Ο μύθος της «μεταπολιτικής» και η πραγματικότητα της εξουσίας
Shutterstock
Shutterstock

Ο μύθος της «μεταπολιτικής» και η πραγματικότητα της εξουσίας

Εθισμένοι από τον πληθωρικό λόγο περί «μεταδημοκρατίας», που διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1990 αλλά κατέκλυσε τις συζητήσεις μια δεκαετία αργότερα, πολλοί σπεύδουν να υιοθετήσουν μια φαινομενικά αντίστοιχη ορολογία για την πολιτική. Η «μεταπολιτική» πλανάται πάνω από τη διεθνή και την ελληνική πολιτική δημοσιότητα.  

Όταν η σύγχυση που προκαλείται από έναν όρο είναι μεγαλύτερη από την όποια προστιθέμενη αξία του, τότε είναι χρήσιμο να αναρωτηθούμε τι αντιπροσωπεύει και σε τι ακριβώς χρησιμεύει.

Χωρίς να επαναλάβουμε τα όσα ακούγονται αυτές τις ημέρες, για την κατίσχυση της εικόνας και της επικοινωνίας, την υποχώρηση του πολιτικού περιεχομένου, κλπ., διευκρινίζουμε εδώ τους τρόπους χρήσης του όρου και εκθέτουμε, συνοπτικά, γιατί τον θεωρούμε εξόχως προβληματικό. Το κείμενό μας δεν υπεισέρχεται στη συζήτηση για τα όποια «θετικά» ή «αρνητικά» πρόσημα, με άλλα λόγια, δεν μας απασχολεί εδώ αν η «μεταπολιτική» χρησιμοποιείται με τρόπο που φανερώνει θετική ή αρνητική αξιολόγηση, πόσο μάλλον, ταύτιση ή καταδίκη. 

Παρελθόν και παρόν

«Μετά» υποδηλώνει καταρχήν την επιστημολογική ενασχόληση με το αντικείμενο (όπως στην «μετα-θεωρία»), αυτός μάλιστα είναι ο τρόπος με τον οποίο πρωτοεμφανίζεται στην πολιτικοεπιστημονική ανάλυση η έννοια της «μεταπολιτικής». Χαρακτηριστικό και επιδραστικό παράδειγμα από το μακρινό 1971, ο τόμος του A. James Gregor, An Introduction to Metapolitics (New York: Free Press, 1971) που εστιάζεται, από τη σκοπιά της τότε αμερικανικής πολιτικής επιστήμης, στις έννοιες της πολιτικής ανάλυσης. 

Όμως στην Ευρώπη των πoλέμων, της αιματοχυσίας, του ολοκαυτώματος και των αντιπαρατιθέμενων ιδανικών, η «μεταπολιτική» ως όρος είχε χρησιμοποιηθεί παλαιότερα, στη δεκαετία του 1940 – αλλά και λίγο αργότερα – για να επισημάνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Στο σημαντικό όσο και αμφιλεγόμενο «Metapolitics: From the Romantics to Hitler», που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1941, ο Peter Viereck χρησιμοποιεί την «μεταπολιτική» για να ζωγραφίσει ένα φιλόδοξο πίνακα της εξέλιξης του πολιτικού ρόλου των ιδεολογικών και καλλιτεχνικών ρευμάτων του γερμανόφωνου χώρου, από τις ανησυχίες του κατακερματισμένου γερμανικού «πολιτισμικού έθνους» του 19ου αιώνα μέχρι τον καταστροφικό εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ.

Εμπνεόμενος από τη χρήση της «μεταπολιτικής» ως έννοιας σε βαγκνερικούς κύκλους, ο Viereck καταλήγει να αντιπαραθέτει, συνολικά, τη δυτική παράδοση με τη γερμανική εκδοχή του ρομαντισμού, ο οποίος εμφανίζεται να εμπεριέχει μια ιδιαίτερη – και τελικά, προσθέτουμε, δαιμονική – προσέγγιση της πολιτικότητας. Με δυο λόγια, η «μεταπολιτική» στον Viereck αντιπαρατίθεται με τη δυτική παράδοση, επισημαίνοντας έτσι την ιδιαιτερότητα ρευμάτων της γερμανικής παράδοσης. 

Σήμερα, ο όρος χρησιμοποιείται με διάφορους τρόπους για να υποδηλώσει μια μορφή αποχώρησης από ένα πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, διαβούλευσης και λήψης αποφάσεων, στο δρόμο προς σε μια απροσδιόριστα επιβαλλόμενη πολιτεία των εντυπώσεων, χωρίς ιδεολογικές και ταξικές αναφορές, καθώς αφήνουμε πίσω μας τον κόσμο των πολιτικών περιεχομένων και εισερχόμαστε στον κόσμο των πολιτικού φαίνεσθαι.   

Βεβαίως, υπάρχουν και ερευνητές που τείνουν να συσχετίζουν την «μεταπολιτική» με τη Νέα Δεξιά στην Ευρώπη (βλ. π.χ. το έργο του Massimiliano Capra Casadio) αλλά και την οξύτατη πολιτική πόλωση στις ΗΠΑ, πόλωση που προηγήθηκε του Τραμπ αλλά σαφώς κορυφώθηκε με αυτόν σε πρωτοφανή βαθμό (βλ. π.χ. την έρευνα των Jacob S. Hacker κ.α.). Η διερεύνηση της μεταπολιτικής ως στοιχείου της Νέας Δεξιάς αλλά και της Άκρας Δεξιάς έχει, πράγματι, γοητεύσει και μια μερίδα της ακαδημαϊκής κοινότητας (New-Right Metapolitics, Far-Right Metapolitics). 

Αλλά ενώ π.χ. στην παλαιότερη συζήτηση για τις «μετα-υλικές» αξίες στην πολιτική κουλτούρα υπήρχε μια απτή και σημαντική ερευνητική διάσταση που μπορούσε να εξεταστεί με πραγματικό όφελος, να επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθεί, οι περί «μεταπολιτικής» συζητήσεις παραμένουν γενικόλογες.    

Γκραμσιανισμός της Δεξιάς 

Είναι γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1970, οι διανοητικοί κύκλοι της Νέας Δεξιάς στην Γαλλία (ιδιαίτερα η ομάδα GRECE) δούλευαν πάνω στην πεποίθηση ότι μια μορφή ιδεολογικής κατίσχυσης (σε άλλους πολιτικούς χώρους θα την αποκαλούσαν «ιδεολογική ηγεμονία») αποτελεί στοιχείο που διαμορφώνει το υπόβαθρο για τις πολιτικές επιλογές και, τελικά, επηρεάζει την ιστορική ανάπτυξη των δυτικών πολιτικών θεσμών. 

Δεν είναι της παρούσης η ανάλυση αυτού του ιδιότυπου «Γκραμσιανισμού της Δεξιάς» και της μεγάλης συμβολής του Alain de Benoist. Κρατάμε, όμως, ότι από τις προηγούμενες χρήσεις της «μεταπολιτικής» (την επιστημολογική και την ιδεολογική), η σημερινή χρήση οφείλει πολλά (αν και όχι τα πάντα) στη δεύτερη και τίποτε στην πρώτη.

Τι σημαίνει αυτό για εμάς, στην παρούσα συγκυρία; Πολύ λιγότερα από αυτά που πολλοί υποστηρίζουν. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η υπερίσχυση της πολιτικής σαγήνευσης έναντι της πολιτικής διαβούλευσης δεν είναι νέα υπόθεση. Δημαγωγία, αποπροσανατολισμός των πολλών από τα καίρια ζητήματα των δημόσιων πολιτικών, η σαγήνη του ρητορικού λόγου και η γοητεία της πολιτικής εικόνας ως εργαλεία χαλιναγώγησης, η αποπολιτικοποίηση της λήψης αποφάσεων μέσω της αποφυγής αναλυτικής συζήτησης για τις επιλογές στις δημόσιες πολιτικές, η αναζήτηση πολιτικών σωτήρων, ο ηγέτης ως υπεράνθρωπος, όλα αυτά είναι πολιτικά φαινόμενα που έρχονται και παρέρχονται. Από την αρχαία Αθήνα και την Ρώμη μέχρι τις ημέρες μας. Δεν αναγγέλλουν τον ερχομό ενός νέου σταδίου της συλλογικής συνύπαρξης, ούτε σηματοδοτούν την οριστική υπερίσχυση της «επικοινωνίας» έναντι της πολιτικής.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αποτελεί σχεδόν απόλυτη ήττα της «μεταπολιτικής» ως έννοιας το γεγονός ότι, αφήνοντας στην άκρη την επιστημολογική χροιά, χρησιμοποιείται σήμερα ταυτόχρονα για να υποδηλώσει δυο διαφορετικές και όχι απαραίτητα συγκλίνουσες διαστάσεις. Για να υποδηλώσει, αφενός, ένα νέο στάδιο, όπου το φαίνεσθαι υπερισχύει του είναι, αλλά – αφετέρου – μια σχολή σκέψης που επενδύει στο δυναμικό ρόλο των ιδεών για μια ανώτερη (;) μορφή πολιτικής του μέλλοντος, απαλλαγμένη, υποτίθεται, από τα δίκτυα, τις δουλείες, την οικογενειοκρατία και την αναξιοκρατία του παρελθόντος. Δικαιολογημένες οι αιτιάσεις για το παρελθόν, ακατάλληλη όμως η «μεταπολιτική» ως θεραπεία. Ανεξαρτήτως κομμάτων και προσωπικοτήτων. 

Τέλος, σε ένα τρίτο επίπεδο, παρουσιάζονται προβλήματα στη μεταφορά των σχετικών συζητήσεων στη δημόσια σφαίρα. Στο μέτρο που η πολιτικοεπιστημονική ανάλυση έχει, σε ένα περιορισμένο βαθμό, ασχοληθεί με την έννοια, ο τρόπος που συζητείται η «μεταπολιτική» στη δημοσιότητα δεν εμφανίζει ιδιαίτερη σχέση με το όποιο ερευνητικό υπόβαθρο έχει διαμορφωθεί. Συχνό πρόβλημα αυτό, αναμφίβολα. Επιτείνεται όμως από την ιδιαίτερη ασάφεια του «μεταπολιτικού» προσδιορισμού.      

Ένας όρος που αποπροσανατολίζει 

Εδώ, σε τελική ανάλυση, εντοπίζεται η ουσία του ζητήματος. Η χρήση του όρου «μεταπολιτική» δεν προκαλεί απλώς σύγχυση. Καθίσταται η ίδια μέσον αποπροσανατολισμού. Δεν είναι η «μεταπολιτική» (ως πεδίο έκφρασης του εξουσιαστικού φαινομένου ή ως φάση της εξέλιξης της πολιτικής) που ευθύνεται για εκείνον ή τον άλλο πολιτικό σε μια χώρα ή σε έναν περιφερειακό ή διεθνή οργανισμό. Είναι οι στρατηγικές και οι τακτικές συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτικών δρώντων, οι συνδυασμοί τους και οι συμφωνίες μεταξύ τους, σε εθνικό, διεθνικό, διεθνές και υπερεθνικό επίπεδο. 

Στο προφανές ερώτημα, πως αποτιμούμε τις συνθήκες εκείνες που συνεισφέρουν στην επιτυχία τέτοιων στρατηγικών και τακτικών επιλογών και των συνδυασμών τους, η απάντηση οφείλει καταρχήν να εστιάζεται στον βαθμό επιτρεπτικότητας που αναπτύσσει η κάθε κουλτούρα και το κάθε θεσμικό υπέδαφος. Στη σημερινή συγκυρία, ο βαθμός επιτρεπτικότητας είναι αυξημένος.  

Η αποφυγή αναλυτικής συζήτησης για την αποτίμηση των πολιτικών επιχειρημάτων, η μετεξέλιξη της ενημέρωσης σε «ενημερωδιασκέδαση» (infotainment) από τα ΜΜΕ, η κουλτούρα της αποχαύνωσης των ριάλιτι, της αισθητικής και διανοητικής καταστροφικότητας της ραπ και της τραπ, ανεξαρτήτως ψευδο-ριζοσπαστικών προσήμων ορισμένων εξίσου άθλιων εκδοχών τους, της άγνοιας για την απαραίτητη κριτική αποστασιοποίηση του πολίτη, ο οποίος τελικώς μετατρέπεται σε πελάτη (στην καλύτερη περίπτωση) ή σε νεοδουλοπάροικο, τα ελλείμματα παιδείας στην οικογένεια, το ευρύτερο περιβάλλον, το σχολείο, το πανεπιστήμιο: όλα αυτά και αρκετά άλλα, διαμορφώνουν ένα επιτρεπτικό έδαφος για την ανάπτυξη στρατηγικών που εμμέσως εισηγούνται στοχεύσεις οι οποίες δεν επεξηγούνται αναλυτικά ούτε νομιμοποιούνται ως προς το περιεχόμενό τους.

Δεν υπάρχει «εποχή της μεταπολιτικής». Τα πολλά στοιχεία που συνθέτουν μια κοινωνική και πολιτική φάση μετασχηματίζονται συνεχώς, αποσυνδέονται, συνδυάζονται και επανασυνδέονται ξανά και ξανά. Υπάρχει όμως, αναμφίβολα, η εποχή της κατάχρησης όρων που, έχοντας προσδιοριστεί με παροιμιώδη ασάφεια, προσφέρονται για γρήγορη αλλά – φευ – ανεπαρκή όσο και προσωρινή διανοητική διέξοδο. 

Δεν χρειαζόμαστε καινοφανείς όρους χωρίς ουσιαστική προστιθέμενη αξία. Δεν χρειαζόμαστε νέες ταμπέλες. Αντίθετα, τοποθετούμενοι στη συνέχεια της μεγάλης ελληνορωμαϊκής και δυτικής πολιτικής παράδοσης, χρειαζόμαστε την εξέλιξη και συνεχή εκλέπτυνση των κριτηρίων μας για την αποτίμηση πρακτικών, ανθρώπων και θεσμών, σε σχέση με τις διαυγείς διαδικασίες και τις συνειδητές στοχεύσεις της συλλογικής διακυβέρνησης.       

*Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει εργαστεί σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Βιβλία και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά.