Τι έχουν τα «έρμα» της Κουμουνδούρου και ψοφούν;
Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου

Τι έχουν τα «έρμα» της Κουμουνδούρου και ψοφούν;

Χθες ήταν η ώρα που μίλησε η κάλπη. Ούτε οι πολιτικοί, ούτε οι αναλυτές, ούτε οι δημοσκόποι. Και τα αποτελέσματα είναι αδιαμφισβήτητα παρά τα μισόλογα και τους υπαινιγμούς που υπήρξαν τις προηγούμενες ημέρες που παρέπεμπαν μάλλον σε παρακμιακό Τραμπισμό.

Την κυβερνητική φθορά της τετραετίας της ΝΔ την εισέπραξε τελικά ο …ΣΥΡΙΖΑ!

Για τις απώλειες του κυβερνώντος κόμματος δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι δεν ήταν αναμενόμενες και ήταν κάτι απολύτως φυσιολογικό να συμβεί με μια κυβέρνηση που με πολλές αστοχίες και αρκετά αρνητικά δείγματα γραφής, μπόρεσε να προωθήσει ορισμένες μεταρρυθμίσεις και κυρίως να διαχειρισθεί δυο μεγάλες κρίσεις στις οποίες με πολύ μεγάλο κόστος πραγματικά κανείς δεν έμεινε αβοήθητος κανείς δεν έμεινε πίσω.

Το ερώτημα όμως είναι τι έφταιξε στην αξιωματική αντιπολίτευση η οποία αντί ανατροπής είδε να συρρικνώνονται τα ποσοστά της ακόμη και από εκείνα του 2019. Και αυτό ενώ είχε μια σχετικά εύκολη δουλειά από το 2019 και μετά.

Οι δικαιολογίες από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αναμενόμενες, εξάλλου είχαν προϊδεάσει όλο το προηγούμενο διάστημα για την επιχειρηματολογία που θα επιστρατεύονταν μετά από μια ήττα και μια στασιμότητα εκλογική.

Είναι τα πουλημένα ΜΜΕ τα οποία στηρίζουν την κυβέρνηση, προβάλουν τα ατοπήματα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ και κάνουν την τρίχα,τριχιά, ενώ αντιθέτως εξαφανίζουν κάθε ολίσθημα των κυβερνητικών παραγόντων. Πράγματ,ι σε μεγάλο βαθμό τα ΜΜΕ έπαιξαν φιλοκυβερνητικά, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που είναι πρωτοφανές στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες.

Εξάλλου είναι ένα μεγάλο ερώτημα για το εάν τα συστημικά ΜΜΕ διατηρούν την αίγλη και επιρροή τους κυρίως στα ειδικά κοινά του εκλογικού σώματος, έχοντας παραδώσει τα σκήπτρα στην ενημέρωση στα social media στα οποία η διείσδυση της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ιδιαιτέρως ισχυρή.

Είναι τα επιδόματα τα οποία μοίρασε η κυβέρνηση αφειδώς με πρόσχημα την πανδημία και την ενεργειακή κρίση. Προφανώς, ήταν ένα πλεονέκτημα τελικά για την κυβέρνηση να βρεθεί σε αυτή τη δίνη και να μπορέσει να τη διαχειρισθεί ενισχύοντας χαμηλά εισοδήματα, μικροεπαγγελματίες και επιχειρήσεις, αλλά αυτό φυσικά δεν έγινε με κομματικά κριτήρια.

Δυστυχώς, για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται η ανάλυση του αποτελέσματος να ακουμπάει επί των τύπων των ήλων.

Ο Αλ.Τσίπρας είχε την μεγάλη ευκαιρία και άπλετο χρόνο, από τις εκλογές του 2019 να επανιδρύσει το κόμμα το οποίο παρέλαβε στο 4% και το έκανε κυβερνητική δύναμη. Να του προσδώσει τα πραγματικά σοσιαλδημοκρατικά χαρακτηριστικά και σε επίπεδο θέσεων και κυρίως σε επίπεδο προσώπων, ώστε να μπορέσει να εκφράσει αυτόν τον πολιτικό χώρο που διεκδικούσε στις χθεσινές κάλπες.

Είναι κάτι που απέφυγε να το κάνει . Είτε από ραθυμία, είτε από έλλειψη διάθεσης συγκρούσεων και αναπροσαρμογών βολεύτηκε στη διατήρηση του ίδιου ακριβώς μηχανισμού που είχε στη διάθεση του σε συνθήκες «πολέμου» στη διάρκεια πριν και μετά τη διακυβέρνηση σε σύμπραξη με τον Π. Καμμένο.

Με το DNA και το συναισθηματικό δέσιμο με το κόμμα του 4%, δεν μπόρεσε να δοθεί νέα πνοή και νέος προσανατολισμός με την προσθήκη κάποιων στελεχών του παλιού ΠΑΣΟΚ…

Η σιγουριά ότι ο Μητσοτάκης δεν θα αντέξει και θα πέσει σαν ώριμο φρούτο παρέσυρε την Κουμουνδούρου σε λάθος συμπεράσματα και τακτικές.

Αρνητικοί απέναντι σε όλα, ακόμη και σε μέτρα που στήριξαν τα λαϊκά στρώματα, με δογματικό τρόπο απορρίπτοντας κάθε δυνατότητα συνεννόησης για την αντιμετώπιση δυο σημαντικών κρίσεων, απλώς μεγάλωναν την δυσπιστία σε εκείνους τους πολίτες που δεν είχαν βγάλει από την μνήμη τους την τραυματική εμπειρία του πρώτου εξαμήνου της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Όσο για το σύνθημα «δώστε μας την πρώτη ευκαιρία να κυβερνήσουμε με το πρόγραμμα μας και όχι υπό καθεστώς μνημονίου», εύκολα ο αντίλογος παρέπεμπε στην υπόσχεση και το 2015 ότι θα κυβερνήσουν και πάλι με το πρόγραμμα τους καθώς θα καταργούσαν το μνημόνιο με έναν νόμο και ένα άρθρο..

Ο ΣΥΡΙΖΑ επένδυσε τον τελευταίο χρόνο στο ζήτημα των υποκλοπών που αποτελεί πράγματι μείζον θέμα για την δημοκρατία και την λειτουργία των θεσμών. Θεώρησε ότι αυτό αρκεί για να οδηγηθεί σε κατάρρευση η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όμως ήταν εμφανές ότι αυτό το ζήτημα όσο κι αν ενοχλεί και προβληματίζει το σύνολο των πολιτών δεν θα αποτελούσε κριτήριο για την ψήφο τους, πέραν των πιο ευαισθητοποιημένων πολιτών σε ζητήματα λειτουργίας των θεσμών.

Μετά την τραγωδία των Τεμπών η οποία τραυμάτισε σοβαρά την εικόνα της κυβέρνησης, η αξιωματική αντιπολίτευση θεώρησε και πάλι ότι αρκεί η σκληρή κριτική και το στρίμωγμα της κυβέρνησης στο ζήτημα αυτό, που σε ορισμένες στιγμές έφθασε τα όρια της τυμβωρυχίας.

Δεν μπόρεσε να πείσει όμως ότι είναι μια «κυβέρνηση δολοφόνων» καθώς και ο πλέον δύσπιστος πολίτης σε αυτή τη χώρα γνωρίζει τις παθογένειες του Δημόσιου τομέα, αλλά και του ίδιου του πολιτικού συστήματος και εξάλλου όποιος περιμένει θαύματα μάλλον είναι αφελής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αυτοεγκλωβιστεί στην απλή αναλογική την οποία φυσικά θέσπισε όχι για λόγους ιδεολογικούς αλλά απλώς και μόνο για να διασφαλίσει ότι ο Κ. Μητσοτάκης και η ΝΔ δεν θα έχουν μια εύκολη επανεκλογή, αδιαφορώντας φυσικά εάν αυτό θα οδηγούσε σε μια πολιτική κρίση τη χώρα.

Έτσι βρέθηκε παραμονές εκλογών χωρίς καθαρή στρατηγική. Αυτή θα ήταν στόχος της «προοδευτικής διακυβέρνησης» στις εκλογές της 21ης Μαΐου και εάν αυτή δεν υπήρχε τότε Αυτοδυναμία στις επαναληπτικές κάλπες.. Εκεί έμπλεξαν οι γραμμές και θόλωσαν τον εκλογικό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ.

Και φυσικά είναι η γνωστή πολυφωνία και παραφωνία των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ είτε αυτό αφορά τα ασφαλιστικά, είτε τον «πολακισμό» είτε ακόμη πιο πολύ την θολή εικόνα για την οικονομία, όπου στους ακροβατισμούς Βαρουφάκη (υποψήφιου για την συγκρότηση της προοδευτικής διακυβέρνησης) προστέθηκαν και οι ιδεολογικές ακροβασίες του Ε.Τσακαλώτου, ξυπνώντας εφιαλτικές μνήμες από το 2015.

Στο μεταναστευτικό αφού λοιδόρησαν και πολέμησαν τον φράκτη στον Έβρο, κατήγγειλαν την Ελλάδα στην Ευρώπη για «σκληρή» αντιμεταναστευτική πολιτική, παραδέχθηκαν λίγο πριν τις εκλογές ότι ο φράκτης θα μείνει μεν αλλά…. Θέση η οποία μάλλον παρέπεμπε στην απολύτως αντιδημοφιλή πολιτική ανοικτών συνόρων του 2015 και σε εκείνους που θα λιάζονταν στις πλατείες.

Έτσι μπορεί να ακούμε σήμερα για τα πουλημένα ΜΜΕ και την εξαγορά ψήφων με τα επιδόματα και τις παροχές, αλλά όσο δεν κοιτάξουν στον ΣΥΡΙΖΑ με καθαρό μυαλό τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα, μετά από τρία τέσσερα χρόνια πάλι θα αναζητούν το «τις και τι πταίει»…