Οξυδερκής αναμφίβολα πολιτικός ο Τσίπρας -άλλωστε υπήρξε εκ των ευάριθμων που διέγνωσαν το «πολιτικό βάθος» του Προκόπη Παυλόπουλου, σελ. 162 επ.- ωστόσο από το βιβλίο συνάγεται πως έχει και αδυναμίες, όπως επιλεκτική αμνησία. Και δεν αναφερόμαστε σε παρασιωπήσεις ιστορικών προηγούμενων: Για παράδειγμα γράφει πως με το 16,8% του Μαΐου του 2012 «πρώτη φορά η Αριστερά κατάφερε στην κοινοβουλευτική διαδρομή της να εισέλθει στον πυρήνα της διεκδίκησης της εξουσίας», ξεχνώντας το πολύ υψηλότερο ποσοστό της ΕΔΑ το 1958.
Με την τότε Αριστερά, λόγω Κυπριακού, να έχει καβαλήσει το ρεύμα του αντιαμερικανισμού, ενώ το Κέντρο ήταν πολυδιασπασμένο και αφερέγγυο. (Τουλάχιστον εμμέσως αναγνωρίζει πως η Αριστερά είχε κάποια στιγμή καταστεί διεκδικητής της εξουσίας εκτρεπόμενη των κοινοβουλευτικών/δημοκρατικών μεθόδων…) Αναφερόμαστε σε παραλειπόμενα ή ελλειπτικά μόνο αναφερόμενα γεγονότα της εξιστορούμενης πρωθυπουργικής θητείας του.
Όλως ενδεικτικά…
Πρώτον, μνημονεύοντας τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Τραμπ τον Οκτώβριο του 2017 (σελ. 700) κάνει απλώς λόγο για «αμήχανη στιγμή … όπου ένας Αμερικανός δημοσιογράφος θυμήθηκε παλαιότερες επικριτικές δηλώσεις [τ]ου για τον Αμερικανό πρόεδρο». Λησμονεί να καταγράψει την απάντηση που έδωσε στον δημοσιογράφο Τζον Ρόμπερτς. Δηλαδή πως, μολονότι φαίνεται διαβολικός, ο Τραμπ υπηρετεί το καλό! (Εκτίμηση που θα μπορούσε να ακυρώσει τη σημερινή κριτική του άλλοτε πρωθυπουργού για τη χαμηλότονη τοποθέτηση του νυν στο θέμα της Βενεζουέλας: Ακόμη και πράξεις διεθνούς γκανκστερισμού μπορούν να εξαγνισθούν ως υπηρετούσες το καλό…)
Δεύτερον, ουδεμία αναφορά υπάρχει στις -δηλωτικές χαμηλής εκ μέρους του ανθρωπομετρικής ικανότητας- επιλογές κάποιων υποψηφίων ευρωβουλευτών, για παράδειγμα της Μυρσίνης Λοΐζου, ή βουλευτών, όπως της Ραχήλ Μακρή, που έγινε από τον ίδιο, παρά την αντίσταση των τοπικών οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ…
Τρίτον, ενώ κάνει αυτοκριτική για την …εμπιστοσύνη που είχε στην Ευρώπη, αίσθημα το οποίο τον έκανε προεκλογικά να υπόσχεται τα πάντα στους πάντες, παρασιωπώνται πλήρως τα «go back», όπως και τα περί μουσικών οργάνων δια των οποίων αυτός ως …λυράρης, ζουρνατζής κ.λπ. θα επέβαλλε στους Ευρωπαίους τον ρυθμό του χορού τους… (Σημειωτέον πως και οι αναφορές του στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης -σελ. 105– είναι εξαιρετικά ελλειπτικές και γενικόλογες, ξεχνώντας π.χ. σε ποιο, αδιανόητο με τα τότε δεδομένα, ύψος καθόριζε τον ελάχιστο εγγυημένο μισθό…)
Τέταρτον, ενώ υπογραμμίζει με υπερηφάνεια τα ανοίγματα στο τέλος της πρωθυπουργίας του προς την κεντροαριστερά, που ενσάρκωσαν οι υπουργοποιήσεις Μυρσίνης Ζορμπά και Μαριλίζας Ξενογιαννακοπούλου (σελ. 515 και 538), ουδεμία αναφορά κάνει στο γεγονός -τόσο αντίθετο στην κουλτούρα της Αριστεράς, πάντα καταγγελτικής για κάθε αποστασία- ότι επί ικανό διάστημα η κυβέρνησή του βασιζόταν στην προσχώρηση βουλευτού εκλεγμένης με άλλο κόμμα. Και μάλιστα τόσο «σοβαρής», ώστε -μολονότι αυτή εκθείασε την «ηγετικότητά» του με τραγούδι που συνέθεσε- δεν έκρινε πως μπορούσε να την συμπεριλάβει στους κομματικούς συνδυασμούς για τις εκλογές του 2019. Ακόμη περισσότερο, όμως, αναφέρει πως μετά τη ρήξη του με τον Καμμένο, τον Γενάρη του 2019, η κυβέρνηση στηρίχτηκε στην «ανεξάρτητη» Κατερίνα Παπακώστα, που υπερψήφισε και τις συμφωνίες των Πρεσπών (σελ. 540 και 542). Με πλήρη επίσης παρασιώπηση του ότι η εκλεγείσα με τη ΝΔ, πλέον δε «ανεξάρτητη» κατά τον συγγραφέα, βουλευτής όχι απλώς είχε υπουργοποιηθεί από τον Αύγουστο του 2018, επιλέγοντας η ίδια υπουργείο, αλλά και είχε πάρει το χρίσμα για να πολιτευθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και συνέβη! (Κατά τα λοιπά, όμως, υποστηρίζει -σελ. 539– πως η ένταξη στη κυβέρνησή του βουλευτών του Ποταμιού, κόμματος που εξ αρχής συμφωνούσε με τη συνθήκη των Πρεσπών, «θα αφαιρούσε …θεσμικό και ηθικό κύρος από τη συμφωνία», ενώ δεν διστάζει να τονίσει -σελ. 534- πως «ο Μητσοτάκης διεκδικούσε επάξια τον ρόλο του Εθνικού Ψεύτη»!)
To be continued που λένε και σε σύγχρονα ελληνικά…
