Η Αυγούστα Ευδοκία και ο φαουστικός μύθος πριν από τον Φάουστ
Αυγούστας Ευδοκίας, Βίος Κυπριανού, εισαγωγή – μετάφραση- σχόλια Άννα Γρίβα – Μάρκος Δενδρινός, εκδ. Αρμός σελ.142
Η Αιλία Ευδοκία ανήκει σε εκείνες τις σπάνιες μορφές όπου η πολιτική ισχύς και η ποιητική φαντασία συνυπάρχουν με δημιουργική ένταση. Κόρη του Αθηναίου ρήτορα Λεοντίου, φορέας υψηλής ελληνικής παιδείας, σύζυγος του Θεοδόσιου Β΄, μεταφέρει στο κέντρο της αυτοκρατορικής εξουσίας την παράδοση της κλασικής ρητορικής και την ενοποιεί με τον αναδυόμενο χριστιανικό λόγο.
Ο Βίος Κυπριανού αποτελεί κορυφαίο δείγμα αυτής της σύνθεσης. Το έργο, γραμμένο σε δακτυλικό εξάμετρο, εγγράφεται στην παράδοση της επικής ποίησης και ταυτόχρονα εισάγει ένα δραματικό, σχεδόν μυθιστορηματικό βάθος. Η Ευδοκία αξιοποιεί την τεχνική του έπους για να αφηγηθεί μια ιστορία πνευματικής μεταμόρφωσης: από την τελετουργική γνώση και τη μαγική ισχύ προς τη μυστική ένωση με το θείο.
Ο Κυπριανός, μορφή που αντλεί από την αγιολογική παράδοση των Κυπριανού και Ιουστίνης, παρουσιάζεται ως γνώστης των δαιμονικών δυνάμεων, τελετουργός της μαγείας, ερευνητής του αοράτου. Η σύγκρουσή του με την Ιουστίνη οδηγεί σε υπαρξιακή ρήξη: η δύναμη που ασκούσε επάνω στα πνεύματα αποδεικνύεται ασθενής απέναντι στην πνευματική καθαρότητα.
Στο σημείο αυτό αναδύεται μια εντυπωσιακή λογοτεχνική τομή. Ο ήρωας που επικαλείται δαίμονες και συνομιλεί με τον Σατανά, αποκτά χαρακτηριστικά που θυμίζουν την ευρωπαϊκή φαουστική παράδοση. Πριν ακόμη από τα λαϊκά γερμανικά Faustbücher και αιώνες πριν από τον Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, η Ευδοκία επεξεργάζεται την εικόνα του ανθρώπου που αναζητεί γνώση πέρα από τα όρια της φύσης.
Στον Φάουστ του Γκαίτε η γνώση οδηγεί σε σύμβαση με τον Μεφιστοφελή. Στον Βίο Κυπριανού η γνώση καταλήγει σε κατάρρευση της μαγικής αυτάρκειας και σε μεταστροφή. Εδώ η συμφωνία με το κακό διαλύεται μέσα στην θεολογική αποκάλυψη. Η πλοκή αποκτά δραματική ένταση: διάλογοι με δαίμονες, σκηνές πειρασμού, αποκαλύψεις για την ιεραρχία του σκότους. Το έργο κινείται σε ζώνη όπου η θεολογία συναντά το φαντασιακό.
Η παιδεία της Ευδοκίας, πηγάζει από τον Όμηρο, τους τραγικούς και την φιλοσοφία, και επιτρέπει την εισαγωγή κοσμολογικών ερωτημάτων στο αγιολογικό αφήγημα. Ο κόσμος των δαιμόνων αποκτά δομή, ιεραρχία, σχεδόν οντολογική υφή. Η πτώση και η άνοδος λειτουργούν ως δραματικοί άξονες. Η μαγεία εμφανίζεται ως παραμορφωμένη μορφή γνώσης, ενώ η αλήθεια αποκαλύπτεται ως υπέρβαση.
Η ποιητική της τεχνική διατηρεί έντονα ομηρικά μοτίβα: επίθετα, επικές περιγραφές, ρυθμική μεγαλοπρέπεια. Ταυτόχρονα, η αφήγηση διαθέτει εσωτερικό ρυθμό που παραπέμπει σε θεατρικό λόγο. Ο αναγνώστης βιώνει σκηνές, συγκρούσεις, εσωτερικές μεταβολές. Το κείμενο λειτουργεί ως λογοτεχνικό σώμα και όχι ως απλή εκκλησιαστική διήγηση.
Η ποιήτρια Αυγούστα στέκεται σε ένα σταυροδρόμι εποχών. Στο πρόσωπό της συναντιέται η ύστερη αρχαιότητα με τον αναδυόμενο χριστιανικό κόσμο, η ρητορική παιδεία της Αθήνας με την πνευματική ακτινοβολία της Ιερουσαλήμ. Η διαδρομή της μοιάζει με εσωτερικό ταξίδι ενός πολιτισμού που αλλάζει μορφή χωρίς να απαρνείται τη μνήμη του. Στους στίχους της, η ελληνική γλώσσα διατηρεί το επικό της μεγαλείο, η βιβλική παράδοση εισχωρεί στον ρυθμό του εξάμετρου, και η φιλοσοφική σκέψη προσδίδει βάθος και εσωτερική ένταση. Έτσι διαμορφώνεται ένα πεδίο όπου οι κόσμοι συνυπάρχουν και μετασχηματίζονται.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Βίος Κυπριανού αποκτά βαρύτητα που υπερβαίνει τα όρια μιας αγιολογικής αφήγησης. Η ιστορία της μεταστροφής του μάγου σε άγιο αποκτά θεολογικό παλμό, καθώς η πτώση και η άνοδος λειτουργούν ως πορεία καθαρμού και φωτισμού. Ταυτόχρονα, η αφήγηση εκτυλίσσεται με ρυθμό επικού δράματος: σκηνές αντιπαράθεσης, διάλογοι με δαίμονες, εσωτερικές ρήξεις, εικόνες που θα μπορούσαν να σταθούν σε θεατρική σκηνή. Και πέρα από αυτά, το κείμενο προβάλλει ως πρόδρομη μορφή ενός μύθου που αργότερα θα διατρέξει την ευρωπαϊκή φαντασία: την ιστορία του ανθρώπου που αγγίζει το σκοτάδι αναζητώντας γνώση και επιστρέφει μεταμορφωμένος.
Η σύγχρονη επιμέλεια από την Άννα Γρίβα και τον Μάρκο Δενδρινό επιτρέπει σε αυτή τη σύνθετη φυσιογνωμία να αναδειχθεί με καθαρότητα. Η εκτενής εισαγωγή τοποθετεί την Ευδοκία στο ιστορικό της περιβάλλον, ανασυνθέτει τα θεολογικά ρεύματα και το λογοτεχνικό πλαίσιο της εποχής, ενώ τα σχόλια φωτίζουν τις γέφυρες προς την αρχαία γραμματεία και προς τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή παράδοση. Ο αναγνώστης αισθάνεται ότι παρακολουθεί μια διαδρομή όπου η αυτοκρατορική εμπειρία, η ποιητική τέχνη και η πνευματική αναζήτηση συμπλέκονται σε ενιαίο σώμα λόγου.
Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας
