Η δίκη των δημοσιογράφων και τα όρια της ελευθερίας του Τύπου
Shutterstock
Shutterstock
Δημόσιο συμφέρον

Η δίκη των δημοσιογράφων και τα όρια της ελευθερίας του Τύπου

Η υπόθεση παραπομπής σε δίκη τριών δημοσιογράφων της μεγαλύτερης ημερήσιας εφημερίδας της Φινλανδίας Helsingin Sanomat, κατηγορούμενοι για αποκάλυψη σημαντικών αμυντικών μυστικών της χώρας, αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο οι «Δημοσιογράφοι χωρίς σύνορα» καταρτίζουν την περίφημη λίστα τους: Με τη λογική ότι είναι δυνατόν να διακυβεύεται ακόμη και η εθνική ασφάλεια για χάρη ενός ρεπορτάζ!

Η Φινλανδία κατατασσόταν σταθερά στην πρώτη - το πολύ δεύτερη - θέση της λίστας, αλλά φέτος βρέθηκε στην πέμπτη θέση εξαιτίας μιας δίκης που ξεκίνησε στις 25 του περασμένου Αυγούστου, ενώ εντός των ημερών αναμένονται οι απολογίες των δύο δημοσιογράφων και του πρώην διευθυντή της εφημερίδας. Πρόκειται για τους Λάουρα Χαλμίνεν, Τουόμο Πιετιλάινεν και Κάλλε Σίλφβερμπεργκ.

Εφόσον κριθούν ένοχοι, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση θα καταδικαστούν σε φυλάκιση τουλάχιστον 18 μηνών με αναστολή.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, σε ρεπορτάζ του Δεκεμβρίου 2017 και υπό τον τίτλο «Το πιο κρυφό μέρος της Φινλανδίας», αποκαλύφθηκαν σημαντικά στοιχεία για μονάδα των Ενόπλων Δυνάμεων που έχει την ευθύνη της συλλογής πληροφοριών. Η δημοσιοποίηση τέτοιων στοιχείων απαγορεύεται δια νόμου και μετά από μεγάλη διελκυστίνδα και αρκετές ενστάσεις - οι δημοσιογράφοι επιμένουν ότι τα στοιχεία βρίσκονται στο διαδίκτυο ή σε βιβλία - την υπόθεση ανέλαβε να διαλευκάνει η Δικαιοσύνη.

Η διεθνής Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων αποφάνθηκε πως είναι απαράδεκτο ερευνητές δημοσιογράφοι να κατηγορούνται για εσχάτη προδοσία, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση πρέπει να αποσύρει τις κατηγορίες κατά των δημοσιογράφων που «απλά έκαναν την δουλειά τους καλύπτοντας ζητήματα εθνικής σημασίας».

Η πλευρά των δημοσιογράφων υποστηρίζει ότι το υπουργείο Άμυνας γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι ερευνούσαν το συγκεκριμένο θέμα έξι μήνες πριν από την δημοσίευσή του – και επομένως έπρεπε να ζητήσουν από τους συντάκτες και την εφημερίδα να μην προχωρήσουν στην δημοσίευση.

Η εξομολόγηση στον αξιωματικό

Σύμφωνα με αξιωματικό μάρτυρα από τις Ένοπλες Δυνάμεις, η Λάουρα Χαλμίνεν ανησυχούσε για την επιμονή της εφημερίδας να δημοσιεύσει απόρρητες πληροφορίες. Όπως είπε ο συγκεκριμένος αξιωματικός, η Χαλμίνεν επικοινώνησε μαζί του στα τέλη Μαΐου 2017 για να του πει ότι η εφημερίδα έχει στην κατοχή της υλικό που δεν έπρεπε να έχει και το οποίο είχε διαρρεύσει. Και ότι κατά κάποιον τρόπο είχε υποχρεωθεί να βοηθήσει τον συνάδελφό της (Πιετιλάινεν) για να ολοκληρωθεί η έρευνα.

Ο αξιωματικός συναντήθηκε αρκετές φορές με την δημοσιογράφο στο σπίτι της, εκείνη του είχε δείξει μέρος του υλικού και αυτός με τη σειρά του της είχε πει ότι είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τους ανωτέρους του.

Ωστόσο, στη διάρκεια της προανάκρισης η Χαλμίνεν επέμεινε ότι πρέπει να προστατέψει τις πηγές της. Ερωτηθείσα για ποιον λόγο αποφάσισε να ενημερώσει έναν αξιωματικό, απάντησε πως βρέθηκε σε ηθικό δίλημμα μεταξύ της αλήθειας και της εφαρμογής του άρθρου 127 του φινλανδικού Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «κάθε Φινλανδός είναι υποχρεωμένος να προστατεύει τη χώρα του».

«Γι’ αυτό», κατέθεσε, «προσπάθησα να ελαχιστοποιήσω την βλάβη». Η οποία, όμως, τελικά δεν απετράπη, καθώς οι Ένοπλες Δυνάμεις απέφυγαν να προχωρήσουν σε προληπτική λογοκρισία.

Πέρα από τις ευθύνες αυτές, όμως, σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι δημοσιογράφοι γνώριζαν ότι το υλικό που θα δημοσίευαν ήταν απόρρητο.

Από την έρευνα προέκυψε ότι οι δημοσιογράφοι είχαν ήδη έτοιμα πέντε άρθρα, πλην όμως δημοσιεύθηκε μόνο το πρώτο και τα υπόλοιπα τέσσερα έμειναν στο συρτάρι ως σημειώσεις.

Τα όρια του δημοσίου συμφέροντος

Σύμφωνα με την υπεράσπιση των δημοσιογράφων, το συγκεκριμένο ρεπορτάζ εξυπηρετούσε το δημόσιο συμφέρον, διότι εκείνη την περίοδο συζητείτο νομοσχέδιο με το οποίο δίνονταν ενισχυμένες εξουσίες στις αρχές να παρακολουθούν εμπιστευτικές επικοινωνίες για λόγους εθνικής ασφαλείας.

Με λίγα λόγια σκοπός του ρεπορτάζ ήταν, κατά την άποψή τους, να γνωρίζουν οι πολίτες πώς και από ποιον συλλέγονται διάφορες πληροφορίες.

Από την πλευρά τους, οι Ένοπλες Δυνάμεις ζήτησαν να επιστραφεί το υλικό, κάτι που η εφημερίδα αρνήθηκε να πράξει, υποστηρίζοντας ότι οι κατηγορούμενοι δημοσιογράφοι δεν γνώριζαν ότι είχαν κληθεί να επεξεργαστούν εμπιστευτικές πληροφορίες που είχαν αποκτηθεί με παράνομο τρόπο.

Επιπλέον, οι Ένοπλες Δυνάμεις ζήτησαν μέρος του υλικού να κρατηθεί μυστικό και κατά την διάρκεια της δίκης – κάτι με το οποίο διαφώνησε η υπεράσπιση.

Στο μεταξύ, έρευνα για το πώς διέρρευσε το υλικό διενεργεί και η Εγκληματολογική Υπηρεσία της Αστυνομίας, προκειμένου να αποδειχθεί αν οι δημοσιογράφοι γνώριζαν ή όχι πως επρόκειτο για υλικό που αποκτήθηκε παρανόμως.

Η απόφαση αναμένεται να εκδοθεί στα τέλη του προσεχούς Ιανουαρίου και πολλοί στην Φινλανδία υποστηρίζουν πως όποια και αν θα είναι η έκβαση της δίκης, θα αποτελέσει σταθμό για την ελευθερία του Τύπου και τα όριά της.

Οι συγκρίσεις με την Ελλάδα

Με δεδομένο ότι η Φινλανδία διαθέτει κεντροαριστερή κυβέρνηση, το πράγμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και οδηγεί σε συνειρμούς σε σχέση με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετεί οποιοδήποτε δημοσίευμα και την πιο κραυγαλέα παραβίαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. 

Όπως συνέβη με την υπόθεση της νησίδας στον Έβρο, τους 38 πρόσφυγες και την μικρή Μαρία. Και όπως συμβαίνει με την υπόθεση των υποκλοπών.

Ήδη το γερμανικό Spiegel κατέβασε τα «ρεπορτάζ» από την υπόθεση του Έβρου και το Politico περιόρισε τα δικά του «ρεπορτάζ» για τις υποκλοπές, σε μια προσπάθεια να περισώσουν το κύρος τους, αφού αποδείχθηκε ότι είχαν υιοθετήσει άκριτα τα μεταδιδόμενα από τους ανταποκριτές τους.

Ναι στα βίντεο με τα πάρτι

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Φινλανδία – και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες – υπάρχει ένα παρατηρητήριο για τον Τύπο. Πρόκειται για το Συμβούλιο Μέσων Ενημέρωσης, που παραλαμβάνει καταγγελίες και παράπονα για τη λειτουργία του φινλανδικού Τύπου.

Και είναι χαρακτηριστικό ότι το συγκεκριμένο Συμβούλιο δεν ασχολήθηκε με την υπόθεση της δημοσίευσης των απόρρητων εγγράφων των Ενόπλων Δυνάμεων, ασχολήθηκε όμως με την δημοσιογραφική κάλυψη της συμμετοχής της πρωθυπουργού σε ξέφρενα πάρτι.

Στις αρχές Νοεμβρίου το Συμβούλιο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας όσον αφορά στην δημοσιοποίηση βίντεο και ρεπορτάζ από τα πάρτι. Σε συνέντευξη Τύπου, ο Πρόεδρος Εέρο Χιβόνεν ανακοίνωσε ότι δεν υπήρχε έδαφος για αρνητική κρίση.

Το Συμβούλιο απασχολήθηκε με το θέμα αφού έλαβε έγγραφα παράπονα από τριάντα πολίτες. Και με ψήφους 10 προς 2 από αποφάνθηκε πως αν και τα βίντεο τραβήχτηκαν στη διάρκεια ιδιωτικής εκδήλωσης και δεν συνδέονταν απευθείας με την πρωθυπουργική δραστηριότητα της Σάνα Μαρίν, η δημοσίευση δικαιολογείται για λόγους δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος.

Τα βίντεο είχαν δημοσιευθεί στα κοινωνικά δίκτυα και μετά έκαναν την εμφάνισή τους σε όλον τον φινλανδικό Τύπο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο Μέσων Ενημέρωσης ιδρύθηκε τόσο από τις δημοσιογραφικές όσο και από τις εκδοτικές ενώσεις, προκειμένου να ελέγχει αν τηρούνται οι καλές δημοσιογραφικές πρακτικές με παράλληλη υπεράσπισης της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου.

Αλλά στην Φινλανδία, κόμματα και δημοσιογραφικές ενώσεις υπηρετούν στην πλειοψηφία τους το δημόσιο συμφέρον και νοιάζονται για την εθνική ασφάλεια της πατρίδας τους, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση.

Κάθε άλλο παρά τυχαία συμφώνησαν όλοι για την κατασκευή φράχτη στα σύνορα με την Ρωσία και προτιμούν να περιμένουν την κρίση της Δικαιοσύνης…

*Βουλευτής Β3 Νοτίου Τομέα Αθηνών, υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, δημοσιογράφος