Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ομότιμος καθηγητής Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και Πολιτικής του ΕΚΠΑ, δεν χρειάζεται πολλές συστάσεις. Έχει μακρά επαγγελματική ακαδημαϊκή, συγγραφική, διπλωματική και πολιτική σταδιοδρομίαi
Οι αναλύσεις και θέσεις του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, της Ελλάδος, της Ευρώπης, της διεθνούς πολιτικής είναι γνωστές, όχι μόνο από την πλούσια συγγραφική του δραστηριότητά (βιβλία, μελέτες, αναλύσεις, άρθρα σε ελληνικά και ξένα έντυπα, συνεντεύξεις κ.τ.λ.) αλλά, ιδιαίτερα για το ελληνικό κοινό, από την τακτική του αρθρογραφία στις εφημερίδες ΤΑ ΝΕΑ και ΤΟ ΒΗΜΑ την οποία κατά καιρούς ορθώς συγκεντρώνει και εκδίδει.
Το παρών βιβλίο είναι εντελώς διαφορετικό. Συμπυκνώνει τους προβληματισμούς και τις απόψεις του τόσο στο θεωρητικό όσο και στο «πρακτικό» επίπεδο σχετικά με τα θέματα που τόσο πολύ τον απασχόλησαν στον ακαδημαϊκό και πολιτικό του βίο. Πρόκειται για την εξωτερική πολιτική με επίκεντρο την ευρωπαϊκή πολιτική και τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις. Θέτει τώρα στην κορυφή των προβληματισμών του τη χάραξη και συγκρότηση μιας Προοδευτικής Εξωτερικής και Ευρωπαϊκής Πολιτικής (ΠΕΕΠ).
Τη σύντομη αυτή έκδοση ο συγγραφέας αρθρώνει, όπως και ο ίδιος γράφει, σε δυο μέρη: το πρώτο παρουσιάζει το περιεχόμενο, τις αξίες και τις καταστατικές βάσεις της ΠΕΕΠ ενώ στο δεύτερο αναλύει τα μεγάλα θέματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής υπό το φως της ΠΕΕΠ, αντλώντας φυσικά από προηγούμενος προβληματισμούς και αναλύσεις του. Η έκδοση περιλαμβάνει ένα αδημοσίευτο κείμενο του Κώστα Σημίτη για τα ελληνοτουρκικά ενώ σε 4 ξεχωριστά Παραρτήματα ο συγγραφέας παραθέτει χαρακτηριστικά κείμενα των Π/Θ Κώστα Σημίτη, Κωνσταντίνου Καραμανλή, Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για την εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά. Τέλος, στον Επίλογο-Σύνοψη παραθέτει τις 10 κεντρικές θέσεις της ΠΕΕΠ συμπεριλαμβάνοντας και μια πολύ χρήσιμη επιλογή ξενόγλωσσης και ελληνόγλωσσης βιβλιογραφίας.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει προκαταρτικά ότι κάθε δημόσια πολιτική έχει ιδεολογικό πρόσημο. Μπορεί να είναι προοδευτική ή συντηρητική, αριστερή ή δεξιά. Αυτό ισχύει και για την εξωτερική πολιτική κάθε χώρας. Κατά συνέπεια, γι’ αυτόν, το πρόσημο προοδευτική ή συντηρητική εξωτερική πολιτική υπάρχει, όπως π.χ. υπάρχει και εθνικιστική εξωτερική πολιτική. Τι ισχύει στην ελληνική περίπτωση; Υποστηρίζει ότι υπάρχει μόνο «η συντηρητική εξωτερική πολιτική σε διαφορετικές κλίμακες έντασης». Ιδιαίτερα αφότου από το 1986 και μετά το ΠΑΣΟΚ αποδέχτηκε οριστικά τη συμμετοχή της χώρας στην τότε ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση) και στο ΝΑΤΟ δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που να αμφισβητούν τις βασικές επιλογές του στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας (με εξαίρεση το ΚΚΕ).
Ωστόσο, υπάρχει εναλλακτική εξωτερική πολιτική την οποία οφείλουν να έχουν επεξεργαστεί τα προοδευτικά κόμματα με προοπτική εξουσίας σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Θα επανέλθω στο θέμα στο τέλος του κειμένου αυτού. Απλώς εδώ υπογραμμίζω ότι ο συγγραφέας συστηματικά υποστηρίζει ότι χωρίς ιδεολογικό κίνητρο η κοινωνία δεν κινητοποιείται και κατά συνέπεια οι «προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις» χρειάζονται και πακέτο πρακτικών μέτρων και ιδέες που να απευθύνονται στο θυμικό, στο συναίσθημα. Η πολιτική πρέπει να κατακτά και το νου και την καρδιά.
Si Vis Pacem…
Ο συγγραφέας τάσσεται υπέρ της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών μας με την Τουρκία, ΔΙΑΦΟΡΩΝ. Αυτονόητο. Όμως, όχι μόνο ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ διαφοράς, της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας /ΑΟΖ που αναγνωρίζει επισήμως η ελληνική πλευρά. Καταγράφει 9 συνολικά διαφορές, συν το κυπριακό και θέματα μειονοτήτων, προσφυγικά και μεταναστευτικά (σελ. 64-65). Δεν είναι ο μόνος που τα επισημαίνει.
Έχουν συζητηθεί μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας σε παρελθόντα χρόνο και μάλιστα σε επίσημο διπλωματικό επίπεδο. Ο Ιωακειμίδης δεν παύει να τονίζει την πεποίθησή του ότι ο «εγκλωβισμός» της Τουρκίας εντός της Ευρώπης δημιουργεί καλύτερες συνθήκες διαλόγου και επίλυσης των διαφορών για την ελληνική πλευρά, τη στιγμή μάλιστα που το τεράστιο για τις οικονομικές δυνατότητες πρόγραμμα εξοπλισμών της χώρας δεν εγγυάται αυτομάτως και περισσότερη ασφάλεια, όπως υποστηρίζει.
Ωστόσο, εκτός των άλλων επιχειρημάτων που μπορούν να αντιταχτούν στην άποψη αυτή, σχετικά πρόσφατη έρευνα του ΕΛΙΑΜΕΠ έδειξεiii ότι «η στρατηγική που μετέτρεπε την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας σε εργαλείο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών δε θεωρείται πλέον ρεαλιστική». Ιδιαίτερα, υπό τις παρούσες συνθήκες έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αμερικανικής πολιτικής υπό τον πρόεδρο Τραμπ.
Έχει δε χαρακτηρίσει ως νεοφασιστικό το εσωτερικό καθεστώς που ήδη έχει οικοδομήσει ο Αμερικανός πρόεδρος. Δεν είναι λογικό να αναμένει κανείς ότι η Τουρκία θα γίνει ποτέ πλήρες μέλος της ΕΕ. Ουδέποτε ήταν. Κι αυτό το γνώριζαν άπαντες. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να της προσφερθεί μια «ειδική σχέση» και ως προς αυτό πρέπει κι εμείς να ήμαστε ειλικρινείς. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς «φίλους».
Η συζήτηση σχετικά με την «ομπρέλα» ασφάλειας που θεωρητικά τουλάχιστον παρείχε η Αμερική στην Ελλάδα (στρατιωτικές βάσεις, ΝΑΤΟ, διμερής στρατηγική σχέση κ.τ.λ.) έχει για τα καλά ανάψει και γίνεται αντικείμενο όχι μόνο σοβαρών σταθμίσεων και αναπροσανατολισμών αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης.
Τα διλήμματα σχετικά με τις επιλογές της χώρας υπό την έννοια του μεγαλύτερου βάρους είναι σαφώς υπαρκτά. Η Ελλάδα έχει επιλέξει την Ευρώπη, αλλά επί του παρόντος δεν έχει διαρραγεί η διμερής αμυντική στρατηγική μας σχέση με την Αμερική. Δεν πρέπει να διαρραγεί. Τουναντίον ενισχύεται και δεν περιορίζεται μόνο σε παροχή στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμών (π.χ. πολεμικά αεροσκάφη F-35, κ.τ.λ.).
Ο Κάθετος Διάδρομος και η πρόσφατη (16/2/26) παραχώρηση τεράστιας έκτασης θαλασσίων «οικοπέδων» προς διερεύνηση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και εμπορικά εκμεταλλεύσεων σε αμερικανικές εταιρείες κολοσσούς παγκόσμια (Exxon Mobile και Chevron) σαφώς αναβαθμίζει το ρόλο και τη γεωπολιτική σημασία της χώρας μας στην περιοχή. Παρέχει ακόμα ένα εχέγγυο ασφάλειας δια του κοινού συμφέροντος. «Αρχές και αξίες» έχουν, εύχεται κανείς προσωρινά, έχουν περιπέσει σε αδράνεια και αχρηστία.
Ένα θεμιτό, νομίζω, ερώτημα είναι εάν η διμερής αναβαθμισμένη αμυντική στρατηγική συνεργασία της χώρας μας με την Αμερική και η συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ έχει προοδευτικό ή συντηρητικό χαρακτήρα ή απλώς μπορεί να αξιολογηθεί από άποψη εθνικού συμφέροντος και μόνο. Μπορεί να σταθμιστεί με κριτήρια την «ενσυναίσθηση» και άλλες «αξίες», που σύμφωνα με τον συγγραφέα θα πρέπει να διέπουν την ΠΕΕΠ;
Πρόκειται για κάποιο εκ γενετής «πλεονέκτημα» ή «μονοπώλιο» κάποιας «προοδευτικής» παράταξης; Στερείται αξιών η συντηρητική παράταξη; Δεν αποτέλεσε μια από τις δυο μεγάλες πολιτικές οικογένειες που οικοδόμησαν τη μεταπολεμική Ευρώπη; Δε βρίσκονται σήμερα στο πηδάλιο της ΕΕ μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους; Είναι «προοδευτική» ή «συντηρητική» η εξωτερική μας πολιτική σε σχέση με τις Η.Π.Α.;
Πόσο συμβατές είναι «αξίες» μιας Προοδευτικής εξωτερικής πολιτικής με τις διμερείς σχέσεις μας με την Αμερική, όταν μάλιστα χαρακτηρίζεται ως νεοφασιστικό καθεστώς ή με ένα ολοκληρωτικό κομμουνιστικό καθεστώς, όπως η Κίνα; και τι δέον γενέσθαι; ήταν συμβατές οι «αξίες» των «προοδευτικών και σοσιαλιστικών» κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου με τις σχέσεις της με το καθεστώς του Καντάφι, τα κόμματα Μπάαθ στη Μέση Ανατολή (π.χ. Ιράκ) ή με τον δικτάτορα της κομμουνιστικής Πολωνίας Γιαρουζέλσκι;
Ήταν συμβατές με τη μη αναγνώριση του Ισραήλ; Εξυπηρετούσαν άραγε το εθνικό συμφέρον; Ερωτήματα που δύσκολα νομίζω μπορούν να απαντηθούν με γνώμονα την ΠΕΕΠ.
Βούτυρο και Κανόνια
Το επιχείρημα του συγγραφέα περί λογικών εξοπλισμών της Ελλάδος ιδιαίτερα σε περίπτωση ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Τουρκία έχει μεν το σκεπτικό του, δεν είναι, όμως, βέβαιο αν μπορούσε να αντέξει τη δοκιμασία της πραγματικότητας.
Διότι, το μέγεθος των στρατιωτικών δαπανών (σήμερα τον 3,08% του ΑΕΠ ) δεν επιβάλλεται μόνο λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων ως μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά και από τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Δεν εξαρτάται μόνο από την Ελλάδα η απόφαση να ακολουθεί Erga omnes το θέσφατο Si vis pacem para pacem. (Εάν θέλεις ειρήνη εργάσου για ειρήνη), όπως επιθυμεί ο συγγραφέας κι όπως όλοι θα επιθυμούσαμε.
Είναι προφανές ότι η Ελλάδα ακολουθεί φιλειρηνική πολιτική καλής γειτονίας απέναντι σ’ έναν απαιτητικό, ενίοτε επιθετικό και αναθεωρητικό γείτονα του οποίου η στρατιωτική και οικονομική ισχύς διαρκώς ενισχύεται. Είναι εξίσου προφανές ότι λόγω οικονομικού και πληθυσμιακού μεγέθους δεν είναι λογικό ούτε εφικτό η χώρα μας να εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό εξοπλισμών που δεν μπορεί να κερδίσει.
Μπορεί, όμως, να χτίσει μια αξιόπιστη δύναμη αποτροπής, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, προσπαθώντας να προηγείται, κατά το δυνατόν, στον αμυντικό τεχνολογικό τομέα. Δεν μπορεί δηλαδή να την αντιμετωπίσει μόνο με μια φιλειρηνική πολιτική πόσο μάλλον σήμερα που η ισχύς στις διεθνείς σχέσεις επανέρχεται με ωμή σφοδρότητα και ασκείται χωρίς κανόνες και περιορισμούς επί δικαίων και αδίκων.
Επομένως, η οικοδόμηση αξιόπιστης «σκληρής ισχύος» είναι για την Ελλάδα εκ των ουκ άνευ, μονόδρομος. Κι αυτό έχει τεράστιο οικονομικό κόστος που θα ήταν αδύνατο, δυσβάσταχτο, ανόητο και επικίνδυνο για τη δημοσιονομική σταθερότητα εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε τόσο καλές επιδόσεις μετά το 2019.
Ακόμα και κάποια συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών μεταξύ των δύο χωρών φαντάζει ουτοπική όχι διότι δε θα το επιθυμούσε η Ελλάδα ή δε θα ήταν προς το συμφέρον της αλλά διότι η Τουρκία, ως ανερχόμενη και υπολογίσιμη ισχυρή περιφερειακή δύναμη, έχει ευρύτερες φιλοδοξίες.
Δε χάνει δε την ευκαιρία να το δείχνει και να το προβάλλει σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια, τόσο η αμυντική της βιομηχανία όσο και οι εξοπλισμοί της από τρίτες χώρες για την απόκτηση τεχνολογικού πλεονεκτήματος σε πολλούς αμυντικούς τομείς έχουν καθοριστική σημασία για την πραγμάτωση των φιλοδοξιών αυτών.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Χακάν Φιντάν, ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, δεν απέκλεισε ακόμα το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων από την Τουρκία (11/2/26), ενδεχόμενο που θα έπρεπε να σταθμιστεί ανάλογα από τους σχεδιαστές της αμυντικής και εξωτερικής μας πολιτικής.
Γι’ αυτό, παρά το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια της Ελλάδος για εξοπλισμούς υψηλής τεχνολογίας (χωρίς να παραγνωρίζεται και ο σημαντικός παράγοντας αποτελεσματικών όπλων χαμηλού κόστους καθώς και η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής σε αμυντικούς τομείς), η συγκρότηση αξιόπιστης δύναμης αποτροπής σε κάθε στάδιο και επίπεδο των σχέσεών μας με την Τουρκία, δυστυχώς δεν μπορεί να εγκαταλειφτεί.
Ο αείμνηστος καθηγητής μας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Ευσταθιάδης μας έλεγε (κι έγραφε στο πολύτομο σύγγραμμά του) πως «Αν θέλεις ειρήνη, εργάσου και για ειρήνη και για πόλεμο-Si vis pacem, para pacem bellumque).
Η αντιπαράθεση μεταξύ αμυντικών και κοινωνικών δαπανών υπό την έννοια ότι η αύξηση των πρώτων εξ ορισμού και αναγκαστικά οδηγεί στη μείωση των δεύτερων και αντιστρόφως είναι μάλλον αμφίβολης αξίας. Διότι η ορθή κατανομή, χρήση και διαχείριση των αμυντικών δαπανών μπορεί να διασφαλίσει και κανόνια και βούτυρο.
Ήρεμα Νερά
Ο Ιωακειμίδης μπορεί να ασχολείται με την ΠΕΕΠ όμως το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων το χειρίζεται υπεύθυνα η κυβέρνηση της ΝΔ.
Σαφώς με έναν «συντηρητικό» τρόπο όχι διότι είναι ιδεολογικά συντηρητική αλλά διότι το επιβάλλουν οι συνθήκες. Τόσο η σθεναρή στάση της σε Έβρο και Αιγαίο από το 2020 απέναντι στην ασφυκτική και σχεδιασμένη πίεση της Τουρκίας όσο και οι εξοπλισμοί και ο οργανωτικός και επιχειρησιακός εκσυγχρονισμός των ενόπλων δυνάμεων εμφανώς συντέλεσαν στη μεταβολή της τουρκικής στάσης.
Η Τουρκία αναγκάστηκε να προσχωρήσει σε μορφές διμερούς συνεργασίας που εγγυώνται «Ήρεμα Νερά» λησμονώντας το «Μητσοτάκης Yok.
Το κλίμα συνεννόησης και συνεργασίας και η αποφυγή εντάσεων επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα από την επίσκεψη του Π/Θ Κυριάκου Μητσοτάκη και τη σύγκλιση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών στην Άγκυρα (11/2/26). Η καθυστέρηση της επίσκεψης αυτής κατά ένα περίπου έτος είχε δημιουργήσει εύλογες ανησυχίες για την ομαλή πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Αλλά, ακόμα και μια τέτοια συντήρηση σχέσεων, ακόμα και μια απλή συνάντηση και συνομιλία με την τουρκική πλευρά βάλλεται εκ των ένδον, εξ δεξιών και ευωνύμων σε απίθανο βαθμό. Δεν είναι μόνο οι εσωκομματικές τριβές στο κυβερνών κόμμα και οι πιο «εθνικιστικές» φωνές, δεν είναι μόνο οι ακατανόητη κριτική πρώην Π/Θ της ΝΔ, διαγραμμένων και μη, πραγματικά εθνικά ακατανόητες και επικίνδυνες αλλά πολιτικά απολύτως εμφανείς ως προς τον στόχο τους, αλλά και η εχθρικότητα και παράνοια που επικρατεί γενικότερα. Ακόμα και μια απλή συνομιλία του Π/Θ με τον πρόεδρο της Τουρκίας θωρείται από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις εκ προοιμίου εθνικό έγκλημα καθοσιώσεως.
Οι θετικές αποτιμήσεις για την επίσκεψη και τα αποτελέσματά της εκ μέρους όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήταν χλιαρές έως κοπμλεξικές κι ανύπαρκτες. Αφού δεν έχεις τίποτα να πεις ποιήσου τη νήσσα. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι σε περίπτωση μια Ιωακειμίδιας προσέγγισης οι «υπερπατριώτες» θα έσπευσαν να ζητήσουν ο Π/Θ και ο ΥΠΕΞ της χώρας, καθώς και οι χειριστές της εξωτερικής μας πολιτικής να οδηγηθούν πάραυτα στο εκτελεστικό απόσπασμα ως προδότες.
Απλούστατα, προκύπτει ότι κάποια άλλη προσέγγιση, διάθεση για την οποία διαφάνηκε να υπάρχει σε κάποιο αρχικό στάδιο επί κυβερνήσεως ΝΔ, δεν είναι πολιτικά εφικτή υπό τις παρούσες συνθήκες. Δεν έχει την αναγκαία εσωτερική πολιτική στήριξη ούτε από πολιτικές δυνάμεις που όφειλαν να στηρίξουν μια τέτοια προοπτική εφόσον και οι ίδιες είχαν ακολουθήσει την ίδια οδό ως κυβέρνηση στις συνομιλίες τους με την τουρκική πλευρά προς επίλυση των διαφορών.
Εθνικιστικός Παροξυσμός
Είναι αφόρητα αποκρουστικό να διαπιστώνει κανείς το μέγεθος του μίσους και της ηλιθιότητας στα ελληνοτουρκικά που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία και σημαντικό μέρος του κομματικού συστήματος. Δημοσιογράφος, επί παραδείγματι, συγκεκριμένης στήλης στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ έγραφε (7-8/2/2026) για την επίσκεψη στην Άγκυρα με τίτλο «Το πιο δυσοίωνο ταξίδι» ότι ο κ. Μητσοτάκης, ο Π/Θ της χώρας, «είχε ήδη ηττηθεί και μάλιστα βαριά πριν αναχωρήσει!! ότι όφειλε να διαθέτει «την ελάχιστη επάρκεια»!! ότι απελπισμένος από την αδιαφορία των Αμερικανών απέναντί του κάνει το ένα βαρύ λάθος μετά το άλλο!!
Και τραγικές υποχωρήσεις!! (ποιες δεν αναφέρει), ότι είναι υπεύθυνος για διαρκή πρακτική ανοχών και υποχωρήσεων.!! Βέβαια, ίδιος, δε θεώρησε σκόπιμο να ανασκευάσει ούτε ένα κόμμα μετά την επίσκεψη και τα εμφανώς θετικά αποτελέσματά της. Δεν ήταν ο μόνος.
Ήταν απίθανα αυτά που ειπώθηκαν, ακούστηκαν και γράφηκαν πριν και μετά την επίσκεψη από διάφορους «τουρκοφάγους» που θέλουν «πυγμή», νταηλίκι. Τζάμπα μάγκες. Όχι βέβαια αυτοί στα νησιά του Αιγαίου που κατακλύζονται από Τούρκους τουρίστες λόγω των ρυθμίσεων για παροχή ολιγοήμερης τουριστικής βίζας. Όλα αυτά για να εκθέσουν την κυβέρνηση ως «ενδοτική». Δε δείχνει τη δέουσα πυγμή στους «Τουρκαλάδες».
Θα ήταν ενδιαφέρον από πολλές απόψεις να γνωρίζαμε τις πολιτικές απόψεις και την πολιτική καταγωγή των 30.000 νέων της χώρας ηλικίας 18-22 ετών επί των οποίων ενέσκηψε προφανώς επιδημία σοβαρών ψυχολογικών νοσημάτων για να απαλλαγούν από τη στοιχειώδη υποχρέωση των πολιτών απέναντι στην πατρίδα τους, τη στράτευση για 9 μήνες. Κρίμα! Ποιες πατριωτικές αρχές και αξίες να τους έχει άραγε εμφυτεύσει και καλλιεργήσει η ελληνική οικογένεια και Παιδεία;
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα στο οποίο μόνο κραυγές επικίνδυνες, άναρθρες κι ανόητες εθνικιστικού παροξυσμού ακούγονται στο πολιτικό επίπεδο με στόχο απλώς και μόνο να πλήξουν τον Π/Θ και την κυβέρνηση κι όχι κάποια σοβαρή συζήτηση προς το εθνικό συμφέρον, δεν είναι τυχαία η εμφανής σύγχυση και πολτοποίηση της κοινής γνώμης. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της εταιρείας GPO (14/2/26) την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης κρίνει θετικά μόνο το 18,4% ενώ ένα άλλο 20,5% την κρίνει μάλλον θετικά, σύνολο 38,9% έναντι 59.7% που την κρίνει αρνητικά (34,9% αρνητικά και 24,8% μάλλον αρνητικά).
Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση στο ερώτημα εάν η θέση της χώρας στο εξωτερικό έχει βελτιωθεί κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της ΝΔ το 35,3% απαντά θετικά, το 29.9% θεωρεί το ίδιο όπως πριν ενώ το 33,9%. Το 50% σχεδόν ούτε να μιλάμε δε θέλει.
Άλλωστε, η ρωσοφιλία, ο θαυμασμός για τον Πούτιν που συμβαδίζει μεν τον αντιδυτικισμό καθιστούν την χώρα μας τρόπον τινα εξαίρεση στην ΕΕ.vi Ξεπερνάμε ακόμα και την Ουγγαρία ως προς την εμπιστοσύνη και τον θαυμασμό προς τον Πούτιν και το «ξανθό γένος».
Σταθερά μάλιστα, πάνω από το 60% σε όλες τις δημοσκοπήσεις θεωρεί ότι η χώρα στραβά αρμενίζει. Ο πολιτικός ψυχίατρος έχει πολύ δουλειά να κάνει ως προς όλα τα ανωτέρω ευρήματα.
Αντί Επιλόγου
Ο συγγραφέας είναι άκρως συνεπής ευρωπαϊστής, θερμός υποστηριχτής της ΕΕ. Έχει δώσει μεγάλες μάχες για το εθνικό συμφέρον στους κόλπους της. Δίνει μεγάλη σημασία στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της Συνθήκης της Λισαβόνας (τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2009) όπως διατυπώνεται στο άρθρο 47.2 και δικαίως υποστηρίζει την ενίσχυσή της. Δεν κρύβει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η εφετινή Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια «ανέδειξε την κεντρικότητα της Ευρώπης ως δυνητικά αυτόνομης γεωπολιτικής οντότητας».
Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση ασυμβατότητας μεταξύ αρχών, αξιών και εθνικού συμφέροντος; ο συγγραφέας είναι πεπεισμένος (σελ.51) ότι η εξισορρόπηση αξιών και συμφερόντων είναι δυνατή. Είναι, όμως; Δεν πιστεύω ότι είναι πάντα δυνατή μολονότι θα πρέπει να εξαντλούνται όλα τα περιθώρια.
Ένα άλλο ερώτημα που προκύπτει από την ανάλυση του Ιωακειμίδη είναι ποιες είναι εκείνες οι «προοδευτικές» πολιτικές δυνάμεις στις οποίες απευθύνεται η ανάλυσή του περί Προοδευτικής Εξωτερικής Πολιτικής και οι οποίες θα μπορούσαν να την υιοθετήσουν. Ο ίδιος αποφεύγει να κατονομάσει τα πολιτικά κόμματα της σημερινής ελληνικής πραγματικότητας που αντιστοιχούν στοιχειωδώς στους ιδεατούς πολιτικο-ιδεολογικούς χώρους που σκιαγραφεί και που θεωρητικά καλύπτουν (σελ.14, υποσημ. 5), ήτοι εκείνες «που καλύπτουν το πολιτικό φάσμα από τη δημοκρατική Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία, κεντροαριστερά μέχρι μετριοπαθή φιλελεύθερο συντηρητικό χώρο». Καμία αντίρρηση. Μόνο που κατά τη δική μου ταπεινή γνώμη ψάχνω και δεν βρίσκω την αντιστοιχία τους σε υπαρκτά κομματικά σχήματα στην εγχώρια πολιτική σκηνή.
Συγκεκριμένα, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψω κάποια ίχνη τους: σχετικά με τη «δημοκρατική Αριστερά», πρόκειται για περίεργο φρούτο. Η κληρονομιά του Κύρκου, του Παπαγιαννάκη, του Γιάνναρου και του Λυκούδη λειτουργεί περισσότερο στο επίπεδο της πολιτικής ηθικής, του ήθους και του πολιτικού ρεαλισμού. Δεν συνεπήρε τις «μάζες». Οι ιδέες, οι πολιτικές της, το πολιτικό και ηθικό της κύρος δε μεταφράστηκαν σε ισχυρή πολιτική επιρροή και ανάλογη εκλογική απήχηση. Η Ανανεωτική, δημοκρατική Αριστερά δεν κατάφερε να γίνει αξιόλογη πολιτική δύναμη. Επικράτησαν οι λαϊκιστές και οι νεοσταλινικοί διάσπαρτοι στα κομμουνιστογενή κόμματα και σημερινά αποκόμματα καθώς και τις διάφορες σέχτες. Κι έφτασαν μέχρι να κυβερνήσουν τη χώρα οδηγώντας την στο χείλος της αβύσσου.
Περί «σοσιαλδημοκρατίας και κεντροαριστεράς» θα πρόκειται μάλλον για ανέκδοτο. Για τη διαβόητη «κεντροαριστερά» πολύ κακό για το τίποτα. Στην Ελλάδα παρουσιάζεται ως αντισυστημική, εκφραζόταν μάλιστα και εκφράζεται εν μέρει από την Συριζαίικη κομμουνιστογενή Αριστερά και στα αποκόμματά της στα οποία αποσυντέθηκε. Αναμφίβολα, παγκόσμια πρωτοτυπία. Όσοι διεκδικούν σήμερα αυτόν τον χώρο, τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του οποίου αφήνουν εν πολλοίς απροσδιόριστα και ασαφή, ουδεμία σχέση κι αντιστοιχία έχουν με την ευρωπαϊκή πολιτική παράδοση.
Οι Υπουργοί του πρώην Π/Θ και δήθεν rebranded σφετεριστή του χώρου σήμερα που επιδιώκει να γίνει και ηγέτης της σε ένα αέναο ταξίδι προς τη φαντασιακή «Ιθάκη» του, είχαν στα γραφεία τους το πορτραίτο του Άρη Βελουχιώτη κι όχι του Αλέξανδρου Σβώλου. Οι εν Ελλάδι «κεντροαριστεροί» αναγνώριζαν περισσότερο τον εαυτό τους στον Τσίπρα παρά στον Ε. Βενιζέλο ή στο ΠΑΣΟΚ. Βοήθεια!!
Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θεωρεί ως κληρονομιά του και κυρίαρχο ιδεολογικό του συστατικό τον Ανδρεοπαπανδρεϊκό λαϊκισμό κι όχι τον εκσυγχρονισμό του Σημίτη. Όσο για τη σοσιαλδημοκρατία (ο όρος συχνά επικαλύπτεται ή συγχωνεύεται με την κεντροαριστερά) η οργανωμένη πολιτική της έκφραση και σημαντική της πολιτική και εκλογική απήχηση ήταν και είναι κυριολεκτικά μηδαμινή έως ανύπαρκτη. Δεν πρέπει να συγχέεται ένας οργανωμένος πολιτικός χώρος με την άσκηση σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, όπως κατ΄ εξοχήν συνέβη από τις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη (1998-2004) και σε πολλά δε πεδία από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη (2019- ).
Με λίγα λόγια, η αξιόλογη προσπάθεια του συγγραφέα ορισμού, προσδιορισμού και επεξεργασίας μιας «Προοδευτικής Εξωτερικής Πολιτικής» δε φαίνεται να έχει ούτε πρόθυμους ούτε θεσμικούς αποδέκτες και συνομιλητές στα αριστερά και κεντροαριστερά τμήματα του πολιτικού φάσματος. Απομένει ο οργανωμένος πολιτικός χώρος της φιλελεύθερης, δημοκρατικής και κεντροδεξιάς παράταξης καθώς και θεσμικές Δεξαμενές Σκέψης κι άλλοι όμιλοι και fora καθώς και άτομα, ειδήμονες, πανεπιστημιακοί, ερευνητές και άλλοι για να συζητούν γόνιμα και απροκατάληπτα τέτοιες ιδέες. Κι αυτό μπορεί να δώσει στον συγγραφέα μια κάποια ικανοποίηση πέραν της ακαδημαϊκής.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ Ι: Αδιαμφισβήτητο γεγονός «εθνικής συναίνεσης» στα «εθνικά θέματα» είχαμε στην περίπτωση της άμεσης αντίδρασης της Ελλάδος και αποστολής ναυτικής και αεροπορικής δύναμης στην Κύπρο καθώς και αντιαεροπορικών συστημάτων στη νήσο Κάρπαθο, για την αμυντική της θωράκιση και προστασία έναντι απειλών προερχόμενων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράν.
Σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις του Μαρτίου 2026 το ποσοστό θετικής αξιολόγησης της ενέργειας αυτής από τους πολίτες υπερέβη το 70%,viii χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανησυχία για τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία, την ασφάλεια κ.τ.λ. της χώρας δεν παρέμειναν έκδηλες.
Η ελληνική πρωτοβουλία προκάλεσε τη συμπαράσταση χωρών της ΕΕ, που απέστειλαν ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις για την αμυντική προστασία της Κύπρου. Ας σημειωθεί ότι η Κύπρος δεν επικαλέστηκε τη ρήτρα αλληλεγγύης του άρθρου 42.7 της ΕΕ περί αμοιβαίας συνδρομής μέλους της σε περίπτωση στρατιωτικής επίθεσης εναντίον της, αλλά υπέβαλε αίτημα για συνδρομή της Ελλάδος δια του Υπουργού Άμυνας Βασίλη Πάλμαix. Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε άμεσα κι αυτό προκάλεσε και την ενεργοποίηση, έστω και καθυστερημένη, των αμυντικών αντανακλαστικών της ΕΕ.
Οι κινήσεις αυτές θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν και ως πρόπλασμα διαμόρφωσης μιας μεταβλητής γεωμετρίας στον αμυντικό τομέα, η πιο ρεαλιστική ίσως λύση στην προοπτική της «στρατηγικής αυτονομίας» της ΕΕ. Μπορούν επίσης να λειτουργήσουν και ως επιταχυντής στενότερης αμυντικής συνεργασίας στην ΕΕ. Άλλωστε, όπως γνωρίζει άριστα ο συγγραφέας και διαρκώς επισημαίνει ενώ η ΕΕ διαθέτει Κοινή Πολιτική για την Ασφάλεια και την Άμυνα (Common Security and Defence Policy, CSDP/ΚΠΑΑ), δεν διαθέτει Κοινή Άμυνα.x
Σε διεθνείς συνθήκες όπου η απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας ή η άσκησή της επιβάλλεται ως αποκλειστική μέθοδος επίλυσης των διεθνών διαφορών, παρά την εμφανή και κατάφορη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου καθώς και της περιφρόνησης διεθνών οργανισμών, η άσκηση «προοδευτικής» πολιτικής από κράτη μικρού ή μικρομεσαίου μεγέθους, όπως η Ελλάδα, των οποίων η εδαφική ακεραιότητα και άμυνα εξαρτάται από τις συμμαχίες τους, αποτελεί περιττή πολυτέλεια ίσως και επικίνδυνη.
Γι’ αυτό η σιωπή ή μη προβολή των αρχών και αξιών που πρέπει να διέπουν και την εξωτερική πολιτική σε τέτοιες συνθήκες αποτελεί σώφρονα, «συντηρητική» στάση. Δε χρειάζεται να αναλωθεί πολύτιμο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο. Και υπό αυτές τις συνθήκες η πιο «προοδευτική» πολιτική είναι η άσκηση πιέσεων για την επάνοδο στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων.xi
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΙΙ: στην περίπτωση της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και την πολιτική της Αμερικής, όπως εκφράζεται από τον πρόεδρο Τραμπ, τα κόμματα της αντιπολίτευσης που ισχυρίζονται ότι συγκροτούν, έστω δυνάμει, κάποια «προοδευτική παράταξη» βρήκαν στο πρόσωπο του Ισπανού Π/Θ Πέδρο Σάντσεθ τον «ήρωά» τους. Ο Σάντσεθ δεν επέτρεψε στην Αμερική τη χρήση των αμερικανικών βάσεων Rota και Morόn στην Ισπανία για πολεμικές επιχειρήσεις με σχετικές δηλώσεις του (2/3), πράγμα που επανέλαβε στις 4/3 ως συμβατές με «τις αρχές και τις αξίες» του καθώς και το Διεθνές Δίκαιο.
Δηλώσεις που ισοδυναμούσαν με «Όχι στον Πόλεμο» (No a la Guerra) και αντίστασης απέναντι στις απειλές του Τραμπ για εμπορικά αντίποινα. Στάση που υποτίθεται ότι «έσωσε την ψυχή της Ευρώπης». Έπεται ότι όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες είναι δειλοί και «υποτελείς». Δεν ορθώνουν το ανάστημά τους. Οι δηλώσεις αυτές του Σάντσεθ, που ηγείται κυβέρνησης συνασπισμού 7 κομμάτων, ουδεμία επίπτωση έχουν στην ευρωπαϊκή πολιτική.
Απευθύνονται κυρίως για κατανάλωση στο εγχώριο κοινό, ικανοποιώντας πιέσεις από αριστερές κυβερνητικές συνιστώσες, κοινό το οποίο και τις επιδοκίμασε σε ποσοστό 70%. Ήταν σαν τους αστερίσκους που έβαζε ο Ανδρέας Παπανδρέου στα κοινά Ανακοινωθέντα του ΝΑΤΟ. Άλλωστε, μετ’ ου πολύ (6/3) το Υπουργείο Άμυνας της Ισπανίας ανακοίνωσε την αποστολή της πιο σύγχρονης φρεγάτας της χώρας, της Cristobal Colon, προς «ένδειξη αλληλεγγύης σε ένα κράτος μέλος», την Κύπρο. Δεν είναι η πρώτη φορά που τα κόμματα της ελληνικής «προοδευτικής παράταξης» καταφεύγουν στο «κάντ’ το όπως ο Σάντσεθ».
Είχαν επίσης προτείνει τη μεταγραφή του ισπανικού κυβερνητικού μοντέλου συνασπισμού υπό τον Σάντσεθ στην εγχώρια πολιτική μετά τις εκλογές στην Ισπανία το 2023. Ο ικανότατος ηγέτης του Σοσιαλιστικού και Εργατικού Κόμματος της Ισπανίς (PSOE) έχει καταφέρει να κυβερνά τη χώρα από το 2019 σχηματίζοντας πολυκομματικές κυβερνήσεις συνασπισμού, κατά μια έννοια «κυβερνήσεις ηττημένων» στην κάλπη.
Είναι φανερό ότι η στάση της ΕΕ απέναντι στον πόλεμο και την πολιτική της Αμερικής και του Ισραήλ κάθε άλλο παρά ενιαία είναι. Κι είναι εξίσου φανερό πως όταν η ΕΕ καταφέρνει να διαμορφώνει ενιαία και σθεναρή στάση, όπως στο θέμα της Γροιλανδίας, τότε βάζει φρένο στις αμερικανικές προκλήσεις και αθέμιτες επιδιώξεις, γεωστρατηγικές και άλλες. Ωστόσο, μετά τις ανατροπές που έχουν σημειωθεί στις παραδοσιακές διατλαντικές σχέσεις καθώς και στο θέμα της Ουκρανίας και των σχέσεων με τη Ρωσία του Πούτιν, η επίδειξη περιττής «επαναστατικότητας» και διάθεσης για μετωπική σύγκρουση της ΕΕ με την Αμερική, που έχει η ίδια με της απόψεις και τη συμπεριφορά της δυναμιτίσει τη θέση της ως αξιόπιστη σύμμαχος, δεν έχει κανένα νόημα.
Είναι εμφανώς αντιπαραγωγική. Διότι ο δρόμος για την κοινή άμυνα της και την «στρατηγική αυτονομία» της ΕΕ θα είναι μακρύς, δύσκολος και δύσβατος και διότι χρειάζεται χρόνο. Αρκετά χρόνια. Μέχρι τότε, αλλά και πέραν του σημείου αυτού, η ΕΕ χρειάζεται την αμυντική κάλυψη της Αμερικής σε μια διαρκή διαπραγμάτευση των διατλαντικών σχέσεων. Επομένως, περιττεύουν οι διάφορες ρητορικές εξάρσεις «αντίστασης» και οι «υψωμένες» γροθιές.
Το καλύτερο παράδειγμα μιας συνετής στάσης στα θέματα αυτά δίνει ο Καναδός Π/Θ Μαρκ Κάρνεϋ. Η ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός της Ελβετίας εφέτος(20/1/2026) για τη «ρήξη στην παγκόσμια τάξη, το τέλος μιας όμορφης ιστορίας και την αρχή μιας σκληρής πραγματικότητας όπου η γεωπολιτική μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό» καθώς και το δέον γενέσθαι από τις «μεσαίες δυνάμεις» της Δύσης, δικαίως χαρακτηρίστηκε «ιστορική» και απέσπασε ενθουσιώδη χειροκροτήματα από πολλές πλευρές, όχι μόνο ευρωπαϊκές. Ωστόσο, είναι ο ίδιος Κάρνεϋ που πάραυτα, την ίδια ημέρα έναρξης των βομβαρδισμών στο Ιράν (28/3/26) με γραπτή του δήλωση αναφέρει ρητώς ότι «ο Καναδάς υποστηρίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες που ενεργούν για να εμποδίσουν το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και να εμποδίσει το καθεστώς να απειλεί περαιτέρω τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια». Προφανώς, ο κ. Κάρνεϋ κάθε άλλο παρά αφελής και υποτελής είναι. Θα έχει τους λόγους του.
Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1946 με οικογενειακές ρίζες από τον Πόντο και το Αϊβαλί, τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του, τα Χίδηρα Λέσβου. Στη συνέχεια ήρθε στην Αθήνα για να εργαστεί κυρίως όμως για να επιβιώσει, όπως ο ίδιος έχει πει. Παρακολούθησε το νυχτερινό Γυμνάσιο/Λύκειο στη Νίκαια, Πειραιά, ενώ εργάστηκε στα ναυπηγεία Περάματος και δραστηριοποιήθηκε πολιτικά στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη. Φοίτησε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Λονδίνου (LSE) για μεταπτυχιακά και στα πανεπιστήμια Μάντσεστερ και Άμστερνταμ.
Από την έντονη και μακρά διπλωματική και πολιτική του δραστηριότητα σταχυολογώ τα εξής: υπήρξε Σύμβουλος για ευρωπαϊκά θέματα του Π/Θ Κώστα Σημίτη (1996-2004) και πρεσβευτής/εμπειρογνώμων/ σύμβουλος του ΥΠΕΞ (1978-2004). Με τις ιδιότητες αυτές έχει συμμετάσχει σε όλες τις σημαντικές διαπραγματεύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για την ένταξη της Ελλάδας στην Κοινότητα, των Διακυβερνητικών Διασκέψεων για την επεξεργασία της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, των Συνθηκών του Άμστερνταμ και Νίκαιας ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διακυβερνητική Διάσκεψη και αναπληρωματικό μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και της Συνθήκης της Λισαβόνας. Συμμετείχε επίσης στις διαπραγματεύσεις για τη διεύρυνση και την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 2017 του απονεμήθηκε στην Κύπρο το βραβείο «Γιάννος Κρανιδιώτης» για το 2016, για τη συμβολή του στην ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
ii Θα πρόσθετα και την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, των φαιοκόκκινων αδίστακτων λαϊκιστών που έφεραν τη χώρα στο χείλος του γκρεμού στο εφιαλτικό για τη χώρα και τους πολίτες της Α΄ Εξάμηνο του 2015. Ωστόσο, με τη σθεναρή και εθνικά υπεύθυνη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης τότε - ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΠΟΤΑΜΙ – υποχρεώθηκαν με «κωλοτούμπες» και ταπεινωτικούς συμβιβασμούς να βάλουν την ουρά στα σκέλια τους. Επέφεραν όμως, ανήκεστη οικονομική, θεσμική και ηθική βλάβη στο φιλελεύθερο, δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πολίτευμα της χώρας.
iii Πρόκειται για κοινή έρευνα-δημοσκόπηση του ανεξάρτητου ερευνητικού οργανισμού διαΝΕΟσις με τη δεξαμενή σκέψης ΕΛΙΑΜΕΠ που διεξήχθη σε Ελλάδα Και Τουρκία στην περίοδο 19-21/2/2021 από την ελληνική εταιρία MRB και την τουρκική KONDA. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναρτήθηκαν στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ με ημερομηνία 19/7/2021. Τα συμπεράσματα συνοψίζει ο καθηγητής και σημερινός πρέσβης της Ελλάδος στον ΟΟΣΑ Γιώργος Παγουλάτος.
iv Βλ. ό.π. στο σημείο 6 των συμπερασμάτων της Έρευνας.
v Βλ. συνέντευξή του στο Πρώτο Θέμα (6/3/2025). Εκεί διατυπώνει και την άποψη ότι σε περίπτωση που η χώρα μας δεχτεί επίθεση ή εμπλακεί σε σύρραξη «η Αμερική δεν πρόκειται να μας βοηθήσει., δεν έχουν προτεραιότητα τη Μεσόγειο παρά μόνο το Ισραήλ». Ευρώπη και Αμερική δεν έχουν πλέον κοινές αξίες.
vi Όλες οι σχετικές έρευνες καταδεικνύουν υψηλά ποσοστά δημοφιλίας του Ρώσου προέδρου Πούτιν στην Ελλάδα. Επί παραδείγματι, έρευνα της εταιρίας MRB (18/12/25) στις προτιμήσεις ξένων ηγετών κρατών ο Πούτιν έρχεται πρώτος με ποσοστό 31,8%. Η δημοφιλία του Πούτιν είναι υψηλή μεν στα ακροδεξιά και λαϊκιστικά κόμματα στην Ευρώπη, αλλά στο γενικό σύνολο η εικόνα του είναι απολύτως αρνητική σε ποσοστά άνω του 80%. Σύμφωνα με έρευνα του γνωστού οργανισμού Pew Research Center (23/6/2025) οι Έλληνες έρχονται πρώτοι στην Ευρώπη αναφορικά με την εμπιστοσύνη προς τον Πούτιν με ποσοστό 40%. Ξεπερνάμε ακόμα και την Ουγγαρία (32%). Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο (Φθινόπωρο 2025, τα ευρήματα του οποίου δημοσιεύτηκαν στις 3/2/2026) μόνο το 32% των Ελλήνων θεωρούν ως προτεραιότητα της ΕΕ την άμυνα και την ασφάλεια έναντι 40% στο σύνολο της ΕΕ. Συνάμα, μόνο τοι 40% θεωρεί τη συμμετοχή της χώρας στην ΕΕ θετικό γεγονός έναντι 62% του συνόλου στην ΕΕ.
vii Βλ. Π.Κ.ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ, Η αντεκδίκηση της «τολμηρής Ευρώπης», ΤΑ ΝΕΑ, 16/2/2026
viii Η έρευνα της εταιρίας Opinion για τον τηλεοπτικό Σταθμό Action 24 (93) αναφέρει ποσοστό θετικής αξιολόγησης 73%, της Interview για την ηλεκτρονική εφημερίδα Political (10/3) 75%, της Pulse για τον ΣΚΑΙ (11/3) 72%, της RealPolls για την ηλεκτρονική εφημερίδα Protagon.gr (12/3) 72.4%. Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση οι γνώμες είναι σχεδόν μοιρασμένες, θετικές (49.5%) και αρνητικές (43.5%) στην περίπτωση που οι ερωτώμενοι καλούνται να αξιολογήσουν τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι των εξελίξεων στη σύγκρουση «ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν». Διχασμένη παραμένει και η κοινή γνώμη σχετικά με το εάν ενισχύεται ή όχι η «γεωπολιτική θέση της χώρας».
ix Στο ερώτημα πώς προέκυψε η ελληνική αποστολή ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στην Κύπρο ο ΥΠΕΞ Νίκος Δένδιας υποστήριξε ότι έγινε κατόπιν αιτήματος του Κύπριου ομολόγου του. Βλ. συνέντευξή του στον Πιέρρο Τζανετάκο, Το ΒΗΜΑ της Κυριακής, 8/3/2026.
x Βλ. Π.Κ. ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ, Σε αναζήτηση κοινής άμυνας, ΤΑ ΝΕΑ, Σαββατοκύριακο 14-15/3/26.
xi Βλ. Σωτήρης Ντάλης, Επιστροφή στην αρχιτεκτονική της διπλωματίας, ΤΑ ΝΕΑ, Σαββατοκύριακο 14-15/3/2026
