέρα, είναι εύλογο να αναρωτιούνται οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές τι θα γίνει με τα χρήματα που έχουν πληρωθεί στην αμερικανική κυβέρνηση μέσω των δασμών που «ακυρώνονται».
Αν και το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποφασίζει να γίνουν επιστροφές πληρωμών, αναλυτές εκτιμούν ότι η ετυμηγορία του οδηγεί σε μία διαδικασία που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα κύμα απαιτήσεων από επιχειρήσεις που θα ζητούν επιστροφές ύψους έως και 175 δισ. δολαρίων. Πώς θα καταβληθούν οι όποιες επιστροφές, πότε και σε ποιους;
Γίνεται αντιληπτό ότι για μία ακόμα φορά η αβεβαιότητα επιφέρει πλήγμα στο κλίμα. Ωστόσο, η αντίδραση των επενδυτών μέχρι στιγμής, κυρίως όπως αυτή αντανακλάται στις διακυμάνσεις του δολαρίου και των ομολόγων, δείχνει ότι εκλαμβάνουν την απόφαση του δικαστηρίου ως ένα προσωρινό εμπόδιο για τον Τραμπ.
Σύμφωνα με την Evercore ISI, το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν προσφέρει κάποια κατεύθυνση σε ό,τι αφορά τις επιστροφές, καθιστά τη διαδικασία χαοτική. Και αυτό γιατί θα χρειαστούν μήνες για να ξεκαθαρίσουν τα ποσά και οι δικαιούχοι, με τους αναλυτές της Evercore να κάνουν λόγο για γραφειοκρατικό κυκεώνα. Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι η νομική διαδικασία για τις επιστροφές χρημάτων μπορεί να πάρει και πέντε χρόνια.
Για τον κίνδυνο νέας ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή, αυτή τη φορά μέσω αμερικανικού χτυπήματος κατά του Ιράν, τα πράγματα είναι εξαιρετικά περίπλοκα. Οποιοδήποτε χτύπημα θα μπορούσε να προκαλέσει μεγάλες και αλυσιδωτές αντιδράσεις, ένα επικίνδυνο ντόμινο απρόβλεπτων συνεπειών. Ειδικά αν το πρώτο χτύπημα των ΗΠΑ οδηγήσει σε γενίκευση της σύγκρουσης, με το Ιράν για παράδειγμα να πλήττει αμερικανικές βάσεις σε γειτονικές χώρες και την Ουάσιγκτον να απαντά.
Οι αγορές δεν προεξοφλούν εύκολα τους γεωπολιτικούς κινδύνους αλλά θα το κάνουν και μάλιστα με ορμή, όταν συμβεί κάποιο επεισόδιο. Το πιο ευνοϊκό για τις ΗΠΑ και ενδεχομένως για τις αγορές σενάριο θέλει την Ουάσιγκτον να προχωρά σε στοχευμένα πλήγματα και περιορισμένες απώλειες που εντέλει θα φέρουν πολιτική αλλαγή. Ένα άλλο σενάριο που δεν θα προκαλούσε μεγάλη αναταραχή στα χρηματιστήρια είναι η επιβίωση του υφιστάμενου καθεστώτος στο Ιράν αλλά ταυτόχρονα ο περιορισμός της ισχύος τους.
Αναταράξεις στις αγορές θα προκαλούσε η γενίκευση της σύγκρουσης, με το Ιράν να προχωρά σε αντίποινα κατά αμερικανικών βάσεων σε χώρες όπως το Κατάρ και το Μπαχρέιν ή κατά υποδομών χωρών όπως το Ισραήλ και η Ιορδανία.
Το πιο δυσμενές σενάριο αυτή τη στιγμή για τις αγορές θα ήταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μία εξέλιξη που «παίζει» κάθε φορά που κλιμακώνεται η ένταση μεταξύ Ιράν-ΗΠΑ. Από τα Στενά διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και μεγάλο μέρος του LNG, κυρίως από το Κατάρ.
Αν τα Στενά κλείσουν, οι επιπτώσεις για το παγκόσμιο εμπόριο και τις τιμές του πετρελαίου θα είναι άμεσες, ωστόσο αμφισβητείται η δυνατότητα του Ιράν να προχωρήσει σε μία τέτοια κίνηση καθώς στην περιοχή υπάρχει πλέον ισχυρή ναυτική παρουσία των ΗΠΑ και συμμάχων τους. Αναλυτές είχαν προβλέψει πέρσι ότι οι τιμές του Brent θα μπορούσαν να ξεπεράσουν ακόμα και τα 120 δολάρια στο δυσμενές σενάριο, ενώ παραδοσιακά οι μεγάλες γεωπολιτικές αναταράξεις πυροδοτούν χρηματιστηριακή διόρθωση έως 15%-20%.
