BING BANG 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας

BING BANG 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας

Πώς αποφασίζουν ένας πολιτικός επιστήμονας και μια σκηνοθέτρια να συνεργαστούν στη συγγραφή ενός βιβλίου; Και γιατί να το κάνουν; 

Γιατί όταν λειτουργήσουν, οι συνεργασίες αυτού του είδους ξεπερνούν τους φραγμούς που θέτουν οι διαφορετικές αφετηρίες, τα μεθοδολογικά αντανακλαστικά και οι πνευματικές παραδόσεις, ανοίγοντας έτσι νέες προοπτικές. 

Ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, και η Νατάσα Τριανταφύλλη, σκηνοθέτρια, συνεργάστηκαν στη συγγραφή του βιβλίου με τίτλο «Bing Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο». 

Το «Bing Bang » είναι ένα βιβλίο για τον πολιτισμό, στα χρόνια της δικτατορίας, αλλά εκτείνεται πιο πέρα από αυτά τα όρια. Διερευνά το πώς παράγεται πολιτισμός και πως οργανώνεται η ζωή σε συνθήκες δικτατορίας. Μήπως ο πολιτισμός «εκρήγνυται» όταν απειλείται;

Τελικά, τι ήταν αυτό που έκανε τον πολιτικό επιστήμονα και την σκηνοθέτρια να συνεργαστούν; Οι συγγραφείς θέτουν το ερώτημα και το απαντούν. « Ίσως οι επιστήμονας να επιδιώκει να ερμηνεύσει και να εξηγήσει και η καλλιτέχνις να συγκινήσει[…] Μήπως, όμως, και το θέμα με το οποίο αποφασίσαμε να καταπιαστούμε δεν είναι γεμάτο αντιθέσεις; Πολιτική και πολιτισμός, δικτατορία και δημιουργία, έλεγχος και ελευθερία, κομφορμισμός και ρηξικέλευθη διάθεση.

Αντιθέσεις και γρίφους συναντήσαμε σε όλη τη διάρκεια της έρευνας και τη συγγραφής αυτού του βιβλίου. Σιγά σιγά, όμως, τα κομμάτια αυτού του μαγευτικού, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, παζλ άρχισαν να ενώνονται, και τότε βρεθήκαμε μπροστά σε μια μεγάλη έκπληξη: μια έκρηξη. Για την ακρίβεια, μια Μεγάλη Έκρηξη ή, αλλιώς, ένα Bing Bang», σημειώνουν στον πρόλογο τους. 

Η αφορμή για το βιβλίο ήταν διπλή. Από τη μια, η θεατρική παράσταση «Σχέδιο Μάρσαλ-A path of perspectives» της Νατάσας Τριανταφύλλη, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2023, με πυρήνα τη συνύπαρξη παράλληλων προοπτικών που αναδύονται μέσα από «δύσκολες εποχές». Από την άλλη, ένα άρθρο του Στάθη Καλύβα που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» το 2017, με τίτλο «Μια παράδοξη κληρονομιά». Στην καρδιά του άρθρου, σημειώνει ο Στάθης Καλύβας, κρυβόταν και μια σοκαριστική για πολλούς παρατήρηση: πως στα χρόνια της δικτατορίας «πολλές τέχνες άνθησαν». 

Η «χουντική επταετία» περιγράφεται συνήθως ως μια εποχή καθολικού ζόφου, όχι απλώς ως μια περίοδος στασιμότητας της πνευματικής ζωής, αλλά και ως μια τεράστια υποχώρηση σε σχέση με τη χρυσή εποχή του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, όπως έχει επικρατήσει να θεωρείται το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60. Το 1960 εκδίδεται το «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και το 1963 απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Γιώργο Σεφέρη.

Το ίδιο διάστημα ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης φέρνουν την επανάσταση στην ελληνική μουσική, όπως και ο Κάρολος Κουν στο θέατρο, όπου συνεργάζεται με τους δυο προηγούμενους και τον Γιάννη Τσαρούχη ανάμεσα σε πολλούς άλλους, όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Γιάννης Χρήστου και ο Γιάννης Μόραλης. «Υπήρχε ένας ενθουσιασμός, μια ανάταση».

Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 θέτει οριστικό τέλος σε όλα αυτά, ρίχνει μια ταφόπλακα πάνω τους. 

Ο Στάθης Καλύβας και η Νατάσσα Τριανταφύλλη συνοψίζουν το κυρίαρχο αφήγημα ως εξής: Η δικτατορία έπληξε τον πολιτισμό θανάσιμα, επιφέροντας μια πολιτιστική ερήμωση. Στη θέση του ανέδειξε τη φτηνή προπαγάνδα και το κιτς. Ευτυχώς, όμως, υπήρχαν κάποιες χαραμάδες έκφρασης που εκμεταλλεύτηκαν ήρωες δημιουργοί. Χρησιμοποίησαν την τέχνη και τα γράμματα με αυτοθυσία για να αντισταθούν στο καθεστώς.

Η άλλη ανάγνωση 

Η περίοδος της δικτατορίας, με αποκορύφωμα την τετραετία 1970-1973, υπήρξε αφετηρία ρηξικέλευθων καλλιτεχνικών πειραματισμών, που έδωσαν στις τέχνες και τα γράμματα μια νέα, ασυγκράτητη ορμή. Έργα όπως «Ο Μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι, «Ο δρόμος» των Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Ο σταθμός» των Μάνου Λοΐζου και Λευτέρη Παπαδόπουλου, «Ο Άγιος Φεβρουάριος» του Δήμου Μούτση, «Διόδια» της Τζένης Μαστοράκη, «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού, «Αναπαράσταση» του Θεόδωρου Αγγελόπουλου-ανάμεσα σε πάρα πολλά άλλα. 

[..] Ο Θάνος Μικρούτσικος θα περιγράψει την περίοδο εκείνη με όρους που εκπλήσσουν σήμερα: «Ζήσαμε πολύ σπουδαία πράγματα. Τόσο χρόνια δικτατορία, αγώνες, διώξεις, συνέβαλαν στην ανάπτυξη μας σαν πρόσωπα. Τι βιβλία λογοτεχνίας! Τι κινηματογράφος! Τι μουσικές! Τι γραψίματα!

Ολοκληρωθήκαμε σαν προσωπικότητες σε όλα τα επίπεδα». Ο Μικρούτσικος δεν αντιμετωπίζει την πολιτική καταστολή ως αποτρεπτική για την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά ως δυνάμει ενισχυτική της. Εκφράζει μια διαφορετική αντίληψη από αυτή που κυριάρχησε αργότερα στη συλλογική μας συνείδηση. 

Παράλληλοι βίοι

Την καθημερινή συνύπαρξη μιας άγριας καταστολής για τους ελάχιστους και μιας καθημερινής κανονικότητας και ευδαιμονίας για τους πολλούς περιγράφουν ανάγλυφα τρεις άνθρωποι που διώχθηκαν για τη δράση τους εναντίον του καθεστώτος: Ο Παύλος Ζάννας, ο Τάσος Δαρβέρης και ο Γιάννης Σεργόπουλος. 

«Και εγώ, ισχνός, τρομοκρατημένος, υποτίθεται αγωνιστής της ελευθερίας, όμως ποιας ελευθερίας, αυτών των ανυποψίαστων; Μα ήδη είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι.

Πίνουν τις μπύρες τους, και τα ουίσκι τους, έχουν τα λεφτά τους, ζουν τους έρωτες τους, είναι μια χαρά. Τι θέλω εγώ να παραστήσω; Γιατί καταδικάστηκα να βασανίζομαι εξαιτίας των εμμονών μου; Διασταυρώνω το βλέμμα μου με κάποια βλέμματα περαστικών. Δεν τους περνάει από το μυαλό ούτε μια στο εκατομμύριο ότι εγώ αυτή τη στιγμή ανεβαίνω έναν Γολγοθά. Τουλάχιστον ο Χριστός βρήκε έναν Κυρηναίο μέσα από το πλήθος. Για μένα υπάρχει κάποιος, μικρός έστω, Κυρηναίος στα μέτρα μου;» (Γιάννης Σεργόπουλος).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η Μαρινέλλα θριαμβεύει στις μεγάλες πίστες παρουσιάζοντας το ένα φαντασμαγορικό υπερθέαμα μετά το άλλο. Ερωτεύεται έναν επιχειρηματία και η ζωή της κυριολεκτικά απογειώνεται. Ταξιδεύει τακτικά στο Παρίσι όπου ένα πεντάστερο ξενοδοχείο θα γίνει το «δεύτερο σπίτι» της και προμηθεύεται την γκαρνταρόμπα της από τους μεγαλύτερους γαλλικούς οίκους μόδας. Παράλληλα, όμως, με την άνετη και την πολυτελή αυτή ζωή, συναντά στο Παρίσι τους αυτοεξόριστους καλλιτέχνες φίλους της, τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου και τον τραγουδιστή Αντώνη Καλογιάννη, χωρίς αυτό να της προκαλεί κάποιο ηθικό πρόβλημα (Ξανθούλης, 2023). 

Τη συνύπαρξη καταστολής και δημιουργικότητας θα περιγράψει αργότερα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, λέγοντας πως η δικτατορία «ήταν μια εποχή καταπίεσης αλλά και έξαρσης».

Ο νεαρός Κωνσταντίνος Τζούμας, χορευτής τότε και ευκαιριακά ηθοποιός, ανήκει στους λίγους που μιλούν ανοιχτά και με ειλικρίνεια για τις επιλογές τους:

«Δεν έχω πολιτικές απόψεις. Με τι αιώνιες ανθρώπινες αξίες και ό,τι διαθέτω από χιούμορ και αισθητική καταφέρνω να τη βγάζω λάθρα βιώσας. Μου είναι αδύνατο να πολιτικοποιηθώ, να οργανωθώ, να συγκρουσθώ με αστυνομία, παρακράτος και κράτος, εν γένει και στα ίσα, και γιατί δεν έχω ασπασθεί καμία ιδεολογία για χάρη της οποίας θα έδινα και τη ζωή μου, και γιατί φοβάμαι τη βία, το σωματικό πόνο και ό,τι όλα αυτά συνεπάγονται.

Δεν με τραβάει η πολιτική. Υπερασπίζομαι τον τρόπο που ζούμε με τις παρέες μου, τις συνήθειες και τα γούστα μας, τη συμπεριφορά και την προσωπική έκφραση του καθενός, δεν χάνω την ευκαιρία για περιφρόνηση δογματικών ανθρώπων και βολεψάρικων κολόπαιδων, αλλά τα κόμματα, οι νεολαίες τους και ο αναψοκοκκινισμένος φανατισμός τους δεν μου λένε τίποτα». 

Ελαφρολαϊκό τραγούδι και μεγάλες πίστες 

Το ελαφρολαϊκό τραγούδι απέκτησε κακό όνομα-για τρεις κυρίως λόγους: γιατί προέρχεται από το ελαφρύ τραγούδι, γιατί είναι « μπάσταρδο», δηλαδή βρόμικο είδος, αλλά και γιατί ταυτίστηκε με τον νεοπλουτισμό και τα χρόνια της χούντας. Ο Θάνος Μικρούτσικος περιγράφει το ελαφρολαϊκό ώς «χυδαίο». Η καταδίκη αυτή προσπερνά το γεγονός πως πολλά από τα τραγούδια των Λοΐζου- Παπαδόπουλου (όπως και τα τραγούδια των Πλέσσα-Παπαδόπουλου) προσέγγιζαν το ελαφρολαϊκό ύφος και πως αρκετά γράφονταν την εποχή εκείνη από «λόγιους» συνθέτες όπως, ο Γιάννης Μαρκόπουλος («Του άντρα του πολλά βαρύ, «Ταρζάν»), ή ο Δήμος Μούτσης («Άσπρα, Κόκκινα, Κίτρινα, Μπλε».

Παράλληλα, οι ερμηνευτές των τραγουδιών των Λοΐζου-Παπαδόπουλου, από τον Γιάννη Καλατζή έως τον Γιώργο Νταλάρα, εμφανίζονται στις μεγάλες πίστες της εποχής, όπως το «Stork», η «Φαντασία», τα «Δειλινά». Το καλοκαίρι του ’71 στη «Φαντασία» εμφανίζονται μαζί, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο Μιχάλης Μενιδιάτης και ο Γιάννης Καλατζής, με τον Χρήστο Νικολόπουλο στο μπουζούκι, ενώ στη «Νεράιδα» το 1972 τραγουδούν ο Γιάννης Καλατζής, ο Γιάννης Πάριος, η Λίτσα Διαμάντη, με μαέστρο τον Γιώργο Κατσαρό. 

Στις μεγάλες αυτές πίστες συχνάζουν οι δικτάτορες και οι υπουργοί του καθεστώτος και συγχρωτίζονται με τους τραγουδιστές. Ιδιαίτερα δραστήριος στον τομέα αυτό είναι ο αρχηγός της ΚΥΠ και έμπιστος του Παπαδόπουλου, Μιχάλης Ρουφογάλης, έτσι όπως τον περιγράφει η τότε φίλη και μετέπειτα σύζυγος του, Ντέλα Ρουφογάλη-Ρούνικ. 

«Στην καθημερινή μας ζωή, ο Μιχάλης πηγαίνει αργά στο γραφείο, γυρίζει αργά, κοιμάται λίγο και τα βράδια βγαίνουμε με μικρές παρέες σε ταβερνάκια ή πάμε στα μπουζούκια. Εκεί οι μαγαζάτορες, τα γκαρσόνια και οι καλλιτέχνες τον υποδέχονται με εμφανή χαρά. Πετάει λουλούδια, ξοδεύει χρήματα και ζητά να τραγουδήσουν απαγορευμένα τραγούδια του Θεοδωράκη. Δεν μπορώ να καταλάβω αν θέλει να αποδείξει ότι είναι υπεράνω του νόμου ή ότι η επταετία δεν είναι τελικά και τόσο αυστηρή. Σίγουρα πάντως αυτό του δίνει δύναμη, αίγλη και τον κάνει δημοφιλή.

Μαζί του, σε αυτές τις νυχτερινές εξόδους, γνώρισα τη Μαρινέλλα , τη Λίτσα Διαμάντη και στα πρώτα τους βήματα τον Γιάννη Πάριο, την Άννα Βίσση, τον Γιώργο Νταλάρα και τη Χαρούλα Αλεξίου. Η καλύτερη μου ανάμνηση ήταν από μια βραδιά στη Νεράιδα, που ο Μιχάλης ζήτησε από τον Μπιθικώτση να τραγουδήσει κομμάτια του Θεοδωράκη. Εκείνο το βράδυ ο «σερ» τραγούδησε με τρία λαρύγγια. Ξεκίνησε με τη «Φτωχολογιά» και κατέληξε να τραγουδάει αντιστασιακά τραγούδια. Ο κόσμος ζητωκραύγαζε και ο Ρουφογάλης παρακολουθούσε με ένα ελαφρύ χαμόγελο. Εγώ είχα χαθεί κάτω από ένα βουνό λουλούδια». 

Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς είναι άστοχη η απόρριψη των ελαφρολαϊκών τραγουδιών ως πάντοτε χαμηλής ποιότητας. Αρκετά είναι εξαιρετικά και διαχρονικά. Θα αρκεστούμε, γράφουν, να παραπέμψουμε στον Τρούσα που χαρακτηρίζει το ελαφρολαϊκό τραγούδι «το πιο υποτιμημένο είδος ελληνικού τραγουδιού απ’ όλα όσα εμφανίστηκαν τα τελευταία 50+ χρόνια. Αυτό είναι άδικο. Πολύ άδικο. Γιατί τα καλύτερα ελαφρολαϊκά είναι τόσο σημαντικά όσο και τα καλύτερα λαϊκά, «έντεχνα», ποπ ή ροκ της εποχής». 

Ποπ και ροκ 

Σε μια σφαιρική καταγραφή της ποπ και ροκ σκηνής που καλύπτει το διάστημα 1965-1982 ο Τρούσας τιτλοφορεί το κεφάλαιο που αναφέρεται στη δεκαετία 1970-1973 με έναν τίτλο που τα λέει όλα : «Τα γόνιμα χρόνια». Αρχικά, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ο μουσικός που θα καταφέρει να ταυτιστεί με αυτό το ρεύμα.

«Είμαι ένα Έλλην, ο οποίος παίζει ροκ. Ροκ διότι νιώθω ροκ-όπως λέμε νιώθω χτυπημένος» δηλώνει το 1972. Το 1972 θα αποδειχθεί κομβική χρονιά. Τότε κυκλοφορεί το άλμπουμ των «Socrates Drank the Conium» με αγγλικό στίχο, ενώ είχαν προηγηθεί live εμφανίσεις στο γήπεδο του Σπόρτινγκ και στον Πειραιά, το 1970 και 1971, αντίστοιχα. Το 1973 συναντούν τον Βαγγέλη Παπαθανασίου στο Παρίσι και ξεκινούν τη συνεργασία μαζί το που περιλαμβάνει μια περιοδεία στην Ευρωπη. Στον παράλληλο κόσμο της ποπ, οι Poll κάνουν τεράστια επιτυχία με τον δίσκο «Άνθρωπε αγάπα/Ήλιε μου». Ο Κώστας Τουρνάς είναι εμβληματική φιγούρα της ποπ μουσικής σκηνής.

Οι Νοστράδαμος εμφανίζονται στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το 1972 κυκλοφορούν τον πρώτο τους δίσκο. Δειλά-δειλά ξεκινούν και οι συναυλίες με ξένα συγκροτήματα. Ο Τζίμης Πανούσης θυμάται πως «μια από τις καλύτερες συναυλίες , που έχω δει στη ζωή μου, ήταν του Κατ Στίβενς. Μιλάω για το 1973, τέλος της χούντας, όταν η χουντική νεολαία του πανεπιστημίου είχε φέρει τον Κατ Στίβενς για συναυλία στο Παλαί ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης. Έπαθα σοκ! Είχε φέρει και δικούς του ανθρώπους για καλό ήχο και βγήκε με την κιθάρα και μείναμε όλοι άναυδοι!...».

Θέατρο 

Κάνοντας μια αποτίμηση του 1971 στο τεύχος «Θεατρικά ‘71», ο Αλέξης Σολομός στέκεται όχι μόνο στο εύρος του ρεπερτορίου του θεάτρου στην Ελλάδα, αλλά προχωρά σε μια σύγκριση της ελληνικής θεατρικής κοινότητας με χώρες μεγάλης θεατρικής παραγωγής, επισημαίνοντας πως τόσο ποσοτικά, όσο και ποιοτικά η εγχώρια παραγωγή δεν υστερεί. «Ας πάρουμε για παράδειγμα τη χρονιά που μας πέρασε, το 1971.

Στους τέσσερις μήνες της χειμερινής περιόδου παίζονταν ταυτόχρονα στα αθηναϊκά θέατρα έργα των Μπύχνερ, Σβαρτς, Μαγιακόφσκι, Λόρκα, Στάινμπεκ, Έλιοτ, Μολιέρου. Παραλληλα, μπορούσε να δει κανένας, αν προτιμούσε κάτι ελαφρότερο, κωμωδίες των Μωμ, Ντεβάλ και Σαρντού». 

Ο Σολομός δεν σταματά εκεί. Χαρακτηρίζει την ερχόμενη θεατρική περίοδο «θεατρική Εδέμ». 

Οι περισσότερες κριτικές αποτιμήσεις άλλωστε επισημαίνουν πως η πολιτική συνθήκη της εποχής δεν κατάφερε να περιορίσει την πρόοδο που πέτυχε το θέατρο την περίοδο εκείνη. Όπως συμπεραίνει ο Δημήτρης Σπάθης, «η δικτατορία δεν μπόρεσε να ανατρέψει την πορεία ούτε να καταστρέψει τη μεγάλη κατάκτηση της ελληνικής σκηνικής τέχνης, την ωριμότητα στη σκηνοθεσία , στη σκηνογραφία, στην ενδυματολογία, στη μουσική, στη συγγραφική παραγωγή και, φυσικά, στην υποκριτική».

Πού βρίσκεται το ελληνικό θέατρο στο τέλος της δικτατορίας;» ρωτά ο Γρηγόρης Ιωαννίδης. Και απαντά: «Χωρίς αμφιβολία, ακόμα και μέσα στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες του κρατικού αυταρχισμού, της επίσημης παρέμβασης, της λογοκρισίας, αλλά και της απειλής φυλάκισης όσων καλλιτεχνών αντέβαιναν τις σαφείς υποδείξεις της χούντας, το ελληνικό θέατρο κατόρθωσε να γνωρίσει μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης των καθιερωμένων καλλιτεχνικών και κοινωνικών στερεοτύπων, μπόρεσε να πυκνώσει τις τάξεις του προοδευτικού καλλιτεχνικού κόσμου και προχώρησε, στο μέτρο του δυνατού, στη διερεύνηση βασικών αιτημάτων του διεθνούς θεάτρου, με τα οποία θα γονιμοποιηθούν κυρίως οι νεανικές προσπάθειες έκφρασης της επταετίας». 

Ένας μακρύς κατάλογος θιάσων συντάσσονται, την εποχή εκείνη, με τα αιτήματα της πρωτοπορίας: Ανοιχτό Θέατρο Γ.Μιχαηλίδη, θίασος Βήματα, Ελεύθερο Θέατρο, Ζωντανό Θέατρο, Θεατρική Εργαστήριο Δημήτρη Κωνσταντινίδη, Θέατρο Έρευνας Δημήτρη Ποταμίτη, Θίασος ’70, Θίασος Νέων Καλλιτεχνών, Καφεθέατρο «Λήδρα», Νέα Πορεία, Πατάρι (Θέατρο Άλφα Στέφανου Ληναίου), Πειραματική Σκηνή Ντίνου Κουμπάτη, Πειραματικό Θέατρο Μαριέττας Ριάλδη, Θέατρο Στοά, Στούντιο 47. 

Ο Δημήτρης Σπάθης παρατηρεί :«Η δικτατορία ήθελε να ανακόψει την ελεύθερη έκφραση και τη δημιουργική ενοποίηση των δημοκρατικώ δυνάμεων, αλλά έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα […]Οδήγησε σε στροφή προς νέες ριζοσπαστικές θεατρικές μορφές […]. Ήδη ανάμεσα στο 1970-73 μπορεί να διακρίνει κανείς τα πρώτα σημάδια της αλλαγής.

Αν παρακολουθήσει την εξέλιξη και διαφοροποίηση από το 1973, στο ρεπερτόριο του θιάσου Καρέζη-Καζάκου, που ανεβάζει το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη το 1973, αν παρακολουθήσει το Πειραματικό Θέατρο της Μαριέττας Ριάλδη, το Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο των Στεφ. Ληναίου και Έλλης Φωτίου, την πορεία του Γιώργου Μιχαηλίδη (Από το πατάρι του Όρβο, στο Ανοιχτό Θέατρο), τον θίασο Γ, Φέρτη-Ξ.Καλογεροπούλου, το θέατρο Στοά που ιδρύει ο Θανάσης Παπαγεωργίου, το Ελεύθερο Θέατρο, που ξεκινά το 1971 με την Ιστορία του Αλή Ρέτσο του Π.Μάρκαρη και στρέφεται έπειτα στην επιθεώρηση (…και συ χτενίζεσαι, 1973) καθιερώνοντας παράλληλα την «ομαδική σκηνοθεσία», ασφαλώς, με όλα αυτά θα έχει μια καθαρή εικόνα για τις εξελίξεις. Χώρια, φυσικά, το Θέατρο Τέχνης, που συνεχίζει ανυποχώρητο, την προσφορά και το δημιουργικό του έργο, με Ιονέσκο, με Μπύχνερ (Βόυτσεκ), με τον Δράκο, σοβιετικό, σατιρικό έργο του Ευγένιου Σβαρτς».

Το «BING BANG 1970-1973», των Στάθη Ν. Καλύβα και της Νατάσας Τριανταφύλλη, δεν είναι απλώς μια ιστορική καταγραφή. Είναι μια υπενθύμιση ότι ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιόδους, ο πολιτισμός δεν σωπαίνει, μεταμορφώνεται. Αντί να καταρρεύσει υπό το βάρος της λογοκρισίας, βρήκε τρόπους να υπαινιχθεί, να σατιρίσει, να αντισταθεί.Μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, εκεί όπου ο δημόσιος λόγος ελεγχόταν, η τέχνη έγινε υπόγειο ρεύμα ελευθερίας.

Θέατρο, μουσική, κινηματογράφος, εκδόσεις-όλα συνδιαμόρφωσαν ένα παράδοξο φαινόμενο: μια πολιτιστική άνθηση μέσα σε ένα ασφυκτικό καθεστώς. Οι 716 σελίδες του βιβλίου-μαζί με τον πρόλογο και τα παραρτήματα- φωτίζουν αυτήν ακριβώς τη σύγκρουση ανάμεσα στην καταπίεση και τη δημιουργία. Και τελικά, η «Μεγάλη Έκρηξη» μας καλεί να αναρωτηθούμε: μήπως ο πολιτισμός δεν ανθίζει μόνο στις εποχές ευημερίας, αλλά -κάποιες φορές-εκρήγνυται ακριβώς όταν απειλείται;