Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα
Το βλέμμα στο ράφι

Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα

Όσο ο δικτάτορας τρώει...

Witold Szablowski, Μαγειρεύοντας για έναν Δικτάτορα, μτφρ. Μπεάτα Ζουλκιέβιτς, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ 344

Στο Μαγειρεύοντας για έναν Δικτάτορα, ο Πολωνός δημοσιογράφος και συγγραφέας, Witold Szablowski προχωρά σε μια ριψοκίνδυνη επιλογή: ταξιδεύοντας μέσα σε τρία χρόνια σε τέσσερεις ηπείρους αφηγείται τον εικοστό αιώνα της βίας και των αυταρχικών καθεστώτων μέσα από ανθρώπους που έζησαν σε άμεση εγγύτητα με την εξουσία. Πρόκειται για πρόσωπα που δεν αποφάσιζαν, αλλά στήριζαν έμπρακτα την καθημερινή λειτουργία της. Ανθρώπους που εργάστηκαν δίπλα στους δικτάτορες, φροντίζοντας το σώμα τους, τη διατροφή τους, τη ρουτίνα τους, και οι οποίοι, ακριβώς γι’ αυτό, δεν μπορούν να αποστασιοποιηθούν εύκολα από την ιστορική ευθύνη της παρουσίας τους.

Η κουζίνα, σ’ αυτό το βιβλίο, λειτουργεί ως θεσμός. Αποτελεί χώρο εργασίας, άγχους, σιωπής και τεχνικής ακρίβειας. Κυρίως όμως αποτελεί τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο το καθεστώς επιβεβαιώνει την καθημερινή του συνέχεια. Όσο ο δικτάτορας τρώει, η εξουσία παραμένει σε κίνηση και ο κόσμος γύρω της, όσο αποσαθρωμένος κι αν είναι, εξακολουθεί να υπακούει σε έναν ρυθμό κανονικότητας.

Οι χάρτες και τα σύντομα γεωγραφικά προλογικά σημειώματα λειτουργούν ως οργανικό μέρος της αφήγησης. Από τις πρώτες σελίδες χαράσσουν έναν σαφή άξονα ανάγνωσης: η βία εγγράφεται πάντα σε συγκεκριμένο χώρο. Αβάνα, Τίρανα, Πνομ Πεν, Καμπάλα, Βαγδάτη. Ονόματα πόλεων που παραπέμπουν σε κουζίνες, διαδρομές, αγορές, καθημερινές κινήσεις, οσμές και υλικά. Η εξουσία αποκτά υλικό σώμα και γεωγραφικό βάρος.

Η δομή του βιβλίου, οργανωμένη σε πρωινό, κολατσιό, μεσημεριανό, βραδινό και επιδόρπιο, συγκροτεί ένα ειρωνικό σχήμα υψηλής ακρίβειας. Η Ιστορία εμφανίζεται κατανεμημένη σε μερίδες, σερβιρισμένη σε διαδοχικά γεύματα. Κάθε ενότητα αντιστοιχεί σε έναν ιδιαίτερο τρόπο άσκησης εξουσίας και αποκαλύπτει μια διαφορετική όψη της σχέσης ανάμεσα στη βία και την καθημερινή της διαχείριση.

Οι αφηγητές του Szablowski χρησιμοποιούν τη γλώσσα της εργασίας. Μιλούν μέσα από συνταγές, τεχνικές, ωράρια, εντάσεις, θυμούς και σιωπές. Η μαγείρισσα του Πολ Ποτ, όταν αναφέρεται στον «πράο αδελφό Στρύπα», καταθέτει μια εμπειρία εγγύτητας. Η αφήγησή της αποτυπώνει όσα είδε και όσα ένιωσε μέσα στον χώρο που ζούσε και εργαζόταν καθημερινά.

Σε αυτό ακριβώς συγκεντρώνεται η ηθική ένταση του βιβλίου. Ο Szablowski παραχωρεί πλήρως τον λόγο στους αφηγητές του και διαμορφώνει ένα πεδίο όπου η μνήμη εκτίθεται όπως πραγματικά έχει αφομοιωθεί. Η αφήγηση εξελίσσεται χωρίς εξωτερικές διορθώσεις, αφήνοντας την εμπειρία να εμφανιστεί με τις επιλογές της, τις άμυνές της και τις παραμορφώσεις της. Έτσι, το βάρος της κρίσης μεταφέρεται στον αναγνώστη, ο οποίος καλείται να σταθεί απέναντι στη μνήμη ως ιστορικό γεγονός.

Το πραγματικό βάθος του βιβλίου συγκεντρώνεται στο επίμετρο. Εκεί ο συγγραφέας ανοίγει το εργαστήριο της έρευνάς του και εκθέτει τις δυσκολίες της αναζήτησης, τα κενά των πηγών, τις αντιφάσεις των μαρτυριών και τις αποστάσεις από την καταγεγραμμένη Ιστορία. Το επίμετρο λειτουργεί ως χώρος διαφάνειας και ευθύνης, όπου η αφήγηση αποκαλύπτει τις συνθήκες της παραγωγής της.

Οι μαρτυρίες συχνά συγκρούονται με ιστορικά δεδομένα, οι μάγειρες ανακαλούν το παρελθόν (μέσα από τα όρια της αντοχής τους...) και η αλήθεια εμφανίζεται ως εύθραυστο, ενίοτε απροσδιόριστο μέγεθος. Παρ’ όλα αυτά, ο Szablowski θεμελιώνει την αφήγησή του πάνω στην εμπιστοσύνη. Η επιλογή αυτή συγκροτεί μια σαφή μεθοδολογική θέση: η μνήμη συνιστά ιστορικό γεγονός, με όλες τις στρεβλώσεις, τις ελλείψεις και τις μετατοπίσεις της. Η φράση-κλειδί του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς εδώ: «Πρέπει να εμπιστευτούμε τους μάγειρες, όπως ακριβώς τους εμπιστευόμαστε όταν μας μαγειρεύουν.»

Η πρόταση αυτή μετατοπίζει ριζικά τη θέση του αναγνώστη. Η ανάγνωση παύει να αποτελεί ασφαλή παρατήρηση από απόσταση και μετατρέπεται σε εμπλοκή. Ο αναγνώστης εισέρχεται στον χώρο της ευθύνης και αναλαμβάνει το βάρος της συνενοχής που συνεπάγεται κάθε πράξη εμπιστοσύνης.

Ο Szablowski προσεγγίζει τους δικτάτορες ως ενεργά παρόντα στοιχεία του σύγχρονου κόσμου. Το δηλώνει με σαφήνεια: σε μιαν εποχή όπου, σύμφωνα με τη Freedom House, δεκάδες χώρες κυβερνώνται από αυταρχικά καθεστώτα, η κατανόηση της εγγύτητας με την εξουσία αποκτά άμεση πολιτική σημασία. Το βιβλίο τοποθετείται στο παρόν και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία οργανώνει τις σχέσεις γύρω της, αξιοποιώντας ανθρώπους που τη πλαισιώνουν μέσα από την καθημερινή τους εργασία.

Η αφήγηση ακολουθεί χαμηλόφωνη αλλά διαβρωτική διαδρομή. Η έντασή της προκύπτει από την ακρίβεια της παρατήρησης και την εμμονή στη λεπτομέρεια. Το κακό παρουσιάζεται ως σύστημα που στηρίζεται στον επαγγελματισμό, στην προσαρμοστικότητα και στην ανθρώπινη ανάγκη για κανονικότητα. Μέσα από αυτήν την οπτική, η εξουσία αποκαλύπτεται ως μηχανισμός που επιβιώνει επειδή ενσωματώνεται ομαλά στην καθημερινή ζωή.

Η μεγαλύτερη αρετή του Μαγειρεύοντας για έναν Δικτάτορα ταυτίζεται με το όριό του. Η επιλογή να παρουσιαστούν οι μαρτυρίες χωρίς ωραιοποιήσεις εκθέτει τον αναγνώστη. Ορισμένες αφηγήσεις απαιτούν ιστορικό αντίβαρο, ορισμένες σιωπές αποκτούν βάρος σχεδόν δυσβάσταχτο. Αυτή ακριβώς η έκθεση συγκροτεί μια συνειδητή ηθική στάση. Το βιβλίο αναλαμβάνει το ρίσκο της αμφισημίας και μεταφέρει την ευθύνη της κρίσης σε εκείνον που διαβάζει. Η αφήγηση οργανώνεται γύρω από ένα θεμελιώδες ερώτημα και το αφήνει ανοιχτό. Ο αναγνώστης καλείται να σταθεί μόνος απέναντί του, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς ασφαλείς διαδρομές σκέψης.

Το Μαγειρεύοντας για έναν Δικτάτορα είναι μια μελέτη για τον τρόπο με τον οποίο το κακό κατοικεί στην καθημερινότητα. Εξετάζει πώς η εξουσία βρίσκει ανθρώπους έτοιμους να τη στηρίξουν μέσα από εργασία, δεξιότητα και προσαρμογή, μετατρέποντας τη βία σε λειτουργικό σύστημα ζωής. Υπό αυτό το πρίσμα, η τελευταία πρόσκληση του συγγραφέα -«μαχαίρια και πιρούνια στα χέρια, πετσέτες στα γόνατα»- αποκτά χαρακτήρα τελετουργικό και απειλητικό. Η εικόνα παραπέμπει σε συμμετοχή και όχι σε παρατήρηση. Το ερώτημα που απομένει αφορά τη συνθήκη της συνέχειας. Τη δυνατότητα της εξουσίας να επιβιώνει μέσα από ανθρώπους που εξασφαλίζουν την καθημερινή της κανονικότητα.


*Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας