Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα επανεκλεγεί το 2027 με ποσοστό μεγαλύτερο από το 41% του 2023. Γι' αυτό δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία. Μπορεί να ακούγεται πρόωρο ή υπερβολικά αισιόδοξο, όμως στηρίζεται αποκλειστικά στα σημερινά δεδομένα και δεν εμπεριέχει ούτε ψήγμα ευσεβών πόθων.
Η βέβαιη επανεκλογή της κυβέρνησης, και μάλιστα με μεγαλύτερο ποσοστό από του 2023, θα οφείλεται στα παρακάτω δεδομένα, που είναι σχεδόν μη αναστρέψιμα.
1. Η χρεοκοπία του 2010 και τα Μνημόνια έχουν δημιουργήσει βαθιές πληγές στην ελληνική κοινωνία, που δε θα επουλωθούν για τουλάχιστον ακόμη μια δεκαετία. Οι πληγές αυτές κάνουν το εκλογικό σώμα εξαιρετικά προσεκτικό και δύσπιστο σε δημαγωγικές κορώνες και εμφανώς ανεδαφικές υποσχέσεις - πόσο μάλλον σε κενά περιεχομένου μανιφέστα για, γενική και αόριστη, «αλλαγή».
Η κοινωνία έχει αποκτήσει εξαιρετικά αρνητικά αντανακλαστικά σε οποιοδήποτε ρίσκο. Αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όλες οι κοινωνίες που συμμετείχαν σε αυτόν, πέρασαν μια περίοδο «συντηρητισμού», ο οποίος όμως δεν ήταν τίποτε παραπάνω από τη συλλογική αποφυγή ρίσκων από ανθρώπους που είχαν πολεμήσει, πεινάσει, δει συγγενείς και φίλους να πεθαίνουν και έζησαν τη φρίκη των βομβαρδισμών και των μαζικών δολοφονιών.
Οι Έλληνες που στήθηκαν στις ουρές για 60 ευρώ το 2015, είδαν εισοδήματα και προγραμματισμένες συντάξεις να καταρρέουν και αποχαιρέτησαν παιδιά που μετανάστευσαν λόγω της κρίσης, φυσάνε και το γιαούρτι. Αυτό ευνοεί την κυβέρνηση, που, μέχρι στιγμής, κυβερνά μετρημένα και παράγει χειροπιαστά αποτελέσματα. Στην περίοδο που διανύουμε, για τον μέσο ψηφοφόρο κεντρώων πεποιθήσεων, το «καλύτερο» δεν είναι απλά εχθρός του «καλού». Είναι ζαριά με μη αποδεκτό ρίσκο.
2. Αυτό είναι κάτι που ακόμη δεν έχουν αντιληφθεί οι ηγεσίες των άλλων κομμάτων, κυρίως στα αριστερά της ΝΔ. Γι' αυτό πολιτεύονται με συνθήματα και νοοτροπίες του 1981-2009. Μόνο «λεφτά υπάρχουν» και «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» δεν έχουν πει ακόμη από βήματος Βουλής. Όμως, μην απογοητεύεστε. Έχουμε 14-17 μήνες ακόμη μπροστά μας. Ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε σήμερα τι πρόκειται να ακούσουμε μέχρι τότε. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αντιπολίτευση αντιπολιτεύεται τη λάθος κυβέρνηση, στη λάθος δεκαετία. Με άλλα λόγια, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Οι δημοσκοπήσεις είναι εύγλωττες και δεν επιδέχονται παρερμηνειών.
3. Γιατί πολιτεύεται χωρίς αντίλογο η κυβέρνηση Μητσοτάκη; Γιατί δεν υπάρχει αντιπολίτευση που να προσφέρει βιώσιμη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης; Επί της ουσίας, το μόνο που λέει σύσσωμη η αντιπολίτευση στο εκλογικό σώμα εδώ και 7 χρόνια είναι ότι «πρέπει να πέσει η κυβέρνηση» γιατί «ο λαός θέλει αλλαγή» και «δεν αντέχει άλλο». Ο «λαός», θυμίζω, είναι ο ίδιος λαός που το 2023 έδωσε νέα εντολή στην κυβέρνηση με μεγαλύτερο ποσοστό από του 2019 και δηλώνει στους δημοσκόπους ότι συνεχίζει να προτιμά τη ΝΔ, με ποσοστά που φτάνουν μέχρι και 18 μονάδες παραπάνω από το δεύτερο κόμμα - το οποίο (το δεύτερο κόμμα....) αλλάζει σχεδόν κάθε 2-3 μήνες. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί τα κόμματα της αντιπολίτευσης, και ειδικά το ΠΑΣΟΚ, αδυνατούν να συντάξουν μια βιώσιμη και αληθοφανή πολιτική πλατφόρμα; Ο λόγος είναι σαφής σε όποιον έχει εμπειρία από ελληνικά ΑΕΙ και έχει παρακολουθήσει συστηματικά την πολιτική ζωή της πατρίδας μας τις τελευταίες δεκαετίες.
4. Σε αντίθεση με τον πρωθυπουργό, που δεν έχει περάσει από πολιτικές νεολαίες και δεν έχει βιώσει το χάος των ελληνικών ΑΕΙ, όλοι οι ηγέτες της αντιπολίτευσης προέρχονται από τις φοιτητικές νεολαίες της αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ, έχουν διδαχθεί την πολιτική στα αμφιθέατρα και στις κομματικές συνεδριάσεις και δε γνωρίζουν τίποτε άλλο. Δε γνωρίζουν πώς δουλεύει η οικονομία και ο κόσμος, δεν μπορούν καν να μιλήσουν με ευκολία μια ξένη γλώσσα.
Γι’ αυτό δε μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός κάλεσε το 2019 τον νομπελίστα οικονομολόγο Χριστόφορο Πισσαρίδη και του ανέθεσε να συντάξει πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για την ανασύνταξη της χώρας και της οικονομίας. Από το πρόγραμμα αυτό, το 85% των μεταρρυθμίσεων και των πολιτικών είτε έχει εφαρμοστεί ή είναι στη διαδικασία εφαρμογής. Αυτό είναι κάτι που έχει «βραχυκυκλώσει» την αντιπολίτευση γιατί πώς μπορεί να υποστηρίξει κανείς και να μην αποτελέσει αντικείμενο χλεύης ότι, π.χ., το gov.gr δεν υπάρχει ή ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επιτέλους, ύστερα από 40 χρόνια τριτοκοσμικού χάους, κάνει το Εθνικό Σύστημα Υγείας ένα θεσμό για τον οποίον οι Έλληνες θα μπορούν να είναι υπερήφανοι; Όπως έλεγε ο Διονύσης Σαββόπουλος, «Πως να τα κρύψεις όλα αυτά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλοι»...
5. Σε αντίθεση με όλες τις κυβερνήσεις μετά το 1981, οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη επιτελούν ουσιαστικό κυβερνητικό έργο, εισάγουν ιστορικές μεταρρυθμίσεις, λύνουν προβλήματα δεκαετιών και βάζουν στέρεα θεμέλια ανασύνταξης της παραγωγικής βάσης της χώρας, που ξεχαρβαλώθηκε μετά το 1981 και σχεδόν εξαϋλώθηκε μετά το 2010.
Είναι τέλειες; Όχι βέβαια. Θα έπρεπε να «τρέχουν» με διπλάσια ταχύτητα; Σαφώς. Όμως, η επιλογή του ψηφοφόρου το 2027 δε θα είναι μεταξύ μιας ανεκτής αντιπολίτευσης και μιας κυβέρνησης που κυβερνάει επί 8 χρόνια και έχει μπει στην περίοδο παρακμής, με αδράνεια, σκάνδαλα και έπαρση. Φέτος και του χρόνου θα ολοκληρωθούν μνημειώδεις μεταρρυθμίσεις που θα βάλουν την ελληνική οικονομία σε «άλλη πίστα»: Η ψηφιοποίηση του κτηματολογίου και του αρχείου των πολεοδομιών, η ψηφιοποίηση όλων των δικογραφιών και η ολοκλήρωση της ψηφιοποίησης της δικαιοσύνης, η παράδοση μεγάλων δημοσίων έργων όπως ο αυτοκινητόδρομος κεντρικής Ελλάδος, το νέο διεθνές αεροδρόμιο της Κρήτης, ο νέος περιφερειακός της Θεσσαλονίκης και η πρώτη φάση της ανάπλασης του Ελληνικού και της γραμμής 4 του μετρό της Αθήνας.
Όλα αυτά, στους επόμενους 16 μήνες, θα κάνουν εντύπωση στο μέσο ψηφοφόρο, ο οποίος θα έχει να επιλέξει ανάμεσα σε χειροπιαστό έργο και σε συνθήματα που εκστομίζουν άνθρωποι που, από βήματος Βουλής, προ 12 μηνών, ρωτούσαν την κυβέρνηση «πού είναι τα δύο βαγόνια που χάθηκαν» και ζητούσαν να γίνει έρευνα για το «ξυλόλιο». Θα είναι η ευκολότερη επιλογή που έχει να κάνει ψηφοφόρος στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες.
6. Παρ' όλα τα σκάνδαλα που έχουν αποκαλυφθεί τον τελευταίο καιρό, η κυβέρνηση έχει μείνει εν πολλοίς αλώβητη, τουλάχιστον όσον αφορά στο βασικό εκλογικό ακροατήριό της. Ο λόγος γι' αυτό είναι ότι όποια πέτρα και να σηκώσει κανείς σε όλα αυτά τα σκάνδαλα κακοδιαχείρισης ή υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος, από κάτω βρίσκεται ένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ή περισσότερα... Όσο και εάν προσπαθεί να πείσει το εκλογικό σώμα για το αντίθετο η αντιπολίτευση, και ειδικά το ΠΑΣΟΚ, τα μεγάλα, ιστορικά σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης έχουν πάνω τους το σήμα του πράσινου ήλιου - και του ΣΥΡΙΖΑ. Στο σπορ κάνει πρωταθλητισμό η κεντροαριστερά, όχι η ΝΔ.
Και αυτό σημαίνει ότι κάθε προσπάθεια σκανδαλολογίας εκ μέρους της αντιπολίτευσης είναι μοιραίο να λερώσει τους ίδιους, γιατί, ceteris paribus, οι «αρμοί της εξουσίας» (συνδικάτα, δημόσιοι υπάλληλοι, πολιτευτές, κλπ.) που είναι επιρρεπείς στη διαφθορά ανήκουν, δυσανάλογα στο ΠΑΣΟΚ.
7. Και ένα τελευταίο, ποιοτικό δεδομένο, που ενισχύει την πολιτική κυριαρχία του πρωθυπουργού. Σε αντίθεση με τους αντιπάλους του, που «δε βρήκαν τίποτε που να έκανε λάθος η αστυνομία» μετά το Μάτι ή «τους έτυχε η στραβή στη βάρδιά τους» στη Μάνδρα, ο Μητσοτάκης λέει «συγγνώμη» στις αστοχίες. Ούτε ακούστηκε ποτέ, ούτε πρόκειται ποτέ να ακουστεί να λέει «Αυτή είναι η Ελλάδα. Δεν τη ξέρουμε;». Και αυτό το εξαργυρώνει στις δημοσκοπήσεις και τις κάλπες.
Και του χρόνου η κυβέρνηση του θα επανεκλεγεί το 2027 με ποσοστό μεγαλύτερο από το 41% του 2023. Γι' αυτό δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία.
*Ο Περικλής Φ. Κωνσταντινίδης είναι διδάκτορας χρηματοοικονομικών του University of Southern California και ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της καναδικής επενδυτικής εταιρίας Syracuse Main, Inc.
