Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα
Το βλέμμα στο ράφι

Προτάσεις για όσα διαβάζονται σήμερα

Η εγχώρια υπαρξιακή θέα από την αθέατη πλευρά της Ιστορίας

Βασίλη Γκουρογιάννη, Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 256 

Το νέο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη λειτουργεί σαν μηχανισμός ανάγνωσης που μέσα από μια ζωή αντανακλά μιαν ολόκληρη εποχή και ταυτόχρονα την ατομική βαρύτητα που αυτή ασκεί πάνω στην ύπαρξη του ανθρώπου. Με στοιχείο εκκίνησης έναν αφηγητή που κινείται ανάμεσα σε μνήμες, τραύματα, ιδεολογίες και ασυνείδητες προβολές, το βιβλίο διαπραγματεύεται με πυκνό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική εμπειρία και στη συλλογική ιστορία. 

Ο συγγραφέας κατορθώνει να περιγράψει τον χρόνο που περνά και την ίδια στιγμή τον αποδιοργανώνει με τρόπο που καθιστά την εμπειρία τόσο υπαρξιακή όσο και ιδεολογικά φορτισμένη. Η αφήγηση εκκινεί από την Κατοχή και φτάνει σχεδόν στο σήμερα, αντιμετωπίζοντας τον Εμφύλιο ως τοκογλύφο που απαιτεί διαρκώς εξόφληση ενώ ποτέ δεν ξεπληρώνεται πλήρως το χρέος, ούτε στις ζωές των ηρώων ούτε στο συλλογικό συναίσθημα. 

Αυτό που κάνει την αφήγηση του Γκουρογιάννη ιδιαίτερη είναι η ενοποίηση του ιστορικού με το υπαρξιακό. Πρόκειται για μια αφήγηση όπου η ιστορική εμπειρία και η ψυχολογική διαδρομή συναντιούνται στο επίπεδο της βιωμένης εμπειρίας και της χρονικής φθοράς. Ένας διδακτορικός φοιτητής που αναζητά έναν άγνωστο παλιό τόμο, είναι ο κεντρικός ήρωας και μοιάζει να φέρει πάνω του τα ίχνη όλων εκείνων που έχουν προσπαθήσει να ερμηνεύσουν ή να ξεφύγουν από τα τραύματα του παρελθόντος. 

Τα «κιάλια» του τίτλου, ως όργανο παρατήρησης και μέσο ανάγνωσης του κόσμου λειτουργούν ως μεταφορά. Είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επιμένουμε να μην βλέπουμε καθαρά όσα μας έχουν διαμορφώσει. Αυτά τα κιάλια που μεγεθύνουν το περιεχόμενο, ταυτόχρονα εκθέτουν και τον παρατηρητή, αποκαλύπτοντας ότι η θέαση της Ιστορίας είναι πάντοτε υπόθεση προσωπική και αξιολογική. 

Σε λογοτεχνικό επίπεδο, ο Γκουρογιάννης επιλέγει μια γλώσσα που αντλεί δύναμη από μια διπλή οπτική: εικόνες και περιγραφές που άλλοτε παρατηρούν από απόσταση κι άλλοτε στρέφονται επιθετικά προς την ίδια τη συνθήκη που περιγράφουν. Υπάρχει μια αίσθηση αναρχίας στη σύνθεση των εικόνων, μια γλωσσική επαναδιαπραγμάτευση που σπρώχνει τον αναγνώστη πέρα από τις συνηθισμένες λεκτικές συνήθειες, απαιτώντας βαθιά, προσωπική εγρήγορση στην ανάγνωση. 

Ο χρόνος της αφήγησης προχωρά μέσα από αναδρομές, παραισθήσεις, ιδεοληψίες και ρωγμές μνήμης. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά η ζωή των προσώπων μοιάζει να υπερβαίνει τη βούλησή τους. Η ιστορία δεν τους ανήκει· τους διαπερνά. Στο επίπεδο αυτό, το βιβλίο εμφανίζεται λιγότερο ως ιστορική αφήγηση και περισσότερο ως ανθρωπογεωγραφία της μνήμης. 

Η ιδεολογική διάσταση δεν μένει εγκλωβισμένη σε αφηρημένα σχήματα. Αντιθέτως, ενσωματώνεται στην ψυχολογική και υλική εμπειρία, όπως φαίνεται και στην περιγραφή της καθημερινότητας, από τη μυρωδιά του παλιού καπνού μέχρι τις μικρές, σχεδόν τυχαίες κινήσεις που ανακαλούν χρόνια ζωής. Αυτή η συνύπαρξη του μεγάλου με το μικρό καθιστά την ανάγνωση ταυτόχρονα ποιητική και υπαρξιακά φορτισμένη. 

Και όμως, παρότι το κέντρο του μύθου είναι βαθιά συνδεδεμένο με την ιστορική εμπειρία, το μυθιστόρημα αποφεύγει τις ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις. Αντίθετα, διατυπώνει ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία ζει μέσα μας και εμείς συνεχίζουμε να την κρατάμε ζωντανή μέσα από τις δικές μας αμφιβολίες και τις τραυματικές αφηγήσεις. Αυτό είναι και το πιο ουσιαστικό στοιχείο του έργου: δεν προσφέρει λύσεις ούτε καθαρές συνειδήσεις. Ζητά από τον αναγνώστη να αναστοχαστεί και να επανεξετάσει τη δική του σχέση με τον χρόνο και την ευθύνη. 

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που πυροδοτεί μιαν υποσυνείδητη διεργασία: οι εικόνες, οι φράσεις και οι αναφορές του επιστρέφουν με άλλο βάρος μετά το πέρας της ανάγνωσης. Μοιάζει με έργο που μιλά για ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ με καθαρό τρόπο, αλλά που η έντασή του δεν μειώνεται· αντίθετα, συσσωρεύεται σαν ένας σιωπηλός ρυθμός που ξεχύνεται μέσα από τα κενά. 

Εν κατακλείδι, «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» είναι ένα μυθιστόρημα για την Ιστορία, τον Εμφύλιο και τη μνήμη. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αναζητά τη συνέπεια ανάμεσα σε αυτό που ζούμε και σ’ αυτό που αφήνουμε πίσω μας, ανάμεσα στη δοκιμασία της ύπαρξης και στη θρυμματισμένη αίσθηση του χρόνου. Είναι η αφήγηση μιας εποχής από μέσα, όχι απλώς όπως τη θυμόμαστε, αλλά όπως εξακολουθεί να ρέει στις φλέβες μας...  


* Ο Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης είναι συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας